Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

«Τα Σα εκ των Σων Σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα!»

Ο πιστός Χριστιανός είναι Ιερεύς του σώματος του και ολοκλήρου της υπάρξεως του.



«Τα Σα εκ των Σων Σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα!»
Ο πιστός Χριστιανός είναι Ιερεύς του σώματος του και ολοκλήρου της υπάρξεως του. Καλείται να προσφέρη τον εαυτόν του και όλα τα έργα του θυσίαν εις τον Θεόν και, μαζί με αυτά, ολόκληρον την δημιουργίαν, εις την οποίαν ετοποθετήθη υπό του Θεού ως άρχων (Γεν. 1,28-30). «Σας παρακαλώ, λοιπόν, αδελφοί, χάριν των οικτιρμών του Θεού, να προσφέρετε τους εαυτούς σας ως θυσίαν ζώσαν και Αγίαν, ευάρεστον εις τον Θεόν αυτή είναι η λογική σας λατρεία», λέγει ο Απόστολος Παύλος (Ρωμαίους 12,1).
Ολόκληρος η ζωή του ανθρώπου γίνεται διαρκής προσφορά προς τον Θεόν, διαρκής θεία Λειτουργία.
Ο άνθρωπος του Θεού παύει να σκέπτεται και να ενεργή εγωιστικώς, με κέντρον ιδικούς του υπολογισμούς και προσωπικόν συμφέρον, όπως έπραξαν οι πρωτόπλαστοι όταν υπέπεσαν εις τον πειρασμόν του διαβόλου. Ως κέντρον τίθεται τώρα πάλιν το θέλημα του Θεού και η δόξα του Κυρίου (Α’ Κορινθίους 6,20).
Η προσωπική ζωή του κάθε Χριστιανού γίνεται διαρκής μαρτυρία της παρουσίας και της δράσεως του Θεού μέσα εις τον άνθρωπον, ώστε καθείς ο οποίος βλέπει τον τρόπον της ζωής του να εξάγη αβιάστως το συμπέρασμα, ότι μέσα του ζη ο ίδιος ο Χριστός, ότι δεν είναι συνηθισμένος άνθρωπος, αλλά πολίτης της βασιλείας του Θεού. Τα έργα του και ολόκληρος η ζωή του γίνονται με τον τρόπον αυτόν διαρκής θεία Λειτουργία και λαμβάνουν το πρώτον τους νόημα το οποίον είχον μέσα εις τον παράδεισον του Θεού (Ματθαίος 5,16. Α’ Κορινθίους 10,31).
Όταν ο άνθρωπος επεξεργάζεται την φύσιν, όταν ανακαλύπτη και υποτάσση τας δυνάμεις της, όταν μεταμορφώνη τα πάντα γύρω του, δεν το κάμνει πλέον δια τον εαυτόν του αλλά δια τους αδελφούς του και, επομένως, τα προσφέρει, μέσω αυτών, εις τον ίδιον τον Χριστόν ευχαριστίαν (Παροιμίες 19,17. Ματθαίος 25,40. Β΄ Κορινθίους 9,12-15).
«Και ό,τι κάμνετε, να το κάμνετε με την ψυχήν σας, ως εργασίαν προς τον Κύριον και όχι προς τους ανθρώπους, γνωρίζοντες ότι από τον Κύριον θα λάβετε ως ανταμοιβήν την κληρονομίαν, διότι ο Χριστός είναι εκείνος τον οποίον υπηρετείτε» (Κολοσσαείς 3,23-24).
Εις την Αγίαν Γραφήν υπάρχουν πολλά χωρία, τα οποία αναφέρουν ότι το έλεος και η έμπρακτος αγάπη προς τους αδελφούς προηγούνται κάθε άλλης λατρευτικής εκδηλώσεως, μάλιστα, χωρίς αυτά, η λατρεία του Θεού αποβαίνει ματαία (Ως. 6,6. Α’ Βασιλ. 15,22. Ματθαίος 9,13. 5,23-24. Μάρκος 11,25. Ιάκωβος 1,27. 2,15 και εξής).
Ο προφήτης Ησαΐας αναφέρεται εις την αληθινήν νηστείαν και υπογραμμίζει την δοξολογικήν σημασίαν της προσφοράς προς τον αδελφόν:
«Κόψε το ψωμί σου εις τον πεινασμένον και βάλε εις το σπίτι σου πτωχούς άστεγους. Να ένδυσης τον γυμνόν τον οποίον θα ίδης και μη καταφρόνησης τους συνανθρώπους σου. Τότε θα χάραξη ως η αυγή το φως σου και θα ανατείλη γρήγορα η θεραπεία σου. Μπροστά σου θα πορευθή η δικαιοσύνη σου και η δόξα του Θεού θα σε περιβάλλη. Τότε θα φωνάξης και ο Θεός θα σε ακούση και ενώ θα προσεύχεσαι θα σου είπη: Ιδού, πάρειμι, είμαι παρών, ευρίσκομαι κοντά σου!» (Ησαΐας 58,7-9).
Με τον τρόπον αυτόν ο άνθρωπος προσφέρει τα αγαθά του, τους καρπούς του μόχθου του, ευχαριστίαν εις τον Θεόν, όπως τον άρτον και τον οίνον εις την θείαν ευχαριστίαν:
«Τα Σα εκ των Σων Σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα!»
Ο άρτος και ο οίνος είναι δώρα του Θεού και ταυτοχρόνως καρπός του μόχθου του ανθρώπου. Αυτόν, λοιπόν, τον μόχθον του τον προσφέρει ο άνθρωπος ως θυσίαν εις τον Θεόν μέσω των αδελφών (Παροιμίες 19,17. Ματθαίος 25,40).
«Ιδικά Σου είναι τα πάντα και από τα ιδικά Σου προσφέρομεν εις Σε τα δώρα μας», λέγει ο προφήτης Δαυίδ. «Ημείς είμεθα πάροικοι ενώπιον Σου και παρεπίδημοι, όπως ήσαν και όλοι οι πατέρες μας. Ως σκιά είναι αι ημέραι μας εις την γην και δεν υπάρχει μονιμότης επάνω εις αυτήν. Κύριε ο Θεός ημών, όλαι αι πλούσιαι προσφοραί, τας οποίας εγώ ητοίμασα δια να οικοδομηθή ο ναός προς τιμήν του Αγίου Σου ονόματος, προέρχονται από τα χέρια Σου και εις Σε ανήκουν όλα… » (Α’ Παραλειπομένων 29,14-16).
Η θέσις αυτή του ανθρώπου μέσα εις την δημιουργίαν, μας φανερώνει, ότι ο αναγεννημένος άνθρωπος δεν ημπορεί ποτέ να είναι κατά της προόδου και της επιστήμης. Εκείνο το οποίον καλείται να αποφύγη, με κάθε τρόπον, είναι ο πειρασμός του διαβόλου εις την ιδικήν μας εποχήν: την εγωιστικήν χρήσιν της δημιουργίας και των δυνάμεων της δημιουργίας του Θεού.
Ο άνθρωπος δεν καλείται να επιστρέψη εις τρόπον ζωής ο οποίος χαρακτηρίζει μιαν αγροτικήν κοινωνίαν οφείλει να διάθεση όλας του τας δυνάμεις δια να συντέλεση εις την πρόοδον της επιστήμης και της τεχνικής. Ταυτοχρόνως, όμως, καλείται να διαπότιση όλα τα έργα του με το Πνεύμα του Θεού και να τα καταστήση πηγήν δοξολογίας του ονόματος του Θεού (Α’ Κορινθίους 6,20).
«Πρόσεχε εις τον εαυτόν σου, μήπως λησμονήσης Κύριον τον Θεόν σου και δεν φύλαξης τας εντολάς αυτού και τους νόμους Του, όσα εγώ σου παραγγέλλω σήμερον. Μήπως χορτασθής, οικοδόμησης ωραίας οικίας και κατοίκησης εις αυτάς, πολλαπλασιασθούν τα βόδια σου και τα πρόβατα σου, πληθυνθή το αργύριον, το χρυσίον σου και όλα τα υπάρχοντα σου και τότε υπερηφανευθή η καρδία σου και λησμονήσης Κύριον τον Θεόν σου, ο οποίος σε εξήγαγε εκ γης Αιγύπτου, εκ χώρας δουλείας και σε ωδήγησε δια μέσου της μεγάλης εκείνης και φοβέρας ερήμου… Εκείνον ο οποίος σε εχόρτασε με το μάννα, το οποίον ούτε συ ούτε οι πρόγονοι σου εγνώρισαν, δια να σε θλίψη, να σε δοκιμάση και να σε ευλόγηση κατόπιν κατά τους τελευταίους αυτούς καιρούς. Πρόσεξε μήπως είπης κατά διάνοιαν:
Η ισχύς μου και η δύναμις της χειρός μου μου προσέφερε αυτήν την μεγάλην ευημερίαν (δύναμιν).
Πρέπει να ενθυμήσαι Κύριον τον Θεόν σου, διότι αυτός σου έδωσε την ισχύν να αποκτήσης δύναμιν δια να τηρήση την υπόσχεσίν Του, την οποίαν ο Κύριος έδωσε με όρκον εις τους προπάτοράς σου έως σήμερον» (Δευτερ. 8,11-18. Παράβαλλε Και 11,16).
Εφόδιον Ορθοδοξίας
Βασική Δογματική Διδασκαλία
Τού Πρωτοπρ. Αντωνίου Γ. Αλεβιζόπουλου Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Πορίσματα - Ψήφισμα Θεολογικής ημερίδας «ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ»Μεγάλη προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες.



