Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου «Ἀπολογία Χριστιανική» πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Μεταλληνό.







Κυκλοφόρησε προσφάτως ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Γρηγόρη τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου «Ἀπολογία Χριστιανική». Τὸ κείμενο παρατίθεται μὲ ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική, ἐνῶ τὰ προλεγόμενα καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ ἐπιμέλεια, ἔγιναν ἀπὸ τὸν πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Μεταλληνό.



Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, Διδάσκαλος τοῦ Γένους καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς κορυφαίους ἡγέτες τοῦ Φιλοκαλικοῦ κινήματος τῶν «Κολλυβάδων», ὑπῆρξε πολυγραφότατος συγγραφέας, πολυτάλαντος καὶ πολυμερής. Ἀκολουθώντας τὴν παράδοση τῶν ἁγίων Πατέρων, συνέγραψε ἔργα ἀνταποκρινόμενα πάντοτε σὲ συγκεκριμένες ἀνάγκες ἢ προκλήσεις γιὰ τὴν πληροφόρηση, οἰκοδομὴ καὶ νουθεσία τοῦ Ὀρθοδόξου ποιμνίου.



Τὸ ἔργο του «Ἀπολογία Χριστιανική», καταγγέλλει τὴν ἀλλοτρίωση τῆς Εὐρώπης –καὶ ἰδιαιτέρως τῆς Γαλλίας– καὶ τὴ διαμετρικὴ ἀποστασιοποίησή της ἀπὸ κάθε ἔννοια Χριστιανικότητας σὲ ὅλο τὸ φάσμα τῆς ἰδεολογικῆς, πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς πραγματικότητάς της, κάτι ποὺ ἐνσαρκώνεται στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1789. Ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση ἀπέρριψε τὸν Χριστιανισμὸ καὶ τὸν ἀντικατέστησε μὲ τὴν «θρησκεία τῆς λογικῆς», μὲ τὴν λατρεία τοῦ «Ὑπερτάτου Ὄντος», ποὺ δὲν ἦταν παρὰ πρόσχημα γιὰ τὴν ἀπόκρουση τῆς κατηγορίας τῆς ἀθεΐας καὶ στὴν οὐσία τεκτονικὸ ἐφεύρημα (Ροβιεσπέρος). Ἡ «φυσικὴ θρησκεία» ὅμως, δὲν εἶναι παρὰ ἄρνηση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ ἀπόρριψή Του. Ἐπισημαίνει ὅτι πηγὴ τῆς γαλλικῆς ἀθεΐας εἶναι ἡ ἀπουσία τοῦ θείου φόβου («ἀφοβοθεΐα») καὶ ἡ «παντελὴς ἀλησμονησία τοῦ Θεοῦ». Ἦταν ἑπόμενο συνεπῶς, ἡ ἐσωτερικὴ διαστροφὴ νὰ ὁδηγήσει σὲ ψευδεῖς καὶ ἀπατηλὲς διακηρύξεις γιὰ τὴν ἐξαπάτηση τοῦ κόσμου.



Σ᾽ αὐτὸ τὸ πλαίσιο βλέπει καὶ τὶς γαλλικὲς διακηρύξεις γιὰ ἐλευθερία καὶ ἰσότητα. Οἱ κατ᾽ οὐσίαν Χριστιανικὲς αὐτὲς ἔννοιες ἔχουν λάβει τὴν φόρτιση, ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν γαλλικὴ ἐπαναστατικὴ ἰδεολογία. Ἡ ψευδὴς ἐλευθερία καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο δοῦλο τῶν ἐπιθυμιῶν του, ἐνῶ ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ἀποδεχομένη τὴν «ὑπακοή» στὴν ἐξουσία δὲν παύει νὰ σώζει τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου (ἀδούλωτο φρόνημα), ποὺ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία.



Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος πολέμησε μὲ σφοδρότητα τὶς ἰδέες τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔγινε στόχος τῶν ἡγετῶν τοῦ φιλοδυτικοῦ ρεύματος καὶ κυρίως τοῦ «πατριάρχη» του Ἀδαμαντίου Κοραῆ.



Ἄς ἀφήσουμε ὅμως τὸ ἴδιο τὸ κείμενο νὰ μᾶς μιλήσει:



«Πῶς μποροῦν δυὸ ἄνθρωποι νὰ λέγονται ἴσοι, ὅταν ὁ ἕνας εἶναι πάμπλουτος καὶ ὁ ἄλλος στενάζει ἀπὸ τὴν πεῖνα του καὶ ἀναγκάζεται νὰ κλέβει ἐξαιτίας τῆς φτώχειας του; Αὐτὲς οἱ διακηρύξεις εἶναι ἐφεύρημα ἀνθρώπων πονηρῶν καὶ ἐπίβουλων, οἱ ὁποῖοι, θέλοντας νὰ ἱκανοποιήσουν τὰ πάθη τους καὶ νὰ ἐκπληρώσουν τὶς κακές τους ἐπιθυμίες, ἐμφύσησαν στὰ μυαλὰ τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων τοῦ λαοῦ αὐτὸν τὸν ἀσύστατο ἄνεμο τῆς ἰσότητας, γιὰ νὰ ἔχουν βοήθεια γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ τους. Μπορεῖ ποτὲ νὰ ὑπάρξει ἰσότητα σὲ κοινωνίες ποὺ κυριαρχεῖ ἡ πλεονεξία, ποὺ βασιλεύουν τὰ πάθη, ποὺ δὲν ἀκούγεται ἄλλη ἔκφραση συχνότερα ἀπὸ «τὸ δικό μου» καὶ «τὸ δικό σου»;



Ἰσότητα, ναί, πράγματι ὑπῆρξε κάποτε! Ποῦ ὅμως; Στὴν νεοσύστατη Ἐκκλησία τῶν καλῶν ἐκείνων Χριστιανῶν, τῶν ἁπλῶν καὶ εὐλαβεστάτων! Ἐκεῖ, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ ἱερὸς Λουκᾶς, (Πράξ. Δ, 32), κανένας δὲν ἔλεγε ὅτι ἔχει κάτι δικό του, ἀλλὰ ἦταν ὅλα κοινά, χρήματα, ἐνδύματα καὶ τροφές.



