Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

ταστική σατανική ανάπαυση

 

Από την Σπηλιά του αγίου Ακάκιου του νέου στα Καυσοκαλύβια, ξεκίνησε να πάει στην έρημο του Αγιοβασίλη, ό Μοναχός Ακάκιος. Άλλα ό ευλογημένος αυτός Μοναχός, καθώς μου είπαν οί Πατέρες πού έζησαν το γεγονός, το όποιο έλαβε χωράν το 1923 – 24, καί μάλιστα ό Γέρο – Δαμασκηνός από τον Αγιοβασίλη, καί ως εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι, δεν έκανε τον σταυρό του καθώς ξεκίνησε από την Σπηλιά ή κατά την πορεία του δρόμου, από άλλες σκέψεις πιθανόν να ξεχάστηκε να λέει την προσευχή καί να επαναλαμβάνη την ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με» ή κάτι άλλο, πρός δοκιμασία συνέβη στον αδελφό αυτόν καί κατά παραχώρησιν Θεού επηκολούθησε ή φανταστική σκηνή του Σατανά.
Δηλαδή, όταν έφτασε ό Πάτερ Ακάκιος στο σημείο πού είναι ό Σταυρός, στον δρόμο πού πηγαίνει από τα Κελλιά της Κερασιάς προς τον Αγιοβασίλη, φαίνεται θα ήταν καί πολύ κουρασμένος, από την δύσκολη εκείνη διαδρομή, σε καιρό χειμώνας καί ενώ έπαιρνε να σκοτεινιάζει, βλέπει, λίγο πιο κάτω από τον Σταυρό, ένα ωραίο δωμάτιο με στρωμένο κρεβάτι. με καθαρά σεντόνια καί πολύ αναπαυτικό.
Στην αρχή του φάνηκε λίγο περίεργο, πώς βρέθηκε εκεί το δωμάτιο καί το κρεβάτι; Άλλα από την πολλή κούραση προφανώς έπεσε επάνω να ξεκούραστη.
Την άλλη μέρα πολύ πρωί περνούσαν άπ’ εκεί δυο αδελφοί από τον Αγιοβασίλη, οί οποίοι πήγαιναν για την Κερασιά. Ήταν ακόμη σκοτεινά, αλλά με του Θεού την φώτιση βρήκαν τον αδελφό Ακάκιο να είναι πεσμένος πάνω στα χιόνια καί όχι σε κρε66άτι, πού του έδειξε ή φαντασία του Σατανά.
Ήταν κυριολεκτικά ξεπαγιασμένος από το κρύο, πού στο μέρος εκείνο κάνει από το ρεύμα πού σχηματίζεται εκεί. Αναίσθητο τον μετέφεραν στον Αγιοβασίλη πού είναι πλησιέστερα καί με εντριβές είδαν καί έπαθαν να τον συνεφέρουν στην υγειά του, ό όποιος μόλις συνήλθε διηγήθηκε σε όλους το πάθημα του όπως αρχικά του φάνηκε.
Τι εφόδια εμποδίζουν τις φαντασίες των δαιμόνων
Ή τρομερή αυτή φαντασία του Σατανά, φανερώνει σε μας την μανία πού έχει ό Διάβολος κατά των ανθρώπων καί κυρίως κατά των Μοναχών, τους οποίους πάντοτε παραμονεύει, πότε καί πώς θα μπόρεση να τους δολοφονήσει, διότι κατά τον λόγον του Κυρίου μας Ιησού Χριστού «Ό Σατανάς άπ’ αρχής ανθρωποκτόνος έσα καί τη αληθείς ούχεστηκεν», (Ίωάν. Η’ 44).
Για το λόγο αυτόν, γενικά οί άνθρωποι, οί πιστοί Χριστιανοί καί κυρίως οί Μοναχοί θα πρέπει πάντοτε να έχουν καί να φέρουν μαζί ιούς την πανοπλία του φωτός, την περικεφαλαία της αγάπης, τον θώρακα της πίστεως καί την πύρινη ρομφαία πού είναι ό λόγος του Θεού.
Απαραίτητα πρέπει πάντα να φέρει επάνω του τον Σταυρό καί να καταβολή μεγάλη προσπάθεια καί αγώνα, για να κατορθώσει να λέει ακατάπαυστα την ωραία, μονολεκτική καί θεολογική ευχή. το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με», το «’Υπεραγία Θεοτόκε σώσόν με», το «Σταυρέ του Χριστού πανάγιε σκέπε με, τη δυνάμει σου», «Βαπτιστά του Χριστού καί Πρόδρομε Ιωάννη, πρέσβευε υπέρ εμού», «Άγιοι Πάντες πρεσβεύσατε υπέρ εμού του αμαρτωλού».
Έτσι μπορεί να βαδίζει κανείς μέρα – νύχτα καί στα πιο έρημα μέρη καί να μην κινδυνεύει ή να φοβάται από καμία σκοτεινή δύναμη καί φανταστική ενέργεια του Σατανά.

Δέκα άγνωστοι και ανώνυμοι Άγιοι

 