Πορίσματα - Ψήφισμα Θεολογικής ημερίδας «ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ»Μεγάλη  προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες.
ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ – ΨΗΦΙΣΜΑ

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ- ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΗΜΕΡΙΔΟΣ ΜΕ ΘΕΜΑ:«ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ»Μεγάλη  προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες.

 Με τη Χάρη και την ευλογία του Αγίου Τριαδικού Θεού, σήμερα Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016, πραγματοποιήθηκε στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, αίθουσα «Μελίνα Μερκούρη», στο Νέο Φάληρο Πειραιώς, Θεολογική - Επιστημονική Ημερίδα, με θέμα: «ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ: Μεγάλη προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες».       
Την διοργάνωση, την οποία πραγματοποίησαν οι Ιερές Μητροπόλεις Γλυφάδας, Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως, Κυθήρων και Πειραιώς, καθώς και η Σύναξις Κληρικών και Μοναχών, ετίμησαν με την παρουσία τους σεβασμιώτατοι Αρχιερείς, Καθηγούμενοι και Γερόντισσες Ιερών Μονών, αγιορείτες Πατέρες, κληρικοί, πρόεδροι χριστιανικών Σωματείων και Οργανώσεων, Καθηγητές Θεολογικών Σχολών και Θεολόγοι και γύρω στους χίλιους πιστούς. Την Ημερίδα διοργάνωσε πενταμελής Επιστημονική  Επιτροπή: α) ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ, β) ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός, Ομ. Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, γ) ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης, Ομ. Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. δ) ο Αρχιμανδρίτης π. Αθανάσιος Αναστασίου, Προηγούμενος της Ι. Μονής του Μεγάλου Μετεώρου, και ε) ο κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, Καθηγητής της Δογματικής της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. Στην Ημερίδα παρέστη και απηύθυνε χαιρετισμό ο Επίσκοπος Μπαντσέν κ. Λογγίνος της Ουκρανικής Εκκλησίας και ο προϊστάμενος της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας αγίου Όρους π. Σάββας. Επίσης ο Μητροπολίτης Λόσετς της Βουλγαρικής Εκκλησίας κ. Γαβριήλ εκπροσωπήθηκε από τον π. Ματθαίο Βουλκανέσκου, κληρικό της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, ο οποίος και ανέγνωσε τον χαιρετισμό του.     
Το γενικό θέμα της Ημερίδος αναπτύχθηκε σε τέσσερις Συνεδρίες από τους εισηγητές: τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Πειραιώς κ. Σεραφείμ, Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεον, Γλυφάδας κ. Παύλον, Κυθήρων κ. Σεραφείμ, και Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμίαν, τους πανεπιστημιακούς καθηγητές, τον πρωτ. π. Γεώργιο Μεταλληνόν, τον πρωτ. π. Θεόδωρο Ζήση, τον κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη, τον πανοσ. αρχιμ. π. Σαράντη Σαράντο, Διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τον πανοσ. αρχιμ. π. Αθανάσιο Αναστασίου, τον πρωτ. π. Πέτρο Heers, διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., τον πρωτ. π.  Αναστάσιο Γκοτσόπουλο, Θεολόγο, (Μr. Θεολογίας), εφημέριο Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Πατρών, τον πανοσ. αρχιμ. π. Παύλο Δημητρακόπουλο, Θεολόγο, (Μr. Θεολογίας), Διευθυντή του Γραφείου Αιρέσεων της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς, τον κ. Σταύρο Μποζοβίτη, Θεολόγο –Συγγραφέα, μέλος της Αδελφότητος Θεολόγων ο «Σωτήρ» και τον πρωτ. π. Άγγελο Αγγελακόπουλο, Θεολόγο, κληρικό της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς.
Από τις εισηγήσεις και τον επακολουθήσαντα διάλογο προέκυψε και εγκρίθηκε ομοφώνως το παρά κάτω Ψήφισμα- Πόρισμα: 