Γιατί ὅμως ἦταν ὅλα κοινά; Γιατί, λέει, ἡ καρδιὰ καὶ ἡ ψυχὴ τῶν πιστῶν ἦταν μία! Ὅλοι γιὰ τὸν Θεὸ εἶχαν μία γνώμη καὶ ἕνα θέλημα καὶ ἦταν ὅλοι δεμένοι μεταξύ τους μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη, τόσο σφικτά, ὥστε, παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν πολὺς λαὸς καὶ διαφόρων ἡλικιῶν, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ἡλικιωμένοι καὶ νέοι, ἦταν ὅλοι τόσο μονιασμένοι ὥστε ἔμοιαζαν ν’ ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα, ποὺ τὸ κινοῦσε μία ψυχή.



Ἡ ἴδια ἰσότητα καὶ ὁμοψυχία ὑπῆρξε ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνες καὶ στὰ Κοινόβια τῶν παλαιῶν Ὁσίων, τοῦ Παχωμίου, τοῦ Σάββα, τοῦ Εὐθυμίου, τοῦ Θεοδοσίου καὶ ἄλλων πολλῶν, γιατί καὶ σ’ αὐτοὺς διασωζόταν ἡ ἀδελφικὴ ἀγάπη καὶ ἡ ὁμοψυχία. Ἐκείνη, πράγματι, ὑπῆρξε ἀληθινὴ Ἰσότητα!



Ἡ ἰσότητα ὅμως ποὺ προβάλλουν οἱ νέοι δημοκρατικοὶ εἶναι ψευδεπίγραφη, εἶναι ψιλὸ ὄνομα, ὅπως καὶ ἡ ἐλευθερία τους. Ἔχουν ἐπινοηθεῖ ἀπὸ πονηροὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ πετύχουν τὰ σχέδιά τους μὲ τὴ δύναμη τοῦ λαοῦ.»



«Ἂν κάποιος, λοιπόν, ὁδηγηθεῖ στὴν ἔπαρση ἐξαιτίας τῶν γνώσεών του καὶ ἐπιχειρήσει νὰ ὑποτάξει σὲ κάποιους κανόνες καὶ τὰ οὐράνια καὶ νὰ κρίνει τὰ ὑπερφυσικὰ μὲ τὸ ἴδιο κριτήριο ποὺ κρίνει καὶ τὰ φυσικὰ φαινόμενα, τότε ἡ σοφία του αὐτὴ δὲν εἶναι σοφία, ἀλλὰ μᾶλλον ἀνοησία, ἀφροσύνη καὶ τρέλλα, χειρότερη μάλιστα καὶ ἐπιβλαβέστερη ἀπὸ

κάθε ἄλλη τρέλλα.



Ἡ ἀνθρώπινη διάνοια ἔχει μάθει νὰ ἐννοεῖ, νὰ κρίνει καὶ νὰ συλλογίζεται μὲ βάση τὶς ἀρχὲς ποὺ αὐτὴ ἡ ἴδια ἀνακάλυψε καὶ ρύθμισε. Εἶναι ἀδύνατον, λοιπόν, νὰ κρίνει καὶ νὰ ἐξετάζει ἐκεῖνα ποὺ τὴν ὑπερβαίνουν καὶ ξεπερνοῦν τὶς δυνατότητές της».



Ἡ «Ἀπολογία Χριστιανική», τὸ κορυφαῖο αὐτὸ ἀπολογητικὸ ἔργο ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πρωτεργάτες τῆς Φιλοκαλικῆς ἀναγέννησης τοῦ 18ου αἰῶνα, ἐπίκαιρο ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, ἀποτελεῖ τὴν Ὀρθόδοξη ἀπάντηση στὴν πρόκληση τῆς Εὐρώπης. Εἶναι μιὰ τεκμηριωμένη ἀνασκευὴ τῶν θέσεων τῶν Εὐρωπαίων διαφωτιστῶν, ποὺ ἐπιχείρησαν νὰ ἀποδομήσουν τὴν Χριστιανικὴ Πίστη καὶ Παράδοση, πίσω ἀπὸ τὰ ψευδεπίγραφα συνθήματα τῆς ἰσότητας καὶ τῆς ἐλευθερίας.