Ό Κύριλλος Μοναχός, Γέροντας της Καλύβης «Τίμιος Σταυρός» των καλλιτεχνών αγιογράφων Ανανιαίων και Δίκαιος της Ιεράς Σκήτης της Άγιας Αννης, κατά το σωτήριον έτος 1977-78, μας διηγήθηκε ότι στις 20 του μηνός Σεπτεμβρίου 1977, ήρθε στο Κυριάκο —κεντρικός Ναός της Σκήτης— ένας Λιβανέζος χριστιανός ορθόδοξος, ό όποιος είπε ότι, λόγω της εμπόλεμης καταστάσεως στην πατρίδα του, ήταν πρόσφυγας κι έμενε στην πόλη Κανά της Γαλιλαίας.
Ό Λιβανέζος ζήτησε, από το Δίκαιο, Πατέρα Κύριλλο, να του δείξει το δρόμο πού οδηγεί στην κορυφή του Άθωνα. Ό Π. Κύριλλος πρόθυμα έδειξε το δρόμο που ζητούσε και ευλαβές αυτός προσκυνητής ξεκίνησε για την κορυφή, ή οποία φτάνει τα 2.030 μ. ύψος καί επειδή χρειάζονται περισσότερο από 4 ώρες οδοιπορία, από την Αγιάννα μέχρι να φθάσει στην κορυφή, όπου υπάρχει καί μικρό εκκλησάκι έπ’ ονόματι της «Μεταμορφώσεως του Κυρίου», έπρεπε να φύγει πρωί.
Για το λόγο αυτό, ό Λιβανέζος έφυγε πολύ πρωί καί το βραδάκι γύρισε πάλι στο «Κυριάκο» της Σκήτης, φιλοξενήθηκε καί κοιμήθηκε. Την άλλη μέρα, μετά τη Θεία λειτουργία, ετοιμάστηκε για να φύγει, αλλά θυμήθηκε να ρωτήσει κάτι πού δεν μπόρεσε να καταλάβει καί πού του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Έτσι μπροστά καί σε άλλους Πατέρες της Σκήτης, με τα λίγα σπασμένα Ελληνικά πού μιλούσε είπε, πώς όταν κατέβαινε από την κορυφή του Άθωνα, στην τοποθεσία πού λέγεται «Βαβύλα» εκεί πού αρχίζει ό πολύς κατήφορος, αισθάνθηκε υπερβολική κούραση καί θέλησε λίγο να καθίσει να ξεκουραστεί. εκεί πού πήγε να βρει κατάλληλο μέρος, ξάφνου βλέπει μπροστά του ένα σπίτι από το όποιο βγήκαν δυο σεβάσμιοι μοναχοί οι οποίοι τον δέχθηκαν μέσα στο σπίτι και του πρόσφεραν σύκα νωπά φρέσκα και το κρύο νερό, έφαγε και ήπιε το κρύο νερό καί όπως είπε, τόση γλύκα καί νοστιμιά αισθάνθηκε πού δεν μπορούσε να την περιγράψει, αλλά καί κατά περίεργο τρόπο όλη ή κούραση πού είχε, μετά από το κέρασμα, εξαφανίστηκε.
Μέσα στο Καλύβι αυτό είδε δέκα σεβάσμιους Μοναχούς, τους οποίους είδε να στηρίζονται, ό καθένας τους, πάνω σε μια γυριστή στη μέση μονόξυλη μαγκούρα καί με το κομποσχοίνι στο χέρι όλοι να προσεύχονται.
Τους ρώτησε, πόσον καιρό έχουν πού μένουν εκεί; Κι αυτοί του απάντησαν πώς έχουν πάρα πολλά χρόνια, καί δεν κάνουν σχεδόν καμιά άλλη εργασία, παρά μόνον προσεύχονται για όλο τον κόσμο. Αυτό κίνησε την περιέργεια του Λιβανέζου, κι όταν έφυγε σ’ όλο το δρόμο, όπως έλεγε, σκέφτονταν αυτό πού του είπαν ότι έχουν πολλά χρόνια εκεί προσευχόμενοι , ενώ ή ηλικία τους δεν έδειχνε να είναι και πολύ μεγάλη και για αυτό ρωτούσε το Δίκαιο και τους Πατέρες; Πώς του είπαν αυτοί οί Μοναχοί πού φαίνονταν να είναι της ίδιας ηλικίας, ασκητεύουν πάρα πολλά χρόνια εκεί;
Ό Δίκαιος Πατήρ Κύριλλος, καί οί άλλοι Πατέρες της Σκήτης έμειναν έκθαμβοι καί κατάπληκτοι, από την αποκάλυψη αυτή, πού προφανώς ό Πανάγαθος Θεός «κρίμασιν οις Αυτός οίδε» έδειξε στο Λιβανέζο, διότι όλοι γνωρίζουν, πώς στο μέρος εκείνο δεν υπάρχει ούτε σπίτι, ούτε Μοναχοί να μένουν εκεί κοντά στην περιοχή αυτή. Τότε όλοι μ’ ένα στόμα καί μια καρδιά δόξασαν το Θεό και είπαν στον ξένο ευλαβή προσκυνητή : «Αδελφέ, δώσε δόξα καί ευχαριστία στο μεγαλοδύναμο καί παντοδύναμο Κύριο καί Θεό μας, πού σε αξίωσε να ιδείς εκλεκτούς δούλους καί Αγίους Του, διότι αυτούς πού είδες εσύ χθες δεν ήσαν Μοναχοί, άλλα ήσαν Άγιοι καί Όσιοι Πατέρες του Όρους, τους οποίους κανείς από μας δεν αξιώθηκε να δει, αλλά κατά καιρούς έχουν φανερωθεί σε μερικούς ευλαβείς Μοναχούς καί σε καλούς καί ευλαβείς χριστιανούς προσκυνητές, ένας από τους οποίους φαίνεται πώς θα είσαι καί συ ! ! Ό Λιβανέζος αναχώρησε εύλογων καί δοξάζων τον Θεόν, τον «θαυμαστόν εν τοις Αγίοις Αυτού».