1) Η Θεολογία της Εκκλησίας μας είναι καρπός της Θείας Αποκαλύψεως, εμπειρία της Πεντηκοστής. Δεν νοείται Εκκλησία χωρίς Θεολογία και δεν νοείται Θεολογία έξω από την Εκκλησία, την οποία εξέφρασαν οι Προφήτες, οι Απόστολοι, οι Πατέρες και οι άγιες Σύνοδοι. Όταν μια Σύνοδος δεν θεολογεί ορθοδόξως, δεν μπορεί να είναι γνήσια Ορθόδοξη Σύνοδος, αποδεκτή από το Ορθόδοξο πλήρωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί, όταν οι συμμετέχοντες στη Σύνοδο δεν έχουν την πείρα των θεουμένων Πατέρων, η τουλάχιστον δεν ακολουθούν αυτούς, χωρίς να τους παρερμηνεύουν. Στην περίπτωση αυτή τα συνοδικά μέλη διατυπώνουν κακόδοξες διδασκαλίες, η επηρεάζονται από πολιτικές, η άλλες σκοπιμότητες. Η σύγχρονη εκκλησιαστική πραγματικότητα απέδειξε, ότι σήμερα πολλά υψηλά ιστάμενα πρόσωπα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας επηρεάζονται, ως μη όφειλε, από πολιτικούς παράγοντες. Σε πολλές επίσης περιπτώσεις δημιουργούνται στις ενδοεκκλησιαστικές σχέσεις αντιπαλότητες, η κυριαρχούν εθνικιστικές και πολιτικές σκοπιμότητες.
2) Μετά από μια μακρά ιστορία προετοιμασίας της συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ενενήντα τριών ετών, διαπιστώνουμε από την θεματολογία, τα προσυνοδικά κείμενα και τις δηλώσεις των διοργανωτών, ότι υπάρχει μεγάλο έλλειμμα Συνοδικότητος, έλλειμμα θεολογικής πληρότητος, σαφήνειας και ακρίβειας των προς συζήτησιν κειμένων και ακόμη μεγαλύτερο έλλειμμα ως προς την θεολογική ορθότητα, με την οποία αυτά είναι διατυπωμένα. Πιο συγκεκριμένα: 
3) Η μη συμμετοχή όλων των επισκόπων στην μέλλουσα να συγκληθεί Σύνοδο, αλλά  μόνον εικοσιτεσσέρων από κάθε Τοπική Αυτοκέφαλη Εκκλησία, είναι ξένη προς την Κανονική και Συνοδική μας Παράδοση. Τα υπάρχοντα  ιστορικά στοιχεία μαρτυρούν όχι αντιπροσώπευση, αλλά την μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή επισκόπων από όλες τις επαρχίες της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας. Επίσης ο μη χαρακτηρισμός της ως Οικουμενικής, με τον απαράδεκτο ισχυρισμό, ότι δεν μπορούν να συμμετάσχουν σ’ αυτήν οι «χριστιανοί της Δύσεως», έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους αγίους Πατέρες, οι οποίοι συγκροτούσαν τις Άγιες Συνόδους ερήμην των αιρετικών. Κατ’ ακολουθίαν είναι απαράδεκτο οι διοργανωτές της να έχουν την αξίωση το κύρος της να είναι ισοδύναμο και ισάξιο με τις Οικουμενικές Συνόδους. Αλλά ούτε και Πανορθόδοξος, μπορεί να αποκληθεί η εν λόγω Σύνοδος, διότι προφανώς αποκλείεται η συμμετοχή όλων των Ορθοδόξων Επισκόπων. 
Εξ’ ίσου αμάρτυρο στην Εκκλησιαστική και Κανονική μας Παράδοση, και γι’ αυτό απαράδεκτο, είναι το σχήμα: μία ψήφος-μία Εκκλησία, με απαραίτητη την ομοφωνία όλων των Τοπικών Εκκλησιών. Ο κάθε επίσκοπος δικαιούται να έχει ιδική του ψήφο, και στις αποφάσεις των μη δογματικών θεμάτων, να ισχύσει η αρχή: «η ψήφος των πλειόνων κρατείτω». Απαράδεκτο θεωρούμε επίσης να προαποφασίζονται τα θέματα και ο τρόπος οργανώσεως της Συνόδου χωρίς το κυρίαρχο σώμα των κατά τόπους Ιεραρχιών των Τοπικών Εκκλησιών να έχει εκφράσει συνοδικώς την επί  των θεμάτων αυτών τοποθέτησή των.
4) Οι μέχρι τώρα γενόμενοι Διαχριστιανικοί Διάλογοι της Ορθοδοξίας με την Ετεροδοξία κατέληξαν σε τραγική αποτυχία, την οποία ομολογούν σήμερα και αυτοί οι ίδιοι οι πρωτεργάτες των. Η δήθεν προσφερόμενη βοήθεια μέσω των Διαλόγων  για την επιστροφή των Ετεροδόξων στην εν Χριστώ αλήθεια και την Ορθοδοξία διαψεύδεται και αποδεικνύεται ανύπαρκτη. Τελικά οι Διάλογοι εξυπηρέτησαν και προώθησαν τους στόχους της Νέας Εποχής και της Παγκοσμιοποιήσεως. Ένα σημαντικό κενό που παρουσιάζουν τα προς συζήτησιν εν τη μελλούση Συνόδω προσυνοδικά κείμενα, είναι το γεγονός, ότι παραδόξως απουσιάζει σ’ αυτά η κριτική αξιολόγηση της μέχρι σήμερα πορείας τόσο των διμερών Θεολογικών Διαλόγων μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των λοιπών χριστιανικών κοινοτήτων, όσο και της συμμετοχής της στην Οικουμενική Κίνηση και το Π.Σ.Ε., η οποία υπήρχε στα κείμενα της Γ΄ Προσυνοδικής.
5) Το προσυνοδικό κείμενο με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» παρουσιάζει κατά συρροή την θεολογική ασυνέπεια, η και αντίφαση. Έτσι, το άρθρο 1 διακηρύσσει την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξου Εκκλησίας, θεωρώντας αυτήν –πολύ σωστά– ως την «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». Όμως, στο άρθρο 6 παρουσιάζει μία αντιφατική προς το παραπάνω άρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικά, ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής». Εδώ γεννάται το εύλογο θεολογικό ερώτημα: Αν η Εκκλησία είναι «ΜΙΑ», κατά το Σύμβολο της Πίστεως και την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Άρθρ. 1), τότε, πως γίνεται λόγος για άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες; Είναι προφανές, ότι αυτές οι άλλες Εκκλησίες είναι ετερόδοξες. Οι ετερόδοξες όμως «Εκκλησίες» δεν μπορούν να κατονομάζονται καθόλου ως «Εκκλησίες» από τους Ορθοδόξους, επειδή δογματικώς θεωρούμενα τα πράγματα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πολλότητα «Εκκλησιών», με διαφορετικά δόγματα και μάλιστα σε πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ενόσω οι «Εκκλησίες» αυτές παραμένουν αμετακίνητες στις κακοδοξίες της πίστεώς τους, δεν είναι θεολογικά ορθό να τους αναγνωρίζουμε –και μάλιστα θεσμικά– εκκλησιαστικότητα, εκτός της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας».       
Στο ίδιο άρθρο (6) υπάρχει και δεύτερη σοβαρή θεολογική αντίφαση. Στην αρχή του άρθρου αυτού σημειώνεται το εξής: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή». Στο τέλος, όμως, του ίδιου άρθρου γράφεται, ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία με την συμμετοχή της στην Οικουμενική Κίνηση έχει ως «αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα». Εδώ τίθεται το ερώτημα: Εφόσον η ενότητα της Εκκλησίας είναι δεδομένη, τότε τι είδους ενότητα Εκκλησιών αναζητείται στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κινήσεως; Μήπως υπονοείται η επιστροφή των δυτικών χριστιανών στη ΜΙΑ και μόνη Εκκλησία; Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται από το γράμμα και το πνεύμα σύνολου του Κειμένου. Αντίθετα, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση, ότι υπάρχει δεδομένη διαίρεση στην Εκκλησία και οι προοπτικές των διαλεγομένων αποβλέπουν στην διασπασθείσα ενότητα της Εκκλησίας.
6) Το ως άνω κείμενο κινείται στα πλαίσια της νέας οικουμενιστικής Εκκλησιολογίας, η οποία έχει εκφραστεί ήδη κατά την Β΄ Βατικανή Σύνοδο. Αυτή η νέα Εκκλησιολογία έχει ως βάση την αναγνώριση του βαπτίσματος όλων των χριστιανικών ομολογιών, (βαπτισματική θεολογία). Οι συντάκτες του κειμένου, προκειμένου να προσδώσουν κανονική εγκυρότητα και συνοδική νομιμότητα στην κακόδοξη αυτή Εκκλησιολογία, επικαλούνται τον 7ο Κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου και τον 95ο της ΣΤ΄ Οικουμενικής. Ωστόσο οι εν λόγω Ιεροί Κανόνες ρυθμίζουν μόνο τον τρόπο εισδοχής στην Εκκλησία των μετανοημένων αιρετικών, και δεν αναφέρονται καθόλου στο «εκκλησιαστικό status» των αιρέσεων, ούτε στη διαδικασία διαλόγου της Εκκλησίας με την αίρεση. Ούτε, ασφαλώς,  υπονοούν το «υποστατόν» των μυστηρίων των ετεροδόξων, ούτε ότι οι  αιρέσεις παρέχουν σώζουσα Θεία Χάρη. Ουδέποτε η Εκκλησία αναγνώρισε και διεκήρυξε εκκλησιαστικότητα στην πλάνη και στην αίρεση. Η «μερίς των σωζομένων» για την οποία ομιλούν οι εν λόγω Ιεροί Κανόνες  βρίσκεται  μόνο στην Ορθοδοξία και όχι στην αίρεση.  Η οικονομία, που εισηγούνται οι παραπάνω Κανόνες, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στους Δυτικούς (Ρωμαιοκαθολικούς και Προτεστάντες), γιατί στερούνται τις θεολογικές προϋποθέσεις και τα κριτήρια που θέτουν οι συγκεκριμένοι Κανόνες. Και, επειδή δεν μπορεί να γίνει οικονομία στην δογματική αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας μας, οι Δυτικοί καλούνται να αρνηθούν τις αιρέσεις τους, να τις αναθεματίσουν, να εγκαταλείψουν τις Θρησκευτικές Κοινότητές τους, να κατηχηθούν και να ζητήσουν εν μετανοία την δια του Βαπτίσματος ένταξή τους στην Εκκλησία.  
7) Το ίδιο, ως άνω, κείμενο πουθενά δεν αναφέρεται σε κακοδοξίες, η πλάνες, τις οποίες να προσδιορίζει συγκεκριμένα, ωσάν το πνεύμα της πλάνης να μην δραστηριοποιείται πλέον σήμερα. Το κείμενο δεν επισημαίνει καμία αίρεση, και καμία διαστροφή της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και ζωής στον εκτός της Ορθοδοξίας ευρισκόμενο χριστιανικό κόσμο. Αντίθετα οι κακόδοξες και αιρετικές παρεκκλίσεις από τη διδασκαλία των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων χαρακτηρίζονται «παραδεδομένες θεολογικές διαφορές, η τυχόν νέες διαφοροποιήσεις» (§ 11), τις οποίες καλούνται η Ορθόδοξη Εκκλησία και η ετεροδοξία να «υπερβούν» (§ 11). Το ζητούμενο για τους συντάκτες είναι η ενότητα των «Εκκλησιών» και όχι η ενότητα στην Εκκλησία του Χριστού. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει πουθενά πρόσκληση σε μετάνοια και σε άρνηση και καταδίκη των πλανών και ετεροδιδασκαλιών που παρεισέφρησαν στη ζωή των αιρετικών αυτών Κοινοτήτων. 