(Πηγή: Περιοδικό «ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ» ΜΑΪ – ΙΟΥΝ 2015)

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ Στ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

 



Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ 
ΤΗΣ   Στ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ  ΣΥΝΟΔΟΥ 
Ιερός Ναός Αγ. Νικολάου Πατρών  
Κυριακή  μετά την Ύψωσιν  20.9.2015
Πρωτοπρεσβύτερος  Αναστάσιος Κ. Γκοτσόπουλος
Εφημέριος  Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών   
 

Μαζί με τη μεγάλη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας τίμησε και μία δεύτερη «ύψωση». Την ύψωση της αληθείας της Πίστεώς μας κατά της πλάνης και του ψεύδους. Όπως διαβάσαμε στο συναξάριο της εορτής του Σταυρού επιτελείται η μνήμη της Αγίας Στ’ Οικουμενικής Συνόδου των 170 Αγίων Πατέρων που καταδίκασαν την αίρεση του μονοθελητισμού. Οι εορτές της μνήμης των Οικουμενικών Συνόδων δεν είναι μία απλή ενθύμηση ενός γεγονότος, αλλά κυρίως υπενθύμιση της ζωντανής παρακαταθήκης στην αγιοπνευματική πορεία της Εκκλησίας του Χριστού.
Επειδή η μεγάλη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού υποβιβάζει αναγκαστικά την εορτή προς τιμήν της Αγίας και Στ΄ Οικουμενικής Συνόδου, για να τιμηθεί πρεπόντως η εορτή,  οι Πατέρες  όρισαν να μετατίθεται  κατά την πρώτη Κυριακή μετά την Ύψωση (Τυπικό Αγ. Συμεών Θεσσαλονίκης). Έτσι και η Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος όπως και η Α΄, η  Δ΄ και η  Ζ΄ τιμώνται  κατά την αναστάσιμη και πανηγυρική ημέρα της Κυριακής.
Πριν εμβαθύνουμε στην εκκλησιολογική διάσταση της Στ΄ Οικουμ. Συνόδου, ας δούμε κάποια ιστορικά στοιχεία : συνεκλήθη το Νοέμβριο του 680 μ.Χ. στο Παλάτι, εν Τρούλλω, στην Κωνσταντινούπολη με τη συμμετοχή 170 Πατέρων από Ανατολή και Δύση. Η Σύνοδος επανέλαβε τη θεολογική διατύπωση της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και θεολόγησε ότι ο Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, σε μία Υπόσταση (ένα πρόσωπο), είναι Θεάνθρωπος.
Στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού ενώνεται υποστατικά, σε ένα πρόσωπο δηλαδή, στο Πρόσωπο του Θεού Λόγου, η θεία και η ανθρώπινη φύση αχωρίστως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και ασυγχύτως. Επίσης, εδογμάτισε ότι επειδή ο Χριστός έχει τέλειες τις δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, έχει και δύο φυσικές θελήσεις και δύο ενέργειες (θεία και ανθρώπινη), όπως προκύπτει και από τις ίδιες τις Ευαγγελικές διηγήσεις. Δηλαδή, στο πρόσωπο του Θεανθρώπου διασώζεται πλήρως ακέραιη και η θεία και η ανθρώπινη θέληση και ενέργεια.
Η Σύνοδος των Αγίων Πατέρων κατεδίκασε τη χριστολογία των Μονοθελητών, οι οποίοι κήρυτταν ότι ο Χριστός έχει μόνο μία, τη θεία θέληση και ενέργεια, και όχι την ανθρώπινη, με άλλα λόγια δεν είναι τέλειος άνθρωπος. Η Έκτη Σύνοδος ουσιαστικώς δικαίωσε τη θεολογία και τους αγώνες του Αγ. Σωφρονίου Πατριάρχου Ιεροσολύμων και ιδιαιτέρως του Αγ. Μαξίμου του Ομολογητού κατά της αιρέσεως του Μονοθελητισμού.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662), ήταν αρχικά Ηγούμενος της Μονής Χρυσουπόλεως κοντά στην Κωνσταντινούπολη και αγωνίσθηκε για πολλά χρόνια χωρίς «ανώτερη» εκκλησιαστική υποστήριξη, τη στιγμή που τα Πατριαρχεία της Ανατολής (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας και Αντιοχείας) είχαν αποδεχθεί την αίρεση κάτω από πίεση του μονοθελήτου Αυτοκράτορα Κώνσταντος Β΄ (641-668).
Ο Άγιος Μάξιμος, χωρίς να κατέχει κάποια ιδιαίτερη θέση στην εκκλησιαστική ιεραρχία - ήταν ένας απλός μοναχός, ούτε καν ιερέας - ύψωσε το θεολογικό του ανάστημα ένας αυτός, εναντίον όλης της «επισήμου Εκκλησίας». Ο Άγιος Μάξιμος υπήρξε «μέγιστος θεολόγος, ο οποίος εσφράγισε με το αγωνιστικό του σθένος και την πλούσια συγγραφική του προσφορά τη θεολογική αναίρεση της μονοθελητικής αιρέσεως».
Ο Άγιος Μάξιμος με τον πιστό του μαθητή και συναγωνιστή, τον ιερέα Αναστάσιο, περιήλθε γη και θάλασσα από την ΚΠολη μέχρι τη Ρώμη για να προασπιστεί την Αλήθεια και να πετύχει συνοδική καταδίκη της αιρέσεως από την Σύνοδο στην Ρώμη υπό τον Ορθόδοξο πάπα Άγ. Μαρτίνο τον Ομολογητή. Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη συνελήφθη, υπέστη φρικτά βασανιστήρια (του έκοψαν τη γλώσσα και τα δάκτυλα του δεξιού χεριού του) και πέθανε μετά από πολλές κακουχίες στην εξορία.  Δεν έζησε για να παραστεί στην Στ΄ Οικουμενική Σύνοδο, όμως δια των μαρτυρικών του αγώνων υπέρ της Ορθοδοξίας και δια της θεοπνεύστου θεολογίας του αποτέλεσε τον εμπνευστή και το θεμέλιο αυτής της Συνόδου. Τα ίδια βασανιστήρια με τον Άγιο Μάξιμο υπέστη και ο συναγωνιστής του ιερέας Αναστάσιος και οι μαθητές του Θεόδωρος, Ευπρέπειος και Αναστάσιος μοναχός, την μνήμη των οποίων σήμερα (20 Σεπτεμβρίου) τιμά η Εκκλησία μας.