τα ησυχαστηρια των καρουλιον σαν αετοφωλιες

 

Καθώς μου διηγήθηκε, ό Πατήρ Δανιήλ των Δανιηλαίων από τα Κατουνάκια, ό Γέρο Φιλάρετος ήταν προϊστάμενος στην Ιερά Μονή του Σταυρονικήτα. Έφυγε δε άπ’ αυτήν, διότι τότε ήταν Ιδιόρρυθμη και ή ζωή των Πατέρων σ’ αυτήν δεν ήτανε κείνη πού είχε ό Πατήρ Φιλάρετος στη φαντασία του, γι’ αυτό έφυγε άπ’ αυτήν για να βρει περισσότερη ησυχία και ψυχική γαλήνη. Για να βρει ολοκληρωμένη ηρεμία του νου και να επιδοθεί σ’ αυτό πού επιθυμούσε ή ψυχή του, στη νοερά προσευχή. Έφυγε λοιπόν στην έρημο, πήγε στα Καρούλια κι έμεινε σε μια απομονωμένη Καλύβα.
Είχε κατά κόσμον μόρφωση, γιατί στην Καλογερική ήρθε σε μεγάλη ηλικία και με επίγνωση προτίμησε το Μοναχικό βίο, από τον έγγαμο, πού έχει πολλές φροντίδες και μέριμνες, και πολλές φορές απομακρύνεται από το Θεό.
Ήταν εγκρατής, λιγόλογος και σοβαρός, είχε την αδιάλειπτη προσευχή και συνεχή μελέτη της Αγίας Γραφής, των Πατερικών συγγραμμάτων και αδιάκοπη μελέτη στα θεια θεωρήματα της ζωής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Νύχτα – μέρα, αναλογίζονταν το μέγεθος της αγάπης του Θεού και Πατρός, προς τον αποστάτη και αχάριστο άνθρωπο, ώστε για χάρι του να θυσιάσει τον Μονογενή Υίόν Του, ό Όποιος πρόθυμα δέχθηκε να κάνει τη θυσία αυτή, με την ενσαρκη θεία οικονομία Αυτού, για να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος από τη σκλαβιά της αμαρτίας. Έφερνε μπροστά του σε ζωντανή εικόνα, την άκρα συγκατάβαση, την άκρα ταπείνωση, τα φρικτά πάθη, τους ονειδισμούς και τα ανείπωτα τρομερά μαρτύρια, πού, ως άνθρωπος τέλειος, έπαθε ό Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, και την αγάπη πού έδειξε, δείχνει και θα δείχνει προς τον αχάριστο, κακούργο και εγκληματία άνθρωπο, θαύμαζε μεσάτου τη μεγαλοπρέπεια, τη δόξα, τη χαρά και την ειρήνη του νου, πού κατεσκεύασεν, ό Κύριος ημών ‘Ιησούς Χριστός, μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, μετά την ένδοξη τριήμερη Άνάστασί Του, όταν εμφανίστηκε στους μαθητές και αγίους αποστόλους Του και είπε«Ειρήνη υμίν, ειρήνη την εμήν δίδομι υμίν» (Ίωάν. ΙΔ’ 27) καί «λάβετε πνεύμα Αγιον αν τίνων άφήτε τάς αμαρτίας άφίενται αυτοίς, αν τίνων κρατήτε, κεκράτηνται». (Ίωάν. Κ’ 23). Έτσι ετοίμασε με το εμφύσημα την κατοικία του τελεταρχικού, καθαρκτικού καί αγιαστικού Παρακλήτου του Παναγίου Πνεύματος καί Θεού των όλων, όπως ό ίδιος είπε: «Ό δε Παράκλητος το Πνεύμα το Αγιον ο πέμψει ό Πατήρ εν τω ονόματι μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα καί υπομνήσει υμάς πάντα α είπον υμίν (Ίωάν. ΙΔ’ 28).
Με τη μελέτη καί αδολεσχία αυτή, πού όλο το 24ωρο ειχεν ό – Φιλάρετος, θεωρούσε τον άνθρωπο σαν ιδανική κατοικία του Πανάγαθου, τρισηλίου καί τρισυπόστατου Θεού, του Πατρός, του Υιού καί του αγίου Πνεύματος, όπως αναφέρει ό ίδιος ό Θεός στην αγία Γραφή: «Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, καί ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, καί προς αυτόν έλευσόμεθα καί μονήν παρ’ ούτω ποιήσομεν» (Αυτόθι ΙΔ’ 23).
Άπ’ αυτά καί αλλά πνευματικά θεωρήματα θερμαινότανε ή καρδιά του, άναβε ή φλόγα του θείου ερωτά καί δινότανε ολόψυχα στη νοερά προσευχή καί σαν αποτέλεσμα πλημμύριζε ή καρδιά του από αγάπη προς όλους τους αδελφούς, προς όλους τους ανθρώπους, προς όλον τον κόσμο, ορατό καί αόρατο.

τρομερο θεαμα σε μεγαλο θεατρο της αμερικη

 