8) Το ως άνω κείμενο κάνει εκτεταμένη αναφορά στο Π.Σ.Ε. (§§ 16-21) και αποτιμά θετικά την συμβολή του στην Οικουμενική Κίνηση, επισημαίνοντας την πλήρη και ισότιμη συμμετοχή των Ορθοδόξων Εκκλησιών σ’ αυτήν και την συμβολή τους «εις την μαρτυρίαν της αληθείας και την προαγωγήν της ενότητος των Χριστιανών» (§ 17). Ωστόσο η εικόνα που μας δίδει το κείμενο σχετικά με το Π.Σ.Ε. είναι ψευδής και επίπλαστη. Κατ’ αρχήν αυτή καθ’ εαυτήν η ένταξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας σ’ έναν οργανισμό που εμφανίζεται ως υπερεκκλησία και η συνύπαρξη και συνεργασία της με την αίρεση συνιστά παραβίαση της κανονικής τάξεώς της και αθέτηση της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας της. Η θεολογική ταυτότης του Π.Σ.Ε. είναι σαφώς προτεσταντική. Η μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν έγινε μέχρι σήμερα δεκτή στο σύνολό της από τις προτεσταντικές ομολογίες του Π.Σ.Ε, όπως φαίνεται από την 70ετη ιστορία του. Όλα δείχνουν, ότι το επιδιωκόμενο στο Π.Σ.Ε. είναι η ομογενοποίηση των ομολογιών -μελών του μέσω ενός μακροχρονίου συμφυρμού. Το κείμενο αποκρύπτει την πραγματική εικόνα των μέχρι σήμερα γενομένων Διαλόγων με τις προτεσταντικές ομολογίες-μέλη του Π.Σ.Ε. και το αδιέξοδο στο οποίο αυτοί έχουν φθάσει σήμερα. Πέραν τούτου δεν καταδικάζονται, τα απαράδεκτα από Ορθοδόξου απόψεως κοινά κείμενα των Γενικών Συνελεύσεων του Π.Σ.Ε, (Πόρτο Αλέγκρε, Πουσάν κλπ.) και επί πλέον αποσιωπώνται πλείστα όσα εκφυλιστικά φαινόμενα, τα οποία συναντούμε σ’ αυτό, όπως «Λειτουργία της Λίμα», intercommunion, διαθρησκειακές συμπροσευχές, χειροτονία γυναικών, περιεκτική γλώσσα, αποδοχή του σοδομισμού από πολλές ομολογίες κλπ.
9) Η αλλαγή του Ημερολογίου το 1924 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος ήταν μονομερής και πραξικοπηματική ενέργεια, γιατί δεν έγινε με πανορθόδοξη απόφαση. Διέσπασε την λειτουργική ενότητα μεταξύ των Ορθοδόξων Τοπικών Εκκλησιών και προκάλεσε σχίσματα και διαιρέσεις μεταξύ των πιστών. Στην αλλαγή συνήργησαν και ώθησαν ετερόδοξες ομολογίες και μυστικές εταιρείες, μέσω του πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη. Ήταν προσμονή όλων και δέσμευση των εκκλησιαστικών ηγετών η μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδος να συζητήσει και να επιλύσει το θέμα. Δυστυχώς κατά την μακρά προσυνοδική διαδικασία Παπικοί και Προτεστάντες έθεσαν στους Ορθοδόξους νέο θέμα, τον «κοινό εορτασμό του Πάσχα», με συνέπεια να στραφεί προς τα εκεί το ενδιαφέρον και να ατονήσει η συζήτηση για την θεραπεία του τραύματος της λειτουργικής ενότητος στον εορτασμό των ακινήτων εορτών, που προκλήθηκε χωρίς λόγο και ποιμαντική ανάγκη. Στην τελική φάση της Συνόδου και χωρίς συνοδικές αποφάσεις των τοπικών Εκκλησιών το θέμα του Ημερολογίου αποσύρθηκε από τον κατάλογο των θεμάτων, ενώ ήταν το κατ’ εξοχήν επείγον και φλέγον θέμα.
10) Η ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων, μας βεβαιώνει ότι αυτές συνεκαλούντο κάθε φορά που κάποια αίρεση απειλούσε την αγιοπνευματική εμπειρία της εκκλησιαστικής αλήθειας και την έκφρασή της από το εκκλησιαστικό σώμα. Αντίθετα, η μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδος συγκαλείται όχι για να οριοθετήσει την πίστη έναντι της αιρέσεως, αλλά για να παράσχει θεσμική αναγνώριση και νομιμοποίηση της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Γι’ αυτό και δεν στηρίζεται στην εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος, αλλά αντίθετα την υποβαθμίζει και την υποτιμά, την περιθωριοποιεί και την παραβλέπει. Η συνολική διαδικασία, η προπαρασκευή και η θεματολογία της Συνόδου είναι αποτέλεσμα επιβολής μιας εκκλησιαστικής ολιγαρχίας, που εκφράζει μια ακαδημαϊκή, αποστεωμένη, άνευρη και αποπνευμάτιστη θεολογία, αποκεκομμένη από το εκκλησιαστικό σώμα. Έσχατος κριτής, της ορθότητας και της εγκυρότητας των αποφάσεων των Συνόδων είναι το πλήρωμα της Εκκλησίας μας, οι κληρικοί, οι  μοναχοί και ο πιστός λαός του Θεού, ο οποίος, με την γρηγορούσα εκκλησιαστική και δογματική του συνείδηση επικυρώνει, η  απορρίπτει τις αποφάσεις των. Όμως στην μέλλουσα Σύνοδο απουσιάζει παντελώς αυτή η σημαντική παράμετρος, καθ’ ότι, εκφράστηκε επισήμως, ότι φορέας της εγκυρότητας των αποφάσεών της θα είναι η Συνοδικότητα και όχι το Ορθόδοξο Πλήρωμα.
11) Μια άλλη βασική προϋπόθεση γνησιότητας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου είναι η αναγνώριση υπ’ αυτής ως Οικουμενικών των θεωρούμενων ως τοιούτων στη συνείδηση του Ορθοδόξου πληρώματος  της Η΄ (879-880) επί ιερού Φωτίου και της Θ΄ (1351), επί αγίου Γρηγορίου Παλαμά, συγκληθεισών, οι οποίες είχαν όλα τα στοιχεία των Οικουμενικών Συνόδων και είχαν καταδικάσει τις αιρετικές κακοδοξίες του Παπισμού. Αλλά τέτοιο ενδεχόμενο δεν προκύπτει από την θεματολογία και τα προσυνοδικά κείμενα. 
12) Η ορθόδοξη νηστεία είναι τόσο εδραιωμένη στη συνείδηση των ορθοδόξων ποιμένων και του ορθοδόξου λαού, ώστε δεν χρειάζεται καμία σύντμηση, η προσαρμογή. Οι ποιμένες της Εκκλησίας είναι εκείνοι, οι οποίοι έχουν ανάγκη να αποκτήσουν περισσότερο ορθόδοξη παιδεία και ασκητικό φρόνημα, για να μπορέσουν με το παράδειγμά τους και τον ασύλληπτο πλούτο της αγιοπατερικής γραμματείας να διδάξουν διακριτικά το ποίμνιό τους. Η ορθόδοξη Εκκλησία μας εφαρμόζει χριστοφιλανθρωπότατα σε όλα τα μήκη και πλάτη της οικουμένης την οικονομία σε όλο το μεγαλείο της.  Είναι τόσα πολλά τα κείμενα περί νηστείας όλων των αγίων Πατέρων, που αναλύουν τις παθοκτόνες και σωτήριες παραμέτρους της, ώστε δεν αξίζει ο ευτελισμός που υφίσταται από την μινιμαλιστική νοοτροπία των μεταπατερικών ανανεωτών, οι οποίοι κόπτονται για τον σύγχρονο κόσμο. Αν η μέλλουσα Σύνοδος επιβάλει νέες μεταρρυθμίσεις ημερών της νηστείας και τροφών, θα μιμηθεί τον ολοκληρωτισμό, που χαρακτηρίζει το Κανονικό Δίκαιοτου Παπισμού, το οποίο καθορίζει θεσμικά και ασφυκτικά ακόμα και την οικονομία.  
13) Κατά την διάρκεια του 20 αιώνος ο Οικουμενισμός εκφυλλίζεται και μεταλλάσσεται σε πανθρησκειακό όραμα. Οι ατέλειωτες διαθρησκειακές συναντήσεις και συμπροσευχές Ορθοδόξων με ηγέτες θρησκειών του κόσμου (π.χ. Ασίζη), μαρτυρούν ότι απώτερος στόχος του Οικουμενισμού είναι η συνένωση των θρησκειών σε ένα τερατώδες σχήμα, την εφιαλτική Πανθρησκεία, η οποία επιδιώκει να εκμηδενίσει τη σώζουσα αλήθεια της Ορθοδοξίας. Η διαθρησκειακή συνεργασία με τις άλλες θρησκείες είναι αδύνατον να δικαιωθεί, ούτε να θεμελιωθεί στην αγία Γραφή και στην Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία. Ο θεόπνευστος λόγος του αποστόλου είναι ξεκάθαρος: «Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απίστοις. Τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; Τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β΄Κορ.6,14).Επίσης το ιδανικό της ειρηνικής συνυπάρξεως, το οποίο κατά κόρον προβλήθηκε στους Διαθρησκειακούς Διαλόγους, καθίσταται αδύνατο, διότι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον λόγον του Κυρίου, «ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν», (Ιω.15,20), και με τον λόγον του αποστόλου «πάντες δε οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται», (Β΄Τιμ.3,14). Οι μετέχοντες στους μέχρι τώρα γενομένους Διαλόγους, δεν μπόρεσαν δυστυχώς να μεταφέρουν ανόθευτη την Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία, αλλά ούτε και να προσελκύσουν έστω και ένα αλλόθρησκο στην Ορθοδοξία. Αντίθετα μάλιστα έφθασαν στο αξιοθρήνητο κατάντημα να παρασυρθούν σε πλάνες και αιρέσεις και να διατυπώνουν βλάσφημες δηλώσεις, σκανδαλίζοντες τον πιστό λαό του Θεού, παρασύροντες στην πλάνη τους ασθενείς στην πίστη και προκαλούντες έτσι μεγίστη πνευματική φθορά και διάβρωση του Ορθοδόξου φρονήματος. Παρά την πληθώρα των μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων, ο ισλαμικός φανατισμός, όχι μόνον δεν καταστέλλεται, αλλά γιγαντώνεται όλο και περισσότερο, 
14) Οι αγώνες των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, μαζί με τους αγώνες των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, θα πρέπει να μας εμπνέουν και να μας οδηγούν για την διαφύλαξη της πολύτιμης παρακαταθήκης μας. Απόπειρα νοθεύσεως της μωσαϊκής θρησκείας, παρατηρούμε και στην Παλαιά Διαθήκη, όπου, στην αρχή, χαναανϊτικά και αργότερα βαβυλωνιακά και αιγυπτιακά στοιχεία απειλούσαν να νοθεύσουν την πίστη στον Ένα Θεό. Μεγάλοι άνδρες (Προφήτες, βασιλείς, πολιτικοί άρχοντες, κλπ.) αγωνίστηκαν με σθένος για την διαφύλαξη της καθαρής μωσαϊκής θρησκείας. Ιδιαιτέρως αγωνίστηκαν κατά των διαφόρων ψευδοπροφητών, οι οποίοι αναφαίνονταν  κατά καιρούς. 
         