Όπως διαβάζουμε στο συναξάριο της εορτής, η Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε ως αιρετικούς επτά (7) πατριάρχες και άλλους επισκόπους. Αναθεματίστηκαν, καθαιρέθηκαν και εκδιώχθηκαν από την Εκκλησία του Χριστού ως αιρετικοί : 
  • ο πάπας Ρώμης Ονώριος (625-638)
  • οι τέσσερις Οικουμενικοί Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος (610-638), Πύρρος (638-641, 654), Παύλος Β΄ (641-653) και Πέτρος (654-666),
  • ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύρος (630-642),
  • ο Πατριάρχης Αντιοχείας Μακάριος (650-685), και
  • οι επίσκοποι Στέφανος, Πολυχρόνιος και Κωνσταντίνος.
Η Σύνοδος δικαίωσε μετά θάνατον τον απλό μοναχό Μάξιμο τον Ομολογητή, τον οποίο είχαν καταδικάσει οι ανωτέρω αιρετικοί μεγαλοσχήμονες επίσκοποι και πατριάρχες.
Ας προσέξουμε στο σημείο αυτό αδελφοί : Η Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος μας δίνει ένα από τα σπουδαιότερα μαθήματα Ορθόδοξης εκκλησιολογίας, που δυστυχώς λησμονούμε σήμερα: Η Εκκλησία δεν συγκροτείται μόνο από τους πατριάρχες, τους επισκόπους και τους κληρικούς εν γένει. Οι επίσκοποι είναι όντως οι αξιωματούχοι Της. Είναι, πρέπει να είναι, οι Πατέρες και Ποιμένες τής «λογικής ποίμνης» που φέρουν τον υπέρτατο βαθμό της ιερωσύνης ως διάδοχοι των Αγίων Αποστόλων. Είναι, πρέπει να είναι, οι εκφραστές του φρονήματος της Εκκλησίας. Αυτοί διασώζουν, πρέπει να διασώζουν και να μεταδίδουν ανόθευτη την ευαγγελική, αποστολική και πατερική διδασκαλία.
Αυτό είναι το πρώτιστο και υψηλότερο έργο και η κύρια αποστολή τους. Γι’  αυτό και κάθε επίσκοπος, όχι ο ιερέας και ο διάκονος, μόνο ο επίσκοπος,  κατά τη στιγμή της χειροτονίας του ομολογεί το Σύμβολο της Πίστεως και υπόσχεται ότι θα κρατήσει και θα μεταδώσει ακέραιη και ανόθευτη τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Έτσι και σε κάθε Θ. Λειτουργία στην ιερότερη στιγμή της ευχόμαστε και προσευχόμαστε, και πρέπει να προσευχόμαστε με ιδιαίτερη θέρμη για τον επίσκοπό μας, να μας τον χαρίζει ο Θεός «ορθοτομούντα τον λόγον της αυτού αληθείας»!  Οι επίσκοποι έχουν, λοιπόν, την υπερέχουσα,  την πολύ υψηλή θέση, τη μοναδική αποστολή μέσα στην Εκκλησία μας.
            Συγχρόνως όμως είναι και μέλη του σώματος της Εκκλησίας που μόνη κεφαλή έχει τον Θεάνθρωπο Χριστό.  Εάν η συμπεριφορά τους ή οι διδασκαλίες τους είναι ανάρμοστες προς την Κεφαλή - και συνεπώς προς όσα θέσπισαν οι Άγιοι εν Αγίω Πνεύματι - τότε με συνοδική απόφαση αποκόπτονται από σώμα ως μολυσμένα μέλη.  Ναι! Και ο επίσκοπος και ο αρχιεπίσκοπος και ο πατριάρχης μπορεί να σφάλει και υπόκειται και αυτός στην εκκλησιαστική κρίση.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας δεν αναγνωρίζουμε κανένα πάπα, ούτε έχουμε κανέναν αλάθητο και υπέρ άνω κριτικής. Εάν κάποιος, όποιος και αν είναι αυτός, είτε ιερέας, είτε επίσκοπος, ακόμα και πατριάρχης, εάν με τα λόγια του και τις ενέργειές του παρεκκλίνει από την Παράδοση των Αγίων μας αποκόπτεται ως επικίνδυνο και μολυσμένο μέλος για να μην μεταδώσει τον μολυσμό της ετεροδιδασκαλίας και στα υπόλοιπα μέλη του Σώματος του Χριστού.
Η ιστορία και η διδασκαλία της Εκκλησίας μας μάς έχει επιφορτίσει με την ιερή υποχρέωση, ανάλογα με το χάρισμα και τη θεολογική του κατάρτιση ο καθένας μας, να ενδιαφερόμαστε και να αγωνιούμε για τα θέματα πίστεως και, αν έχουμε τη δυνατότητα και τις γνώσεις, με τον δέοντα σεβασμό, την αναγκαία νηφαλιότητα αλλά και με παρρησία και ειλικρίνεια να επισημαίνουμε τις εκτροπές. Αυτό έκαναν πάντοτε στη ζωή της Εκκλησίας μας οι Άγιοι. Αυτό έκανε και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Απλός μοναχός αυτός, αψήφησε όχι μόνον την κοσμική, αυτοκρατορική εξουσία, αλλά και πατριάρχες και επισκόπους τής εποχής του, με τους οποίους διέκοψε την εκκλησιαστική κοινωνία, δηλ. δεν τους αποδεχόταν ως Ποιμένες της Εκκλησίας, αλλά ως λύκους βαρείς, αφού δυστυχώς αυτοί πρώτοι είχαν περιφρονήσει την ορθόδοξη πίστη και παράδοση. Ασφαλώς δεν διακατεχόταν από αυθάδεια ή φανατισμό. Ήξερε να υπακούει και να ταπεινώνεται πρωτίστως ενώπιον των εκκλησιαστικών αρχών. Τιμούσε και σεβόταν υπέρμετρα - όπως κάθε άγιος - την ιερωσύνη και τους ταγούς τής Εκκλησίας, όμως είχε την διάκριση να αντιτίθεται και να διακόπτει την εκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους, όταν αυτοί οι ίδιοι είχαν αντιταχθεί στο Θείο θέλημα. Εκεί έχει εφαρμογή το αποστολικό «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις». Τότε απαιτείται ομολογία. Η πίστη και η αγάπη του στον Θεό έκανε τον Άγιο αδιαπραγμάτευτο σε θέματα Πίστεως.