Οι δυο αυτοί αυτάδελφοι, στο LINN της Αμερικής, όταν εργαζόντουσαν, ήταν μαζί με ένα αδελφικό τους φίλο από τη Δημητσάνα καταγόμενο Δημήτριο. Και οί τρεις αυτοί ευσεβείς νέοι και ευλαβείς χριστιανοί ,είχαν πάει στην Αμερική να εργαστούν, να βγάλουν μερικές οικονομικές υποχρεώσεις των οικείων τους και να επιστρέψουν στην πατρίδα για να ζήσουν κάπως πιο άνετη ζωή. Πλην όμως «άλλαι αι βουλαί των ανθρώπων και άλλα ό Θεός κελεύει», όπως λέγει και ή Αγία Γραφή.
Στην αμερικανική πολιτεία πού εργαζόντουσαν, μια μέρα σαν νέοι πού ήταν κι αυτοί, μετά από την καθημερινή εργασία τους θέλησαν κάπως να ψυχαγωγηθούν και απεφάσισαν να πάνε σε ένα μεγάλο θέατρο.
Το θέατρο αυτό, ήταν ένα μεγάλο κτίριο ολόκληρο τετράγωνο, έξω από την πολιτεία κτισμένο πάνω στη θάλασσα. Εκεί μέρα -νύχτα έπαιζαν διάφορα θεατρικά έργα, τα όποια διαρκούσαν όλο το 24ωρο. Ένα μεγάλο διάστημα από το όποιο, επί τέσσερες και πλέον ώρες έδειχναν μια παράσταση πολλή ζωντανή, πώς είναι ή Κόλαση με τους δαίμονες κι όλα τα κολαστήρια, και πήγαινε ό κόσμος να ιδεί όλα αυτά τα παράξενα πράγματα.
Όπως πήγαιναν, οι αγαθοί αυτοί φίλοι και θεοφοβούμενοι άνθρωποι, προς το κτίριο εκείνο, βλέπουν από μακριά, στο πάνω -πάνω μέρος του κτιρίου, πού ήταν και ή φωτεινή επιγραφή, να γυρίζουν χορεύοντας στον αέρα, γύρω – γύρω από το θέατρο, κατάμαυροι δαίμονες με κέρατα και τεράστιες ουρές, μαλλιαρά κατσικίσια πόδια και βουβαλίσια πρόσωπα. Είχαν πιασμένα χέρι το χέρι από μια κοπέλα θεόγυμνη, κι από έναν άντρα κουρελιάρη και μεθυσμένο. Από τα μάτια τους, οι δαίμονες, βγάζανε φωτιές και σε κάθε βόλτα πού κάνανε γύρω από το κτίριο, γκρέμιζαν κάτω σε μεγάλο βάραθρο πότε μια κοπέλα και πότε ένα άντρα και τη θέση τους παίρνανε άλλοι νέοι και νέες.
Το τρομερό αυτό θέαμα, πού συνέχεια γίνονταν με εναλλασσόμενα πρόσωπα, τους καθήλωσε περισσότερο από τρεις ώρες, κι. από το φόβο και την τρομάρα πού πήραν, δεν μπορούσαν να κάνουν βήμα.
Τότε σαν από λήθαργο ξύπνησαν, κι είπαν ό ένας στον άλλο: «Βρε αδελφέ, αυτό είναι το σπίτι των Δαιμόνων κι εμείς πάμε κει να διασκεδάσουμε; Για κοιτάξτε πώς γκρεμίζουν τους ανθρώπους οι Δαίμονες και καταστρέφουν τη ζωή των νέων και των νεανίδων !»
Τούτο ήταν αρκετό και στάθηκε αφορμή, οι τρεις αυτοί νέοι, να πάρουν την απόφαση και να φύγουν από την Αμερική. Συμφώνησαν δε να πάνε στο Αγιον Όρος, να γίνουν Μοναχοί για να σώσουν την ψυχή τους και με το θέλημα του Θεού να ζήσουν εκεί σαν χριστιανοί ελεύθεροι από κάθε επήρεια των ψυχοφθόρων Δαιμόνων.
Τη σκέψη τους αυτή, την έκαναν απόφαση «άμ’ έπος, άμ’ έργον», «το γοργόν και χάριν έχει» είπαν τα φιλοσοφικά αυτά ρητά και συμφώνησαν να αναχωρήσουν και οί τρεις το συντομότερο.
Τα δυο αδέλφια, παιδιά του Γέρο – Κακουνη από το Καστόρια της Λακωνίας, έφυγαν αμέσως από την Αμερική, και αφού με αλληλογραφία τακτοποίησαν τις υποχρεώσεις με τους συγγενείς τους, – ΠΗΓΑΝ ΚΑΤ` ευθείαν στο Αγιον Όρος και όπως είπαμε ανωτέρω, ό ένας έμεινε στη Σκήτη της Αγίας Τριάδος στα Καυσοκαλύβια με το όνομα Ιερόθεος κι ό άλλος με το όνομα Θεόδωρος έγινε ηγούμενος στην Ιερά Μονή Γρηγορίου.

στον πυργο της νεας σκητης ο γερο δανιηλ (ΙΘ)αιωνα

 

Ένας άλλος προχωρημένος στην κατά Θεόν αρετή και προκοπή ήταν στη Νέα Σκήτη, ο Γέρο – Δανιήλ, ο όποιος ασκήτευε μέσα στο μεγάλο πύργο, πού έχει το εκκλησάκι της «Αγίας «Αννης», ήταν από τα μέρη της Κοζάνης, έκανε στους Πατέρες τον εργάτη, και πρόθυμος βοηθούσε πάντας χωρίς διάκριση. Μοναχός έγινε στην Καλύβα «Άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς».
α) Μια μέρα τον έβαλαν να τακτοποιήσει τα οστά: των κεκοιμημένων Πατέρων στο Κοιμητήρι της Σκήτης, ήταν Ιούλιος μήνας, από τη ζέστη και τον πολύ κόπο, κάθισε λίγο να ξεκουραστεί και τότε γύρισε με ευλάβεια και σεβασμό και είπε στα οστά: «Άγιοι Πατέρες, δεν κάνετε κι εσείς καμιά προσευχή και μεσιτεία στο Θεό και για μας τους αμαρτωλούς να σωθούμε οί ταλαίπωροι και να βρούμε έλεος, από τον πανάγαθο Θεό; Όταν είπε αυτά, παράδοξα, και με θαυμαστό τρόπο, μέσ’ από τα οστά βγήκε φωνή και του είπε: «Και βέβαια κάνουμε προσευχή, μεσιτεία κι ακατάπαυστη δέηση στο Θεό, για να σωθείτε, αλλά, αδελφέ, πώς είναι δυνατόν να σωθείτε, αφού σεις δεν θέλετε να έχετε τις απαραίτητες προϋποθέσεις: Την ακακία, την ταπείνωση και την αγάπη; Δεν ξέρετε από την αγία Γραφή, ότι ό Θεός αγάπη είναι και μισεί και σιχαίνεται τον εγωιστή και μνησίκακο άνθρωπο; Χωρίς αγάπη κανείς δε σώνεται!
Ρ) Ό Γέρο – Παντελεήμων με το γέροντα του Συμεών, μοναχοί και οί δύο, από πλανεμένη ιδέα, είχανε τελείως αποκοπεί από την κοινή εκκλησία του Κυριακού και από όλους τους Πατέρες της Σκήτης. Φτάσανε στο σημείο να παίρνουν από ένα. άλλο παπά – Γεδεών, πού ήταν κι αυτός πλανεμένος και αποκομμένος και δεν επικοινωνούσε με τους Πατέρες και την εκκλησία και οι τρεις αυτοί έκαναν λειτουργία στο σπίτι τους και κοινωνούσαν τα Μυστήρια μόνοι τους.
Ό Γέρο – Δανιήλ, με το διορατικό χάρισμα πού είχε από τον Κύριο, έβλεπε το σπίτι εκείνων και την εκκλησία τους να είναι γεμάτα Δαιμόνια που χόρευαν γύρω γύρω και δε φεύγανε με κανένα τρόπο.
γ) Άλλοτε πάλι, όπως ό ίδιος έλεγε, όταν επιδίδετο με θέρμη στη προσευχή και τη νίψη, πήγαιναν τα Δαιμόνια γύρω γύρω στο Πύργο πού έμενε και με πολλή μανία φώναζαν και πίεζαν το Γέρο -Δανιήλ και τουλεγαν να φύγει άπ’ εκεί και να πάει πάλι στο κόσμο ‘κει πού ήτανε πρώτα.