Συνοψίζοντας τα παρά πάνω, συμπεραίνουμε ότι η μέλλουσα να συγκληθεί Αγία και Μεγάλη Σύνοδος δεν θα είναι ούτε Μεγάλη, ούτε Αγία, διότι με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα, δεν προκύπτει ότι αυτή θα είναι σύμφωνη με την Συνοδική και Κανονική Παράδοση της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας και ότι θα λειτουργήσει όντως ως γνήσια συνέχεια των αρχαίων μεγάλων Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. Ο τρόπος με τον οποίο είναι διατυπωμένα τα δογματικού χαρακτήρος προσυνοδικά κείμενα δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας, ότι η εν λόγω Σύνοδος αποσκοπεί να προσδώσει εκκλησιαστικότητα στους ετεροδόξους και να διευρύνει τα κανονικά και χαρισματικά όρια της Εκκλησίας. Ωστόσο, καμία Πανορθόδοξη Σύνοδος δεν μπορεί να οριοθετήσει διαφορετικά την μέχρι σήμερα ταυτότητα της Εκκλησίας. Δεν υπάρχουν επίσης ενδείξεις, ότι η εν λόγω Σύνοδος θα προχωρήσει σε καταδίκη των συγχρόνων αιρέσεων και πρωτίστως της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Αντίθετα μάλιστα όλα δείχνουν ότι η μέλλουσα να συγκληθεί Αγία και Μεγάλη Σύνοδος επιχειρεί να την νομιμοποιήσει και να την εδραιώσει. Ωστόσο, οι όποιες αποφάσεις της με οικουμενιστικό πνεύμα είμαστε απολύτως βέβαιοι, ότι δεν θα γίνουν δεκτές από τον κλήρο και τον πιστό λαό του Θεού, ενώ η ίδια θα καταγραφεί στην εκκλησιαστική ιστορία ως ψευδοσύνοδος.