Είναι χαρακτηριστικό ένα περιστατικό που διασώζεται από τους αγώνες του Αγ. Μαξίμου: Όταν σε ανάκριση μετά την πρώτη του εξορία ο αιρετικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Πέτρος του είπε να ενωθεί με την Καθολική (παγκόσμια) Εκκλησία που είχε δεχθεί την αίρεσι, διότι τελικά, «ποιος είσαι εσύ ένας απλός καλόγερος να εναντιώνεσαι σε όλη την Εκκλησία;» ο Άγιος Μάξιμος απάντησε: «Ο Θεός των όλων (ο Χριστός), μακαρίζοντας τον Πέτρο, είπε ότι Καθολική Εκκλησία είναι η ορθή και σωτήριος ομολογία της πίστεως σ' Αυτόν (και όχι η ενότητα μέσα στην αίρεση, μέσα στην ψευδή πίστη)».
Γι’ αυτή τη σταθερότητα της ομολογίας του ο Άγιος υπέστη πολλούς διωγμούς και μαρτύρια και στο τέλος θυσίασε και την ίδια του τη ζωή, αλλά ήλθε ολόκληρη Οικουμενική Σύνοδος και τον δικαίωσε πανηγυρικά, γιατί πάνω στη θεολογία του απλού μοναχού Μαξίμου στηρίχτηκε για να καταδικάσει τους 7 μεγαλοσχήμονες  πατριάρχες !
Αξίζει, επίσης, να σημειώσουμε ότι η καταδίκη τού πάπα Ονωρίου από την Στ΄ Οικουμενική Σύνοδο, καθώς και η καταδίκη του πάπα Βιγιλίου από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο αποδεικνύουν περίτρανα ότι είναι εκκλησιολογικά ψευδής και ιστορικά ανεπέρειστος και απαράδεκτος ο ισχυρισμός των παπικών περί του ex cathedra αλαθήτου του Πάπα, ένα καινοφανές δόγμα που επινόησε ο παπισμός μόλις το 1879 !
Αγαπητοί, ας προσέξουμε: στην Εκκλησία μας το κάθε μέλος έχει τη δική του διακονία και καλείται να αξιοποιήσει το δικό του χάρισμα. Υπάρχει όμως μία διακονία-υποχρέωση την οποία έχουμε όλα τα μέλη της Εκκλησίας μας, ο καθένας μας ανάλογα με το χάρισμα και τη θέση του, από τους πατριάρχες μέχρι τον τελευταίο πιστό: και αυτή είναι η αγωνία για τη διαφύλαξη της παραδοθείσης πίστεως. Το 1848, σε μία ιστορική κοινή τους δήλωση πανορθοδόξως οι τέσσερις Πατριάρχες της Ανατολής απάντησαν στις παπικές αξιώσεις, συγκεφαλαιώνοντας  την ορθόδοξη εκκλησιολογία : «σε μας, γράφουν στον πάπα, φύλακας της πίστεως δεν είναι ένα πρόσωπο, αλλά ο λαός του Θεού», δηλ. οι επίσκοποι, οι ιερείς και όλοι οι πιστοί ενωμένοι διασώζουμε την αλήθεια της μαρτυρίας της Ορθόδοξης πίστης.
Είπα προ ολίγου ότι «η Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος μας δίνει μαθήματα Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας, που δυστυχώς λησμονούμε σήμερα». Πολλοί πιστοί νομίζουν λανθασμένα ότι Εκκλησία είναι μόνο ο πατριάρχης και οι κληρικοί και ό,τι αυτοί διδάσκουν είναι αλάνθαστο και δεν επιτρέπεται η παραμικρή κριτική στις θεολογικές τους απόψεις για θέματα πίστεως! Μια τέτοια αντίληψη είναι ξένη στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας και μας οδηγεί στην παπική εκκλησιολογία. Μόνο ο Πάπας λέει ότι ό,τι διδάσκω εγώ ex cathedra είναι σωστό και αλάνθαστο! Η Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος καταδικάζοντας επτά Πατριάρχες ξεκαθάρισε τα πράγματα και φωνάζει και σε μας σήμερα:
            Προσέξτε, μας λέει, κριτήριο για το αν κάποιος φρονεί ως πραγματικός Ορθόδοξος Χριστιανός δεν αποτελεί η θέση την οποία κατέχει στην Εκκλησία, αλλά η πιστότητά του στην τήρηση της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Κανένας δεν είναι αλάθητος, κανένας δεν είναι υπέρ άνω κριτικής σε θέματα πίστεως. Αλίμονο σε όποιον συστηματικά περιφρονεί την παράδοση των Αγίων, όποιος και αν είναι αυτός, ακόμα και ιερέας και επίσκοπος και αρχιεπίσκοπος και πατριάρχης!
Εύχεσθε, παρακαλώ, αγαπητοί, και προσεύχεσθε ο Θεός με τις πρεσβείες των Οσίων και θεοφόρων Πατέρων της Στ΄ Οικουμενικής Συνόδου να φωτίζει όλους μας και ιδιαιτέρως εμάς τους κληρικούς, ιερείς, επισκόπους και πατριάρχες να τηρούμε και να μεταδίδουμε ανόθευτη την παρακαταθήκη τής πίστεώς μας.
 