ρωσος ασκητης στον αθωνα

 

Κατά διήγηση, του αείμνηστου Γέροντα Καλλίνικου από τα Κατουνάκια, στους Γεροντάδες μας, το σωτήριο έτος 1912 – 13 μια νύχτα παρουσιάστηκε στο Γέροντα Καλλίνικο, ό Ρώσος Ιερομόναχος Σεραπίων, από το Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, ο οποίος χρόνια συνέχιζε να συμβουλεύεται το Γέροντα Καλλίνικο καί να παρακολουθεί μαθήματα της νοερας προσευχής, άλλα τη βραδιά εκείνη, παρακάλεσε το Γέροντα, να του δώσει την άδεια καί ευλογία, να φύγει από το Μοναστήρι καί να επιδοθεί κατά μονάς, μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του, στη νοερά προσευχή.
Ό Γέροντας Καλλίνικος, στην αρχή είπε στο Ρώσο Ιερομόναχο, πώς αυτό πού θέλει να κάνει είναι επικίνδυνο, δηλαδή να απομονωθεί από κάθε ανθρώπινη επικοινωνία καί συμπαράσταση, καί πώς τα άκρα, είναι δίκοπο μαχαίρι, διότι ό εχθρός καί πολέμιος του ανθρώπινου γένους Σατανάς, θα τον πολεμήσει πολύ σκληρά, γι’ αυτό, καλά θα έκανε να μην απομακρυνθεί πολύ από τους ανθρώπους καί «εν Χριστώ» αδελφούς καί να παραμείνει στη μετάνοια του, στο Μοναστήρι.
Στην επιμονή καί θερμή παράκληση του Ρώσου ιερομόναχου, υπεχώρησε ό Γέρο – Καλλίνικος καί συγκατατέθηκε, να πάει μεν στην έρημο, αλλά να τον επισκέπτεται συχνά, για να τον παρακολουθεί’ μη τυχόν παραπλανηθεί ή μπλεχτεί σε καμιά πλεκτάνη του δόλιου Δαίμονα, πού με πολλή μανία πολεμεί τους εργάτες της νοερας προσευχής.
Ο παπα – Σεραπίων, από την φλόγα της προς Θεόν αγάπης και την επιθυμία της καρδίας του από την επίμονη κλίση του Αγίου Πνεύματος, πού ακατάπαυστα του έλεγε: «Υιέ δός μου σήν καρδίαν», αλλά και από την πρώτη εντολή του δεκάλογου, πού λέγει: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της ισχύος σου και εξ όλης της διανοίας σου» (Λουκ. Γ 27), εφοδιασμένος με την ευχή και ευλογία του καθοδηγητού του, Γέροντα Καλλίνικου, τέλεσε τη θεία Λειτουργία στο εκκλησάκι του αγίου Γεράσιμου, κοινώνησε τα Άχραντα Μυστήρια και αναχώρησε προς την έρημο του Άθωνα. Ό Γέρων Καλλίνικος, δεν έπαυσε μέρα – νύχτα να προσεύχεται στον αρχηγό και τελειωτή κάθε κάλου και της αρετής, Κύριο ημών ‘Ιησούν Χριστόν, για τη θεία βοήθεια και σκέπη του αδελφού και μαθητού του Παπα – Σεραπίωνα, πού βγήκε να παλέψει με το Σατανά, στήθος με στήθος στη μοναξιά και στην έρημο.
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
Είχαν περάσει, από τη βραδιά εκείνη, δώδεκα ολόκληρα χρόνια, κι ό Πάτερ Σεραπίων δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Μια βραδιά, όπως είπε ό Γέρο – Καλλίνικος, μετά το μεσονύκτιο, άκουσε να κτυπούν την πόρτα του ησυχαστηρίου του. Στην ερώτηση ποιος είναι; «Άκουσε γνωστή φωνή, αλλά πολύ αδύνατη, να του λέγει: «Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ίησοΰ Χριστέ ό Θεός ελέησον ημάς», ό Γέρων είπε το «Αμήν» άλλ’ επανέλαβε την ερώτηση, ποιος είσαι και τι θέλεις τέτοια ώρα; Τότε άκουσε τη φωνή να του λέγει: «Γέροντα, είμαι ό δούλος του Θεού και μαθητής σας Παπα – Σεραπίων».
Ό Γέρο – Καλλίνικος φοβούμενος την πλάνη του Σατανά, του είπε να αποστηθίσει το Σύμβολο της Πίστεως «Το Πιστεύω» και κείνος με δάκρυα είπε το «Πιστεύω», το «Πάτερ ημών» και το «Εις Άγιος, Εις Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός και Πνεύματος Αγίου Αμήν».
Τότε ό Γέρο – Καλλίνικος άνοιξε την πόρτα, αγκάλιασε τον αδελφό Παπα – Σεραπίωνα, ό όποιος, από την άκρα ασιτία καί εξαντλητική άσκηση, ήταν σκελετωμένος, ισχνόφωνος καί με φωνή παλλόμενη από τη συγκίνηση, ρώτησε:
— Που ήσουν αδελφέ τόσα χρόνια, καί γιατί δε φάνηκες να σε ιδώ; Πίστεψε με σε είχα για χαμένο. Που έμενες μέχρι τώρα; Τι έτρωγες τόσον καιρό;