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Ιερά Μητρόπολις Πειραιώς: Η βουλή των "Σοδόμων και Γομόρας" και ο νόμος της ντροπής



 



Ιερά Μητρόπολις Πειραιώς: Η βουλή των
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 18η Ιανουαρίου 2016 
Η ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ «ΣΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΓΟΜΟΡΑΣ» ΚΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ
Η πρόσφατη, (22.12.2015), ψήφιση του επαίσχυντου, υβριστικού και βλάσφημου νόμου περί του «Συμφώνου Συμβιώσεως ομοφύλων ζευγαριών» γέμισε για άλλη μια φορά με πικρία, λύπη, αλλά και κατά Θεόν οργή και αγανάκτηση τον πιστό λαό του Θεού. Ένα αντίθεο και αντίχριστο νομοθέτημα, που στρέφεται με πολλή ιταμότητα και θρασύτητα εναντίον του αιώνιου και ακατάλυτου νόμου του Θεού και του ευαγγελίου, έρχεται να γίνει με τον πιο επίσημο τρόπο νόμος του Κράτους με την μεγάλη πλειοψηφία του Ελληνικού Κοινοβουλίου, για πρώτη φορά στην ιστορία της Ορθόδοξης πατρίδας μας. Η εκτροπή, ο κιναιδισμός, που ακόμη και από τους αρχαίους έλληνες προγόνους μας εθεωρείτο ως ένα πάθος βδελυρό και σιχαμερό, αναγνωρίζεται από τους πολιτικούς μας εθνοπατέρες ως μια φυσιολογική «διαφορετικότητα». Η σεξουαλική αυτή επιλογή, που ανατρέπει εκ θεμελίων την οντολογία της ανθρωπίνης φύσεως, γίνεται πλέον έννομο αγαθό, που προστατεύεται από την Ελληνική Πολιτεία. Και αυτά ακόμη τα επικρατήσαντα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης, τα οποία θεωρούν την ομοφυλοφιλία ως  ψυχιατρική διαταραχή, ως κοινωνιοπαθητική διαταραχή προσωπικότητας, διαγράφονται με μια μονοκονδυλιά και ρίπτονται στον κάλαθο των αχρήστων από τους έλληνες πολιτικούς μας με πρωτοβουλία την ελληνικής κυβέρνησης!
Πραγματικά δεν βρίσκουμε λόγια να περιγράψουμε το μέγεθος του ατοπήματος, την βαρύτητα του ανοσιουργήματος, το βάθος των κακών στο οποίο φθάσαμε, ως κυβέρνηση, ως ελληνικό κοινοβούλιο, ως διοικούσα Εκκλησία, ως κοινωνία. Θα έπρεπε όλοι μας να θρηνήσουμε όπως κάποτε ο προφήτης Ιερεμίας θρηνούσε για την αποστασία των συμπατριωτών του Εβραίων, γι’ αυτό το πρωτοφανές γεγονός στην ιστορία της Πατρίδα μας, ένα γεγονός που δεν έχει προηγούμενο. Είναι όντως αξιοδάκρυτο το κατάντημά μας, για το οποίο όμως φταίμε όλοι μας, άρχοντες, κλήρος και λαός. Πικραίνεται κανείς όταν αναλογίζεται ότι η πατρίδα αυτή, που δέχθηκε και εγκολπώθηκε το μήνυμα του ευαγγελίου περισσότερο από κάθε άλλο λαό της γης, που δάνεισε την γλώσσα της για να γραφούν στη γλώσσα αυτή για πρώτη φορά τα θεόπνευστα κείμενα της Καινής Διαθήκης, που κάποτε έστησε παρθενώνες, που δίδαξε στους λαούς την φιλοσοφία και την δημοκρατία, που γέννησε Θερμοπύλες και Μαραθώνες, ήρωες και μάρτυρες της πίστεως και της πατρίδος, που έγραψε αθάνατες σελίδες δόξης, τώρα πλέον έφθασε στο έσχατο κατάντημα να μεταβάλλεται σε Σόδομα και Γόμορρα! Ω της διαστροφής! Είναι θαύμα πως δεν έπεσε ακόμη φωτιά να μας κάψει, όπως κάποτε στα Σόδομα και τα Γόμορρα. Πόσο θα μας ανέχεται όμως ακόμη η μακροθυμία του Θεού;
Στην άθλια κατάσταση που φθάσαμε, ταιριάζουν απόλυτα οι λόγοι του αείμνηστου Στρατηγού Μακρυγιάννη στα «Απομνημονεύματά» του: «Πατρίδα, πατρίδα ήσουνε άτυχη από ανθρώπους να σε κυβερνήσουν! Μόνος ο Θεός, μόνος ο αληθινός αυτός και δίκαιος κυβερνήτης σε κυβερνεί και σε διατηρεί ακόμα!». Καθώς πάλι έβλεπε με πόνο ψυχής τους έλληνες της εποχής του, άρχοντες και λαό, να ναυαγούν περί την πίστιν, να πνίγονται στα θολερά νερά των παθών των και της φιληδονίας των, να έχουν απογυμνωθεί από τον φωτεινό χιτώνα της Ορθοδοξίας, να βαδίζουν χωρίς πυξίδα και χωρίς Θεό, έλεγε: «Αν ηξέραμεν ότι θα είχαμεν τέτοιαν λευτερίαν, θα περικαλούσαμεν τον Θεόν να μας αφήση κάτω από τους Τούρκους άλλα τόσα χρόνια να μάθουμε τι θα πη θρησκεία, ηθική, δικαιοσύνη και τιμιότη…».
Και άλλοτε μας δόθηκε η ευκαιρία να γράψουμε για το σιχαμερό αυτό πάθος, καθώς με πόνο ψυχής παρακολουθούσαμε τις διοργανώσεις Gay Pride, τα φεστιβάλ και τις παρελάσεις ομοφυλοφίλων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Φωνάζαμε, παρακαλούσαμε τους υπευθύνους να κινητοποιηθούν και να λάβουν τα αναγκαία μέτρα, κρούαμε τον κώδωνα του κινδύνου για να προλάβουμε τα χειρότερα. Πλην ματαίως! Η φωνή μας, όπως και οι φωνές ορισμένων ακόμη αρχιερέων, κληρικών και λαϊκών, που αποτελούν φωτεινές επαινετές εξαιρέσεις, ήταν «φωνή βοώντος εν της ερήμω». Και να τώρα ήρθαν τα χειρότερα! Και ποιος ξέρει τι θα δούμε ακόμη στο μέλλον, διότι το κατρακύλισμα της χώρας μας δεν έχει τελειωμό.  
Έγραφε τότε ο Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ σε επιστολή του προς τον τότε πρωθυπουργό της χώρας κ. Αντώνη Σαμαρά, με αφορμή το υπό ψήφιση αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, (άλλο επαίσχυντο νομικό έκτρωμα αυτό!), τα εξής: «Διαμαρτυρόμεθα διότι αναλάβατε Εσείς μετά του φίλου κ. Ευάγγελου Βενιζέλου και ρόλο ‘Δημιουργού’ αφού με το υπό κρίση Σχέδιο Νόμου καθιερώνεται στην έννομη τάξη της Ορθοδόξου Χριστιανικής Ελλάδος από την δική Σας Κυβέρνηση και έτερος γενετήσιος-σεξουαλικός προσανατολισμός και ετέρα ταυτότητα φύλου εκτός του ανδρός και της γυναικός και ανακηρύσσεται η ψυχοπαθολογική εκτροπή και η αντιαισθητική μίμηση του ετέρου φύλου ως προστατευόμενο έννομο αγαθό από την Ελληνική έννομη τάξη. Βεβαίως γνωρίζετε καλώς ότι αυτό είναι το πρώτο βήμα για την εν συνεχεία προώθηση του Συμφώνου συμβίωσης των λεγομένων ‘ομοφύλων