 
 
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com
20 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2015


 

Η προετοιμαζόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος πιστή διάκονος του παναιρετικού Οικουμενισμού (Β')

 



Η προετοιμαζόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος πιστή διάκονος του παναιρετικού Οικουμενισμού (Β')
Ἡ προετοιμαζόμενη Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος πιστὴ διάκονος τοῦ παναιρετικοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
(Προσδοκίες-Ἱστορικὴ πορεία-Γενικὲς Ἐκτιμήσεις-Συμπεράσματα)
 
Ἀρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου.
Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου Αἱρέσεων καὶ Παραθρησκειῶν
Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς.
Εν Πειραιεί τη 17η Σεπτεμβρίου 2015.
(2ον)
Ἱστορικὴ ἀναδρομὴ στὴν πορεία τῆς προετοιμασίας τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου.
Μετὰ τὸ μεγάλο Σχίσμα, (1054 μ.Χ.), ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, συνεπὴς στὴν Ὀρθόδοξη συνοδική της αὐτοσυνειδησία, δὲν ἔπαυσε νὰ συγκαλεῖ, σὲ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα, Ὀρθοδόξους Συνόδους μὲ πανορθόδοξο οἰκουμενικὸ χαρακτήρα. Πρόκειται γιὰ τὶς λεγόμενες Ἐνδημοῦσες Συνόδους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, στὶς  ὁποῖες ὅμως συμμετεῖχαν συνήθως καὶ Πατριάρχες, ἢ ἐκπρόσωποι τῶν ἄλλων πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ εὐρεῖα αὐτὴ πανορθόδοξη σύνθεση τῶν Ἐνδημουσῶν Συνόδων συνεχίσθηκε καὶ ἀργότερα στὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, κατὰ τὴν ὁποία, ὅπως εἶναι γνωστό, ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι βαλκανικοὶ λαοὶ εὑρίσκοντο ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καὶ κανονικὴ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Στὶς Συνόδους αὐτὲς ἀπεφασίζετο ἡ  ἐπὶ πανορθοδόξου ἐπιπέδου κοινὴ στάση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ καὶ ἀργότερα τοῦ Προτεσταντισμοῦ καὶ ἡ ρύθμιση καὶ ἐπίλυση ἄλλων, γενικοτέρου ἐνδιαφέροντος, ζητημάτων. Οἱ πολιτικοκοινωνικὲς ὅμως μεταβολὲς καὶ ἀνακατατάξεις μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν, κατὰ τὸν 19ο καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος, στὸ χῶρο τῶν Βαλκανίων, καὶ ἡ δημιουργία ἐθνικῶν κρατῶν συνέδεσαν τὶς ἐθνοφυλετικὲς ἀναζητήσεις τῶν λαῶν μὲ ἀντίστοιχες ἐκκλησιαστικὲς διεκδικήσεις, μὲ ἀποτέλεσμα τὴ θεσμοθέτηση τῶν Αὐτοκεφάλων καὶ Αὐτονόμων Ἐκκλησιῶν, (Ἐκκλησίες τῆς Ἑλλάδος, Πολωνίας, Ἀλβανίας, Τσεχοσλοβακίας, Φιλανδίας, Λεττονίας, Ἐσθονίας), καὶ τὴν ἀπόδοση τῆς «πατριαρχικῆς ἀξίας» σὲ ὁρισμένες ἐξ αὐτῶν, (Πατριαρχεῖα Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας).
Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μὲ τὶς πατριαρχικὲς Ἐγκυκλίους τοῦ 1902, 1904 καὶ 1920 ἐπεδίωξε, μεταξὺ καὶ ἄλλων στόχων, νὰ ἀναθερμάνει τὶς διορθόδοξες σχέσεις μὲ τὶς ἄλλες κατὰ τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ νὰ προωθήσει μιὰ ἀμεσώτερη καὶ στενώτερη συνεργασία γιὰ τὴν ἀπὸ κοινοῦ ἀντιμετώπιση γενικοτέρων προβλημάτων. Ἡ ἐνεργοποίηση αὐτὴ τῶν διορθοδόξων σχέσεων γέννησε σὺν τῷ χρόνῳ τὴν ἰδέα τῆς ἀναζητήσεως πανορθοδόξου ἐκφράσεως τῆς συνοδικῆς συνειδήσεως τῆς Ὸρθοδόξου Ἐκκλησίας, τῆς συγκροτήσεως δηλαδὴ Πανορθοδόξου Συνόδου, ἡ ὁποία ἔλαβε ἀργότερα τὴν προσωνυμία «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος». Μέσα στὸ κλίμα τῶν διορθοδόξων αὐτῶν ἐπαφῶν τῶν ἀρχῶν τοῦ 20ου αἰῶνος συνεκλήθη τὸ 1923 στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ πατριαρχίας τοῦ γνωστοῦ Μασόνου[1]  Πατριάρχου Μελετίου τοῦ Δ΄ (Μεταξάκη), Συνέδριο, τὸ ὁποῖο χαρακτηρίσθηκε μὲν ὡς «Πανορθόδοξο», χωρὶς πάντως νὰ ὑπάρξει πανορθόδοξος ἀντιπροσώπευση ἀπὸ ὅλες τὶς κατὰ τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ἀντίθετα μάλιστα ἡ ἀντιπροσώπευση σ’ αὐτὸ ἦταν πολὺ περιορισμένη, διότι συμμετεῖχαν ἐκπρόσωποι μόνο ἕξι Ἐκκλησιῶν, (τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Ρωσίας, τῆς Σερβίας, τῆς Κύπρου, τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ρουμανίας).
Στὸ Συνέδριο συζητήθηκαν θέματα ὅπως τὸ ἡμερολογιακό, τὸ περὶ γάμου κληρικῶν μετὰ τὴ χειροτονία των, τὸ περὶ δευτέρου γάμου τῶν ἐν χηρείᾳ κληρικῶν, τὸ περὶ νηστείας κἄ. Δυστυχῶς στὸ ἐν λόγῳ Συνέδριο ἐπιχειρήθηκαν καινοτομίες καὶ ἐλήφθησαν ἀποφάσεις ξένες  πρὸς τὴν παράδοση καὶ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖες, ὅπως πολὺ ὀρθὰ ἔχει παρατηρηθεῖ, «ἐτραυμάτισαν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὡς κακὴ κληρονομιὰ συνοδεύουν ἔκτοτε τὴν θεματολογία τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου μέχρι σήμερα».[2]  Στὰ πλαίσια αὐτοῦ τοῦ Συνεδρίου «ὁρίσθηκε γιὰ τὸ 1925 σύγκληση Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ καὶ τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς 1600ετηρίδος τῆς ἐν Νικαίᾳ Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, (325μ.Χ.)»[3].
Ἔκτοτε ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος, ἡ ὁποία θὰ ἐπέχει θέση Οἰκουμενικῆς Συνόδου, θὰ γίνει ὅραμα καὶ ἐλπίδα, πόθος καὶ προσδοκία ἐπί 92 συναπτὰ χρόνια, μια προσδοκία ἀνεκπλήρωτη μέχρι σήμερα, (2015), παρὰ τὶς ἐργώδεις προετοιμασίες καὶ διαβουλεύσεις σὲ διορθόδοξο ἐπίπεδο, παρὰ τὴ συγκρότηση πολλῶν προπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπῶν, παρὰ τὴ συγκρότηση Πανορθοδόξων Διασκέψεων καὶ Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων. Πρόκειται γιὰ ἕνα πρωτοφανὲς γεγονὸς στὴν ἱστορία τὴς Ἐκκλησίας μας, διότι σὲ καμιὰ ἄλλη Σύνοδο, Οἰκουμενική, ἢ Τοπική, τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου, (879 μ.Χ.), θεωρουμένης ὡς  Η΄ Οἰκουμενικῆς, καὶ τῆς ἐπὶ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, (1351 μ.Χ.), θεωρουμένης ὡς Θ΄ Οἰκουμενικῆς, δὲν ὑπῆρξε τόση ἐργώδης καὶ μακροχρόνια προετοιμασία, τόση πολύπλοκη διαδικασία προπαρασκευῆς, μὲ τόσες πολλὲς ἀναθεωρήσεις καὶ τροποποιήσεις στὴ θεματολογία της. 
Στὶς γραμμές, ποὺ ἀκολουθοῦν, θὰ σκιαγραφήσουμε μὲ πολλὴ συντομία τὶς κυριότερες φάσεις αὐτῆς τῆς προετοιμασίας, ποὺ ἐδῶ καὶ χρόνια «μεθοδευμένα» γίνεται, ὥστε νὰ γίνει καλύτερα κατανοητὴ και ἡ παροῦσα φάση στὴν ὁποία αὐτὴ βρίσκεται καὶ νὰ ἐξαχθοῦν στὴ συνέχεια κάποια συμπεράσματα.
 