παρομοιο με το προηγουμενο θαυμα αντιμισθιας

 

Λίγο αργότερα μετά το γεγονός αυτό, άλλος υποτακτικός, από πλούσια οικογένεια καταγόμενος, νέος στην ηλικία, ανέβαζε από τη θάλασσα το φορτίο του στην πλάτη καί από τον πολύ κόπο, σαν να δυσανασχέτησε καί παρακάλεσε το Γέροντα του, να του επιτρέψει να χρησιμοποιεί υποζύγιο για να ανεβοκατεβαίνει αυτός από τη θάλασσα καί να μεταφέρει τα απαραίτητα τρόφιμα στην Καλύβα καί στον Γέροντα του. Ό Γέροντας του, γνωρίζοντας την αδυναμία του υποτακτικού του, επέτρεψε να πάρει ένα γάιδαρο για το σκοπό αυτόν.
Μια μέρα πού ανέβαζε με το γαιδουράκι το φορτίο του, σε μια στροφή πού είναι το δυσκολότερο σημείο του δρόμου, εκεί ακριβώς βλέπει ένα λαμπροφορεμένο νέο να βαστάει στα χέρια ένα σφουγγάρι με το οποίο σκούπιζε τον ίδρωτα από το μέτωπο των διερχομένων Πατέρων, καί τους θύμιαζε. Τότε πλησίασε κι αυτός πρότεινε το μέτωπο του καί περίμενε να τον σκουπίσει, άλλα ό νέος αντί να σκουπίσει αυτόν, σκούπισε του γαϊδάρου το μέτωπο. Κι όταν ό Μοναχός παραπονέθηκε, ό φαινόμενος νέος του είπε: «Εγώ αδελφέ, σκουπίζω, αρωματίζω καί πληρώνω μόνον αυτούς που κοπιάζουν καί ιδρώνουν, κι όχι εκείνους πού ζητούν εδώ ανέσεις». Κι όταν είπε αυτά έγινε άφαντος.
Από το μάθημα αυτό, ό νέος Μοναχός, δε μεταχειρίστηκε άλλη φορά το υποζύγιο, αλλά μετά χαράς μεγάλης μετέφερε κι αυτός το φορτίο του στην πλάτη όπως καί οί άλλοι Πατέρες.
ΚΙ ΑΛΛΟ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΑΚΙ
Από την παραλία της Αγίας Αννης, ανεβαίνοντας δεξιά προς τα επάνω, για να πάμε συντομότερα στη Μικρή Αγία Άννα, παίρνουμε ένα πολύ δύσκολο καί ανηφορικό δρόμο, πού ό περισσότερος είναι όλο σκαλοπάτια. Στο δυσκολότερο σημείο της αναβάσεως, ένας μεσήλικας Μοναχός, ό όποιος πριν να γίνει Μοναχός ήταν αξιωματικός του Στρατού, ακούμπησε στον κορμό ενός δέντρου για λίγο να ξεκουραστεί, από τον πολύ κόπο του ανήφορου
καί το φορτίο του με τα τρόφιμα στην πλάτη.
Στενοχωρημένος από την κούραση είπε μέσα του: «Άραγε θα έχουμε κανένα ιδιαίτερο μισθό πού μεταφέρουμε τα τρόφιμα μας καί δεν καθόμαστε κάτω στην παραλία να τα τρώμε, αλλά τα ανεβάζομε τόσο ψηλά, δεν είναι άραγε αυτό που κάνουμε ανόητο;»
Σαν απάντηση στη σκέψη του, άκουσε φωνή που του λέγε: «Όλοι οι κόποι αναγνωρίζονται και τα βήματα πού κάνετε για την αγάπη του Χριστού μετριόνται και πληρώνονται». Ό αδελφός μετά από την πληροφορία αυτή αναπτερωμένος στο ηθικό, περνούσε συχνότερα από το μέρος εκείνο χωρίς να κουράζεται. Και στο σημείο αυτό, οί Πατέρες, για να θυμούνται το θαύμα, έβαλαν εικόνα και παλαιότερα άναβαν και καντηλάκι προς δόξαν Θεού.

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Πως θα σωθούμε: Λόγοι παρηγοριάς στους θλιμμένους

 



Πως θα σωθούμε:  Λόγοι παρηγοριάς  στους θλιμμένους
ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ
του μοναχού Αγαπίου Λάνδου του Κρητός

ΠΩΣ ΘΑ ΣΩΘΟΥΜΕ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Λόγοι παρηγοριάς
στους θλιμμένους
Όσα διάβασες ως εδώ, θα ήταν αρκετά για να παρηγορηθείς και να καταλάβεις πόσο ωφελείσαι από τις θλίψεις, αν δεν ήσουν κι εσύ, όπως όλοι μας, άνθρωπος αδύναμος. Για την αδυναμία, λοιπόν, και τη χαυνότητα της φύσεως, καθώς και για μεγαλύτερη ψυχική σου ενίσχυση, διάβασε και όσα είναι γραμμένα πιο κάτω.