ζευγαριών’». Αλλά και τώρα που επρόκειτο να ψηφισθεί ο εν λόγω νόμος-έκτρωμα «άστραψε και βρόντησε» για μια ακόμη φορά ο ομολογιακός λόγος του. Στην τηλεοπτική εκπομπή «Ανατροπή» του Γιάννη Πρετεντέρη στον τηλεοπτικό σταθμό Mega ομίλησε με παρρησία και θάρρος, χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες. Με το στόμα του ομίλησε η Εκκλησία, η στρατευομένη και η θριαμβεύουσα, ομίλησε η διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας, ομίλησε ο Χριστός! Και όπως πολύ ωραία παρατήρησε ο ομότιμος καθηγητής π. Θεόδωρος Ζήσης: «εκεί ήταν η Εκκλησία, και όχι στο Συνοδικό Μέγαρο ούτε στην Αρχιεπισκοπή». Σάστισαν οι αντίπαλοί του, τους κόπηκε η φωνή, δεν ήξεραν τι να απαντήσουν, μασούσαν τα λόγια τους. Και αυτός ακόμη ο συντονιστής κ. Πρετεντέρης βρέθηκε σε αδιέξοδο. Αλλά και τότε, όπως και τώρα οι πάντες τον εχλεύασαν, όλα τα πληρωμένα κανάλια, όλοι σχεδόν οι δημοσιογράφοι, οι κονδυλοφόροι της ντροπής, έστρεψαν τα πυρά τους εναντίον του. Τον διέσυραν, τον παρουσίασαν ως φονταμενταλιστή, ακραίο και φανατικό. Και τι δεν είπαν, αυτοί οι ταλαίπωροι και αξιολύπητοι. Έριξαν τόνους λάσπη κατά πάνω του, για να παύσει να ακούγεται η φωνή του, η φωνή του ευαγγελίου, η φωνή της αλήθειας!
Αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που παρατηρείται αυτό το φαινόμενο, ούτε και η τελευταία. Καθένας που τολμάει να στηλιτεύσει την πλάνη και το σκότος,  προκαλεί, εξοργίζει, ερεθίζει, (όπως ακριβώς ερεθίζει το βλαμμένο μάτι η ακτίνα του ήλιου), εκείνους που αγαπούν το σκότος, που δεν θέλουν να έρθουν στο φως της αλήθειας, που δεν θέλουν να αλλάξουν ζωή, να μετανοήσουν. Αυτό είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο που πάντοτε θα επαναλαμβάνεται, όπως επιβεβαιώνει άλλωστε και ο λόγος της Γραφής: «αύτη δε εστιν η κρίσις, ότι το φως ελήλυθεν εις τον κόσμον, και ηγάπησαν οι άνθρωποι μάλλον το σκότος η το φως· ην γαρ πονηρά αυτών τα έργα» (Ιω.3,19). Επειδή αδυνατούν να ανατρέψουν τον θεόπνευστο λόγο της Εκκλησίας μας, αδυνατούν να συγκαλύψουν την αλήθεια με το ψεύδος, καταφεύγουν σε ύβρεις, αφρίζουν, κραυγάζουν, ωρύονται. Επιτίθενται, λοιδωρούν, χλευάζουν όσους διαφωνούν με τις ιδεοληψίες τους, όσους τολμούν και επιμένουν να ξεσκεπάζουν και να στηλιτεύουν την αισχρότητα, τις παρά φύσιν ορμές, τις σεξουαλικές διαστροφές, τον σοδομισμό. Έτσι επαληθεύεται ο λόγος της Γραφής που παρομοιάζει τα αξιοθρήνητα αυτά πτώματα της αμαρτίας και του διαβόλου ως «κύματα άγρια θαλάσσης επαφρίζοντα τας εαυτών αισχύνας» (Ιουδ.13), η ως«δένδρα φθινοπωρινά, άκαρπα, δις αποθανόντα, εκριζωθέντα» (Ιουδ.12).
   Δεν έχει, πιστεύουμε κανένα νόημα, να παραθέσουμε και πάλι την διδασκαλία της Εκκλησίας μας σχετικά με το πάθος αυτό, διότι το έχουμε πράξει σε παλαιότερα δημοσιεύματά μας. Υπάρχει εξ’ άλλου μια πληθώρα παρομοίων δημοσιευμάτων, παλαιοτέρων και νεωτέρων, από καταξιωμένους  κληρικούς και λαϊκούς, στα οποία παραπέμπουμε τον αναγνώστη. Ούτε έχει κανένα νόημα να παρουσιάσουμε την ιατρική και την κοινωνιολογική πλευρά του θέματος, διότι και αυτό το έχουμε πράξει σε παλαιότερο δημοσίευμά μας. Υπάρχει εξ’ άλλου μια πληθώρα δημοσιευμάτων, παλαιοτέρων και νεωτέρων, από καταξιωμένους κληρικούς και λαϊκούς, στα οποία παραπέμπουμε τον αναγνώστη.
 Με πολύ πόνο και οδύνη ψυχής θεωρήσαμε χρέος μας να σύρουμε τις παραπάνω γραμμές. Ο πόνος μας δεν έγκειται κυρίως στο γεγονός της μανίας των εκκλησιομάχων κατά της Εκκλησίας μας. Αυτός είναι δεδομένος και πάντοτε θα υπάρχει, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου μας «ει εμέ εδίωξαν, και υμάς διώξουσιν· ει τον λόγον μου ετήρησαν, και τον υμέτερον τηρήσουσιν» (Ιω.15,20). Ο πόνος μας έγκειται στο γεγονός ότι η πλειονότης μας, παρακολουθεί άφωνη και ουσιαστικά αδιάφορη τα γεγονότα, λες και έχουν παραλύσει τα ηθικά και πνευματικά αντανακλαστικά μας. Ενώ βλέπουμε να ψηφίζονται αντιχριστιανικοί νόμοι, ο ένας μετά τον άλλον, με αποκορύφωμα το «Σύμφωνο Συμβιώσεως ομοφυλοφίλων», σφυρίζουμε αδιάφορα σαν να μην συμβαίνει τίποτε. Παραμένουμε αδρανείς, ενώ θα έπρεπε να απαιτήσουμε την άμεση σύγκληση της Ιεραρχίας, προκειμένου να εξετάσει συνοδικά το φλέγον αυτό θέμα και στη συνέχεια να λάβει τις αναγκαίες συνοδικές αποφάσεις, να  προχωρήσει σε δυναμικές κινητοποιήσεις και συλλαλητήρια, να καταγνώσει συνοδικά το ηθικό έγκλημα, αναθεματίζουσα αυτό, αλλά και σε κάθε άλλο επιβαλλόμενο ποιμαντικό μέτρο.
Φαίνεται ότι ζούμε σε χρόνους αποκαλυπτικούς και εσχατολογικούς. Εάν δεν συνέλθουμε από το λήθαργο της αναισθησίας και της πωρώσεως στο οποίο βρισκόμαστε, θα ξεσπάσει αναπόφευκτα η οργή του Θεού «επί τους υιούς της απειθείας» (Κολ.3,5). Τα πάθη αυτά που διασαλπίζονται στις μέρες μας, επισύρουν περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο τη οργή του Θεού. Η φωτιά του πολέμου στη Συρία, αντί να υποχωρήσει όλο και περισσότερο γιγαντώνεται. Πολλοί ομιλούν, και δικαιολογημένα, ότι βρισκόμαστε στα πρόθυρα ενός Τρίτου Παγκοσμίου πολέμου, την σφοδρότητα του οποίου ούτε καν μπορούμε να συλλάβουμε με την φαντασία μας. Όλα δείχνουν ότι έρχονται «ημέραι εκδικήσεως του πληρωθήναι πάντα τα γεγραμμένα» (Λουκ.21,22). Και τότε αλλοίμονο σ’ αυτούς που τώρα γελούν και χλευάζουν και καταπατούν με θρασύτητα τον νόμο του Θεού! Θα κλαίνε και θα οδύρονται απαρηγόρητα χωρίς να μπορεί κανείς να τους λυτρώσει από τα επερχόμενα κακά…
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