α΄. Η καλύτερη παρηγοριά για τους θλιμμένους είναι η επίγνωση των αμαρτημάτων τους
Το πρώτο σου γιατρικό, το πρώτο παυσίπονο που θα πάρεις στον καιρό των θλίψεων, ας είναι τούτος ο καλός λογισμός, που αναφέραμε και πρίν, όται για τις πολλές σου αμαρτίες σου άξιζαν χειρότερα δεινά. Και μην τολμήσεις να πεις, όπως μερικοί ανόητοι, ότι δεν έχεις κάνει κανένα κακό. Όλοι έχουμε αμαρτήσει, με τον ένα τρόπο ή με τον άλλο. Όταν οι άγιοι Τρεις Παίδες μέσα στο καμίνι δόξαζαν το Θεό λέγοντας, “Ας είσαι δοξασμένος Κύριε, γιατί με ακρίβεια και δικαιοκρισία ξεσήκωσες όλα τούτα εναντίον μας, εξαιτίας των αμαρτιών μας” (Δαν., Προσ. Άζαρ.: 2, 4), τι να πούμε εμείς; Όταν ο μέγας Παύλος ομολογούσε ότι είναι ο πρώτος των αμαρτωλών (Α΄Τιμ. 1:15), δεν θα είμαστε αναίσθητοι και θρασύτατοι αν αρνηθούμε τη δική μας αμαρτωλότητα;

Όταν, λοιπόν, σε χτυπήσει μια συμφορά, αναλογίσου πόσες φορές παραβίασες τις θείες εντολές, πόσες φορές υπερηφανεύθηκες, θύμωσες, αδίκησες, έβρισες, υποκρίθηκες, συκοφάντησες ή μ΄οποιονδήποτε άλλο τρόπο έσφαλες ενώπιον του Κυρίου, από τον οποίο τόσο έχεις ευεργετηθεί, και απέναντι στους συνανθρώπους σου, τους οποίους οφείλεις ν΄αγαπάς σαν τον εαυτό σου. Και τότε θα παραδεχθείς και θα ομολογήσεις με ντροπή, ότι και αυτή και άλλη βαρύτερη παίδευση έπρεπε να σου στείλει η δικαιοκρισία του Θεού, πού, όπως δεν αφήνει αρετή αβράβευτη, έτσι δεν αφήνει και αμαρτία απαίδευτη.

Αν για έναν και μόνο υπερήφανο λογισμό τιμωρήθηκε τόσο αυστηρά ο Εωσφόρος, πού σαν άγγελος ήταν το εκλεκτότερο δημιούργημα του Πλάστη, πόσο πρέπει να τιμωρηθείς εσύ, ο άνθρωπος, πού τόσες φορές και με τόσους τρόπους έχεις υπερηφανευθεί ενώπιον Θεού και ανθρώπων; Αν για μια και μόνη παράβαση εξορίστηκε ο Αδάμ από τον παράδεισο, τι πρέπει να πάθεις εσύ, που τόσες παραβάσεις και ανομίες κάνεις καθημερινά;

Με τέτοιες και άλλες παρόμοιες σκέψεις θα παρηγορηθείς και θα καταλάβεις πώς οι θλίψεις, που δοκιμάζεις, είναι ασήμαντες μπροστά σ΄αυτές που θα σου άξιζαν, όταν μάλιστα έτσι καθαρίζεσαι και αποκτάς ελπίδα σωτηρίας. Γιατί είναι σαν να χρωστάς σε κάποιον χίλια φλουριά, κι απ΄αυτά να πληρώνεις μόνο δέκα στο δανειστή σου, που σου χαρίζει μεγαλόψυχα τα υπόλοιπα.

β΄. Η παρηγοριά της προσευχής

Δεν υπάρχει στον κόσμο υψηλότερη εργασία από την προσευχή, γιατί αυτή ενώνει τον άνθρωπο με τον Θεό. Για το μεγαλείο και τη σπουδαιότητά της, τους τρόπους και τ΄αποτελέσματά της μας μιλούν διεξοδικά οι ιερές Γραφές και οι άγιοι Πατέρες. Εδώ τώρα θα τονίσουμε μόνο πόσο βοηθάει στις θλίψεις.

Πραγματικά, δεν υπάρχει πιο μεγάλη παράκληση από την καταφυγή στον Κύριο με την προσευχή.  “Στον Κύριο προσευχήθηκα δυνατά, όταν με βρήκαν θλίψεις, και με άκουσε”, λέει ο προφήτης Δαβίδ (Ψαλμ. 119:1).

Αυτό έκαναν όλοι οι άγιοι στις θλίψεις τους, και η θεία βοήθεια δεν αργούσε, όπως δεν αργεί ποτέ ν΄ανταποκριθεί στην ικεσία του δικαίου. Είναι, άλλωστε, ρητή η υπόσχεση του Κυρίου: “Ζήτησε τη βοήθειά μου στη θλίψη σου, και θα σε γλυτώσω απ΄αυτήν” (Ψαλμ. 49:15).

Μόλις, λοιπόν, πέσει επάνω σου ηθλίψη,μη μικροψυχήσεις, μην ταραχθείς. Στρέψε ικετευτικά τα μάτια σου στον ουρανό, και ζήτα ταπεινά τη θεία βοήθεια.

Αν συμφέρει την ψυχή σου και συμβάλλει στη σωτηρία σου η απαλλαγή από τη δοκιμασία, να μην έχεις αμφιβολία ότι ο Θεός θα εισακούσει την προσευχή σου και θα σε απαλλάξει. Αν όμως αυτό είναι ασύμφορο για την ψυχή σου -πράγμα που μόνο Εκείνος, ο πάνσοφος, γνωρίζει- μήτ΄εσύ δεν θα πρέπει να το θέλεις.

Καλύτερα είναι να θλίβεσαι πρόσκαιρα τώρα, παρά να στερηθείς την αιώνια ζωή.

Όπως και να έχει το πράγμα, μη σταματήσεις να προσεύχεσαι. Γιατί πολλές φορές ο Κύριος επιτρέπει να μας βρουν οι θλίψεις για να τρέξουμε κοντά Του.