"Εξάψαλμος" Σεραφείμ για την καύση των νεκρών: Ούτε ο Μάο με τον Λένιν δεν την ήθελαν


"Εξάψαλμος" Σεραφείμ για την καύση των νεκρών: Ούτε ο Μάο με τον Λένιν δεν την ήθελαν

 


Αμαρτία και μηδενισμό χαρακτήρισε την καύση των νεκρών σε εγκύκλιό του ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ κα ισμυπληρώνει με σαφές μήνυμα προς τους άθεους κυβερνώντες: "Ακόμη και οι άθεοι υπεγράμμιζον την ανάμνησι των επιγείων θεών τους με ταριχεύσεις των σωμάτων τους όπως εις τις περιπτώσεις του Λένιν και του Μάο Τσε Τούνγκ".
Αναλυτικά: 
Εξόδιος Ακολουθία και καύσις νεκρών
Τυγχάνει γνωστόν ότι ένιοι εντόπιοι κύκλοι του διεθνιστικού περιπαίγματος μη κηδόμενοι της πατροπαραδότου Χριστιανικής παραδόσεως της αμωμήτου ημών πίστεως διεισδύουν εις παν μέσον επικοινωνιακής μορφής και δι’ αυτών εις τας συνειδήσεις του συγχρόνου ανθρώπου, δηλητηριάζουν αυτάς και κλονίζουν τας βάσεις της πίστεως. Ωσαύτως η αδιαφορία περί την πίστι και τας χριστιανικάς παραδόσεις, υπό την επίδρασι των ανωτέρω αποκτά οσημέραι ρίζωμα εις τας ηθικώς ατόνους και θρησκευτικώς καχεκτικάς συνειδήσεις.
Η Αγία ημών Εκκλησία, ως μήτηρ φιλόστοργος αντιλαμβανομένη τα σημεία των καιρών και την συστροφήν των πονηρευομένων κατ’ Αυτής, προς διαφύλαξι της Ορθοδόξου παραδόσεως σήμερον, που υλοποιείται πλήρως και ετοιμάζεται καταλλήλως η διαδικασία καύσεως και αποτεφρώσεως των νεκρών σωμάτων, διά καταλλήλου ενημερώσεως διεφώτισε το χριστεπώνυμον πλήρωμα Αυτής προς καταρτισμόν των Αγίων και οικοδομήν του σώματος του Χριστού κατά τους θεοπνεύστους λόγους του αποστόλου Παύλου (Εφεσ. Δ 12) και ετόνισε τας πνευματικάς διαστάσεις και τας συνεπείας μιάς τοιαύτης επιλογής εις την πνευματικήν ζωήν του πιστού απορρίπτουσα την καύσι των νεκρών διά τα πιστά Της μέλη ως πράξι απάδουσαν προς την παράδοσι Αυτής, οριοθετούσα την πίστι
Αυτής και τον σεβασμόν εις το ανθρώπινον πρόσωπον και κατ’ επέκτασι εις το σώμα του ανθρώπου, το οποίον αποτελεί ναόν και κατοικητήριον του Παναγίου Πνεύματος δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2959/29.10.2014 Εγκυκλίου Αυτής.
Κατόπιν της προτάσεως υπό της Κυβερνήσεως του άρθρου 21 «Επιλογή τόπου ενταφιασμού» στο Σχέδιο Νόμου «Μέτρα για την επιτάχυνση του Κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις» διά του οποίου θεσμοθετείται διά της γενικότητος της διατάξεως η υποχρεωτικότητα κατά την βούλησι του αποθανόντος εκκλησιαστικής εξοδίου ακολουθίας και εις περιπτώσεις εκπεφρασμένης βουλήσεώς του διά την αποτέφρωσι του σώματός του, επαγόμεθα τα κάτωθι: Το ανθρώπινον σώμα είναι εικόνισμα της αθανάτου ψυχής και προβολή της αιωνιότητος εις αυτόν τον κόσμον. Η καύσις του σώματος αποτελεί εικονοκλαστικήν πράξι που προσβάλλει την πίστι εις την αιωνιότητα της Εκκλησίας. Η διαδικασία της φθοράς του σώματος πρέπει να είναι φυσική και ποτέ εξαναγκασμένη. Η φύσις αναλαμβάνει την φθορά του σώματος. Η καύσις είναι πράξις βίας επί του σώματος. Η εμπειρία της Εκκλησίας προερχομένη εκ της τιμής των αγίων λειψάνων πείθει ότι τα λείψανα πνευματικώς ζούν, δι’ αυτό διά την Εκκλησίαν η ταφή αποτελεί αιωνία αξία και η καύσις δεν θεωρείται ως ατομικόν δικαίωμα διά τα πιστά μέλη της Εκκλησίας, διότι είναι μία καθαρά μηδενιστική πράξις, που σηματοδοτεί το τέλος του ανθρώπου ενώ αντιθέτως η ταφή σηματοδοτεί την ελπίδα και την προσδοκίαν της Αναστάσεως.
Η καύσις των νεκρών εις οιαδήποτε επιχειρήματα και αν θεμελιούται κείται εκτός της Ορθοδόξου αληθείας που καθορίζεται από το Αποστολικόν λόγιον: «Ούτω και η ανάστασις των νεκρών. σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία· σπείρεται εν ατιμία, εγείρεται εν δόξη· σπείρεται εν ασθενεία, εγείρεται εν δυνάμει· σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν. έστι σώμα ψυχικόν, και έστι σώμα πνευματικόν. ούτω και γέγραπται· εγένετο ο πρώτος άνθρωπος ᾽Αδάμ εις ψυχήν ζώσαν· ο έσχατος ᾽Αδάμ εις πνεύμα ζωοποιούν». (Α΄ Κορ. IE, 42-45).
Η κοινωνία με την καύσι των νεκρών προσυπογράφει τον μηδενισμόν της. Μία κοινωνία που δεν αποδέχεται τον άνθρωπον εις την ασθένειάν του, την αδυναμίαν του και τον θάνατόν του, μία κοινωνία που αποτεφρώνει τους νεκρούς της, μία κοινωνία που καταστρέφει και την ανάμνησι της ζωής και την ενθύμισι των μελών της, μία κοινωνία που θεωρεί την αρχή του ανθρώπου τεχνητή και επιλεκτική και το τέλος του οριστικό και αμετάκλητο, μία κοινωνία που αρνείται την πνοήν του αιωνίου και εγκλωβίζεται εις την ασφυξίαν του εφημέρου τι σχέσι δύναται να έχη αυτή η κοινωνία με τη ζωήν; Ακόμη και οι άθεοι υπεγράμμιζον την ανάμνησι των επιγείων θεών τους με ταριχεύσεις των σωμάτων τους όπως εις τις περιπτώσεις του Λένιν και του Μάο Τσε Τούνγκ.
Το αποτέλεσμα του ανθρωπισμού χωρίς Θεόν, του πολιτισμού χωρίς αξίες και του μηδενισμού χωρίς σκοπόν, το αποτέλεσμα της συγχύσεως της αθείας είναι η εξαφάνισις του ανθρώπου, η καύσις και του τελευταίου υπολείμματός του. Η καύσις των νεκρών σωμάτων οδηγεί εις την καύσι της ανθρωπίνης αξιοπρεπείας.Εις την αναζωπύρωσι του όλου θέματος με τις διατάξεις του σχετικού Σχεδίου Νόμου οδηγεί ασφαλώς και μία προσπάθεια σταδιακής νεκρώσεως του αισθητηρίου της πίστεως. Η έννοια της αιωνιότητος απομακρύνεται από την εμπειρίαν της ζωής μας. Κάθε τι που την υπενθυμίζει και διακριτικώς την υπογραμμίζει βαθμιαίως γίνεται ανεπιθύμητον εις την αποδοχήν του και ενοχλητικόν εις την πρακτικήν του. Σύγχρονος διανοητής, υπεστήριξε εις άρθρον του αναφορικώς με το παρατηρούμενον αντιμεταφυσικόν μένος ότι όλη η δήθεν εκσυγχρονιστική νοοτροπία των τελευταίων ετών, αποτελεί «συμπλεγματικήν αντιμεταφυσικήν μονομανίαν», που εδράζεται εις μίαν «βασανιστικήν ψυχολογικήν ανασφάλειαν».
Η πρακτική και χρηστική αντίληψι έχουν επικρατήσει και έχουν ατονίσει την πνευματικήν και βιωματικήν διάστασι των γεγονότων. Το αληθές και το ωραίον έχουν υποταγεί εις την γυμνότητα και την σκληρότητα της ορθολογιστικής πρακτικής.
Η λεπτομερής αναφορά που γίνεται εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου μας και υπό των τεσσάρων Ευαγγελιστών, καταδεικνύει με αδιαμφισβήτητον τρόπον την μεγίστην σημασίαν της. Το ίδιο παρουσιάζεται εις την υμνογραφίαν και υμνολογίαν η κοίμησις της Υπεραγίας Θεοτόκου, του Μ. Βασιλείου, του Οσ. Εφραίμ, των αγίων Μαρτύρων και φυσικά όλων των πιστών εις τας υπερόχους επικηδείους ακολουθίας. Αι εορταί της ανακομιδής των τιμίων λειψάνων και η παράδοσις και εμπειρία της Εκκλησίας αποδεικνύουν αδιασείστως τον σεβασμόν του ανθρωπίνου σώματος που αποτελεί το ένα στοιχείον της υποστάσεως του ανθρώπου και επομένως η καύσις αυτού του σώματος υποκρύπτει την περιφρόνησι προς αυτό, την απιστίαν εις την ανάστασι των νεκρών σωμάτων, την εξωχριστιανικήν πίστι εις την μετεμψύχωσι ή την άρνησι της υπάρξεως της ψυχής. Συνεπώς η Αγία μας Εκκλησία δεδικαιολογημένως διακηρύσσει ότι η καύσις του νεκρού σώματος αποτελεί έργω άρνησι της Αναστάσεως και προκλητικήν διακήρυξι μηδενιστικής αποχρώσεως.
Η εξόδιος Ακολουθία συνδέεται αρρήκτως με όρασι ανθρωπίνου σώματος και όχι τέφρας. Όλα τα τροπάρια κάμουν λόγον διά κεκοιμημένον και όχι αποτεφρωμένον, διά τελευταίον ασπασμόν και δι’ ενταφιασμόν του σώματος και όχι της τέφρας. Οπότε εξάγεται ευχερώς ότι δεν είναι δυνατόν να γίνη εξόδιος Ακολουθία προ της καύσεως, ούτε μετ’ αυτήν, εφ’ όσον εις την πρώτην περίπτωσι δεν θα ακολουθήση ταφή και εις την δευτέραν δεν θα υπάρχει σώμα.
Η Εκκλησία ανεπηρέαστος εκ του κοσμικού πνεύματος θα εξακολουθή να κηδεύη και να ενταφιάζη τα σώματα των πιστών μελών Της, τα οποία είναι δυνατόν να αποτελούν και λείψανα διότι η αφθαρσία και η θαυματουργία των λειψάνων αποτελούν τεκμήριον θεώσεως του ανθρώπου εφ’ όσον η χάρις του Θεού διαπορθμεύεται και εις ολόκληρον το σώμα.
Η επιλογή της αποτεφρώσεως είναι αμαρτία και αποδεικνύει την λανθασμένην σχέσι μας με την Εκκλησία. Κάθε απόκλισις από την διδασκαλία Της είναι αποξένωσις από την χάρι του ζώντος Θεού. Δι’ όσους θα επιλέξουν την καύσι του νεκρού σώματός των, μάλιστα με δημοσία δήλωσι απιστίας εις την αιώνιον ζωήν ή ασεβείας και περιφρονήσεως της Εκκλησίας ευλόγως φρονούμεν ότι δεν υπάρχει κανείς απολύτως λόγος να τελεσθή εξόδιος Ακολουθία ή επιμνημόσυνος δέησις διότι αυτό που πρέπει να σεβασθή η Εκκλησία είναι η απόρριψις της διδασκαλίας της από τον ίδιον τον μεταστάντα και όχι η ενδεχομένη επιθυμία των συγγενών, συνήθως διά κοινωνικούς λόγους, της τελέσεως επικηδείου ή επιμνημοσύνου Ακολουθίας. Αι Ακολουθίαι αυταί προϋποθέτουν την πίστι και την ελπίδα του αποθανόντος εις την μετά θάνατον ζωήν και τον σεβασμόν του εις την Εκκλησίαν. Δεν τελούνται διά κοινωνικούς λόγους αλλά αποτελούν προσευχάς και εκτενείς δεήσεις της Εκκλησίας ενώπιον του Θεού, η οποία εκφράζει την αγάπην Της εις τον αποθανόντα ως πίστι εις τον Κύριον, ελπίδα εις την σωτηρίαν, πόθον μετοχής εις την αιώνιον εξανάστασι και αίτησι συγχωρήσεως των αμαρτιών παρά του Κυρίου. Πως να ψάλωμεν «Μακαρία η οδός...» εις κάποιον που δηλώνει πίστι εις την μετά θάνατον ανυπαρξίαν του;
Συνεπώς η Αγιωτάτη ημών Εκκλησία δεν επιτρέπεται να απομειώση τον απόλυτον χαρακτήρα αυτής της διδασκαλίας Της, διότι μία ενδεχομένη σχετική πράξις θα αποδυναμώση την σχέσι αυτής με την Αλήθειαν. Κατά ταύτα εν τη καθ’ ημάς θεοσώστω Μητροπόλει σεβόμενοι απολύτως την ελευθερίαν επιλογής των ελευθέρων ανθρώπων αλλά και τα θέσφατα και δόγματα της Αγιωτάτης ημών Εκκλησίας, γνωρίζομεν εις πάντας, ότι δεν θα επιτρέψωμεν την τέλεσι επικηδείου ή επιμνημοσύνου Ακολουθίας εις οιονδήποτε θα επιλέξη συνειδητώς την αποτέφρωσι του νεκρού σώματός του, αρνούμενος έργω την εκ νεκρών Ανάστασι και αυτό αποτελεί και την πλέον αποστομωτικήν απάντησι εις τας συκοφαντικάς σπερμολογίας ότι δήθεν η άρνησι της Εκκλησίας έχει οικονομικούς λόγους.
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ο Πειραιώς ΣΕΡΑΦΕΙΜ  
- See more at: http://ekklisiaonline.gr/eipan/item/10255-eksapsalmos-serafeim-gia-tin-kaysi-ton-nekron-oyte-o-mao-me-ton-lenin-den-tin-ithelan#sthash.YsgGECqt.dpuf