Όταν όλα πηγαίνουν καλά, Τον ξεχνάμε. Και όταν αρχίζουν τα προβλήματα, τότε Τον θυμόμαστε! Είμαστε κι εμείς σαν τ΄άμυαλα παιδάκια, πού, όταν είναι χορτάτα και δεν έχουν καμιά δυσκολία, το ρίχνουν στο παιχνίδι και ξεχνούν τους γονείς τους, όταν όμως πεινάσουν ή πέσουν και χτυπήσουν που θενά, τότε τρέχουν κλαίγοντας στους γονείς και ζητούν βοήθεια.

Όλα τα καλά με την προσευχή τ΄ αποκτάμε. Και όλα τα λυπηρά με την προσευχή τα ξεπερνάμε. Γι΄αυτό ο Ιησούς είπε: “Να μένετε άγρυπνοι και να προσεύχεστε αδιάκοπα” (Λουκ. 21:36).

Με την προσευχή θα νικήσεις κι εσύ τις θλίψεις, με την προσευχή θ΄αποκτήσεις τις αρετές, με την προσευχή θα ενωθείς με τον Κύριο, με την προσευχή θα γίνεις μέτοχος της μακαριότητός Του.
 γ΄. Επτά ωφέλιμες και παρήγορες σκέψεις

Στον καιρό των θλίψεων θα ωφεληθείς πολύ, αν φέρνεις συχνά στο νου σου τις ακόλουθες σκέψεις, μελετώντας και αναλύοντάς τες σε βάθος και πλάτος με τον δικό σου τρόπο και λογισμό.

1. Τι ήσουνα πρίν γεννηθείς, πρίν κάν συλληφθείς στη μήτρα της μητέρας σου; Δεν είχες μήτε σώμα μήτε ψυχή μήτε αίσθηση καμιά. Δεν ήσουνα τίποτα! Και το τίποτα, το μηδέν, είναι λιγότερο κι από ένα άχυρο, ένα χορταράκι, έναν κόκκο σκόνης. Γιατί αυτά έχουν ύπαρξη, εσύ όμως πρίν από τη σύλληψή σου δεν είχες.

2. Στοχάσου την ευσπλαχνία του πανάγαθου Θεού, πού από το τίποτα σε δημιούργησε “κατ΄εικόνα” Του, δίνοντάς σου όχι μόνο το υπερθαύμαστο ανθρώπινο σώμα, αυτό το θαύμα των θαυμάτων, με την ποικιλία των οργάνων και των λειτουργιών και των αισθήσεων, αλλά και τη μοναδική θεοειδή ψυχή, με τον λογικό νου, τη θέληση, τη μνήμη και τις άλλες δυνάμεις.

3. Αναλογίσου μετά απ΄αυτό, πόση πρέπει να είναι η ευγνωμοσύνη σου σ΄Εκείνον, τον ύψιστο και πανάγαθο Ευεργέτη σου, από τον οποίο πήρες δωρεάν τόσα χαρίσματα, πόσο χρωστάς να Τον αγαπάς, να Τον ευχαριστείς, να Τον δοξολογείς, να Τον υπηρετείς, και πόσο να προσέχεις, ώστεποτέ να μην Του φταίξεις και να μην Τον πικράνεις.

4. Αναλογίσου τώρα την αγνωμοσύνη σου απέναντι στον Πλάστη σου, μια και έκανες ακριβώς τα αντίθετα απ΄αυτά που έπρεπε. Αντί να Τον αγαπάς και να Τον ευχαριστείς και να Τον υμνείς και να Τον ευαρεστείς, εσύ Τον καταφρόνησες και Τον εγκατέλειψες και Τον λύπησες, προτιμώντας τα πρόσκαιρα πράγματα και τις εφάμαρτες ηδονές.

5. Συλλογίσου πόσες τιμωρίες θα σου άξιζαν για την αχαριστία σου τούτη και πόσο δίκιο θα είχε ο Κύριος, αν σου στερούσε όλα όσα σου έδωσε, ακόμα και τη ζωή, το μεγαλύτερο δώρο Του. Αυτή η σκέψη, πιο πολύ απ΄όλες τις άλλες, θα σου εμπνεύσει θείο φόβο και θα σε βοηθήσει να υπομείνεις κάθε θλίψη, καθώς θα παραδεχθείς αναμφίβολα πώς υποφέρεις λιγότερο απ΄όσο σου πρέπει.

6. Θαύμασε την άπειρη και ανερμήνευτη αγαθότητα του Θεού μας, πού, ενώ μπορεί αυτήν ακριβώς τη στιγμή να σε τιμωρήσει βαριά και να σε θανατώσει και να σε κολάσει αιώνια, περιμένει ο πολυεύσπλαχνος τη μετάνοιά σου. Κι αν σε παιδεύει τώρα με μικρές και παροδικές θλίψεις, το κάνει για το καλό σου, σαν στοργικός Πατέρας, για να βγεις από τον κακό δρόμο της αμαρτίας και να έρθεις στον ίσιο της αρετής, ώστε τελικά, λουσμένος και καθαρισμένος στο λουτρό των λυπηρών, ν΄αξιωθείς την απόλαυση του παραδείσου.

7. Αποφάσισε, από δω κι εμπρός τουλάχιστον, να δαπανήσεις όλη την υπόλοιπη ζωή σου, τη ζωή που ανήκει σ΄Εκείνον και όχι σ΄εσένα, στη διακονία και στη δόξα Του. Να Τον τιμάς και να Τον ευχαριστείς ακατάπαυστα για τις ευεργεσίες Του, αλλά και ν΄αποδέχεσαι καρτερικά κι αγόγγυστα τις δοκιμασίες που παραχωρεί σαν φάρμακα και γιατρικά της κακίας σου. Να θυσιάσεις, τέλος, πρόθυμα, και τιμή και περιουσία και ζωή ακόμα, παρά να Τον αρνηθείς ή να παραβείς τις εντολές Του.

Αυτά να σκέφτεσαι και να μελετάς, και θα δεις πόσο καρπό και πόση ωφέλεια θα σου δώσουν στον καιρό των θλίψεων.