Πανορθόδοξα Συνέδρια καὶ Διασκέψεις.
Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, μετὰ τὴν ματαίωση τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου, ποὺ εἶχε προγραμματιστεῖ γιὰ τὸ 1925, λόγω μὴ ἐπαρκοῦς χρόνου προετοιμασίας, ἀπεφάσισε τήν σύγκληση Ὀρθοδόξου «Προσυνόδου» στὸ ἅγιον  Ὅρος τὸ 1932, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ προετοιμάσει τὴν μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἐκρίθη ἀναγκαῖο νὰ συγκληθεῖ προηγουμένως Προπαρασκευαστικὴ Διορθόδοξος Ἐπιτροπή, προκειμένου νὰ προετοιμάσει τὴν θεματολογία, μὲ τὴν ὁποία θὰ ἀσχοληθεῖ ἡ «Προσύνοδος». Πράγματι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ συνεκλήθη τὸ 1930 στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπεδίου Ἁγίου Ὅρους, μὲ πρωτοβουλία τοῦ μακαριστοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Φωτίου τοῦ Β΄ καὶ κατήρτισε ἕνα κατάλογο 17 θεμάτων, γιὰ τὴν μέλλουσα νὰ συνέλθη «Προσύνοδο». Ὡστόσο τελικὰ οὔτε Προσύνοδος, οὔτε Οἰκουμενικὴ Σύνοδος πραγματοποιήθηκαν, διότι ὁρισμένες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες ὡς ἐμπερίστατες καὶ ὡς εὑρισκόμενες κάτω ἀπὸ τὸ κράτος τοῦ Κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος, ἐζήτησαν τὴν ἀναβολήν των.
Μὲ τὴν ἴδια προοπτικὴ συνεκλήθη ἀργότερα, τὸ 1936, στὴν Ἀθήνα, τὸ Α΄ Πανορθόδοξο Θεολογικὸ Συνέδριο, οἱ ἐργασίες τοῦ ὁποίου εἶχαν ὡς ἐπίκεντρο τὸ ζήτημα τῆς συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου. Μετὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συνεκλήθη ἐπὶ τοῦ Μασόνου[4]  Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου τοῦ Α΄, τὸ 1961, στὴ Ρόδο, ἡ Α΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψη, ἡ ὁποία ἀπεφάσισε, μεταξὺ ἄλλων, τὴν προπαρασκευὴ τῆς συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, καί κατήρτισε νέο εὐρύτερο κατάλογο θεμάτων, διηρημένο στὰ ἀκόλουθα ὀκτὼ γενικὰ κεφάλαια: 1) Πίστις καὶ Δόγμα, 2) Θεία Λατρεία, 3) Διοίκησις καὶ ἐκκλησιαστικὴ εὐταξία, 4) Σχέσις Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρὸς ἀλλήλας, 5) Σχέσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον, 6) Ἡ Ὀρθοδοξία ἐν τῷ κόσμῳ, 7) Θεολογικὰ θέματα, 8) Κοινωνικὰ προβλήματα. Στὴ Διάσκεψη αὐτὴ ἐπιδιώχθηκε ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νὰ παραμερισθοῦν οἱ μέχρι τότε δικαιολογημένες ἐπιφυλάξεις καὶ ἡ δυσπιστία τῶν  ἄλλων Ἐκκλησιῶν, (λόγῳ τῆς δράσεως τῆς Οὐνίας), ἀπέναντι στὴ Ρώμη, καὶ νὰ ἐξασφαλισθεῖ ἡ σύμφωνη γνώμη των γιὰ τὴν προώθηση τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου μὲ τὸν Παπισμό καὶ ἐτέθησαν οἱ βασικοὶ ὅροι καὶ προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἔναρξη θεολογικοῦ διαλόγου μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς.
Στὸ ἴδιο πνεῦμα κινήθηκαν καὶ οἱ δύο ἑπόμενες Πανορθόδοξες Διασκέψεις, ποὺ πραγματοποιήθηκαν ἐπίσης στὴ Ρόδο, τὸ 1963 καὶ τὸ 1964, καθ’ ὃν χρόνον ὁ Παπισμός, κατὰ τὶς ἐργασίες τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου (1963-1965), ἐγκαινίαζε μὲ τὸ περίφημο  «Διάταγμα περὶ Οἰκουμενισμοῦ», τὸ γνωστὸ  “Unitatis Redintegratio”, νέα ἐκκλησιαστικὴ πολιτικὴ ἀπέναντι στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καὶ τὶς ἄλλες χριστιανικὲς ὁμολογίες.
Στὶς παρὰ πάνω Διασκέψεις, οἱ ὁποῖες διεξήχθησαν μέσα στὸ κλίμα καὶ στὴν ἀτμόσφαιρα τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου, ἐπισημάνθηκε ἡ ἀναγκαιότητα τῆς προωθήσεως καὶ ἐν τέλει πραγματοποιήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, ἡ ὁποία ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἐκφράσει σὲ οἰκουμενικὸ ἐπίπεδο τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ δώσει τὴ δική της μαρτυρία στὰ σύγχρονα παγκόσμια προβλήματα καὶ στὶς σχέσεις της μὲ τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο. Ἐπὶ πλέον ἐπανεξετάσθηκε τὸ θέμα τῶν σχέσεων μὲ τὸν Παπισμὸ καὶ ἐπαναδιατυπώθηκε ἡ σταθερὴ καὶ ἀταλάντευτη πρόθεση τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν νὰ προωθήσουν «διάλογο ἐπὶ ἴσοις ὅροις». Εἰδικότερα ἡ Β΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψη, (1963), ἀσχολήθηκε καὶ μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀποστολῆς, ἢ μή, Ὀρθοδόξων παρατηρητῶν στὴν Β΄ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ, ἐνῶ ἡ Γ΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψη (1964) ἀπεφάσισε ὅτι «... πρὸς καρποφόρον ἔναρξιν ἑνὸς πραγματικοῦ θεολογικοῦ διαλόγου παρίσταται ἡ ἀνάγκη τῆς  δεούσης προπαρασκευῆς καὶ τῆς δημιουργίας τῶν καταλλήλων συνθηκῶν».[5]
Τὸ 1968 συνεκλήθη, στὸ ἐν Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης Ὀρθόδοξο Πατριαρχικὸ Κέντρο, ἡ Δ΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψη, ἡ ὁποία ἐργάσθηκε συστηματικότερα καὶ μεθοδικότερα τόσο πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ὅσο καὶ πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς προωθήσεως τῶν διαχριστιανικῶν σχέσεων καὶ διαλόγων. Προχώρησε μάλιστα στὴ συγκρότηση Γραμματείας ἐπὶ τῆς προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, στὴ συγκρότηση Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικῆς Επιτροπῆς γιὰ τὴν προετοιμασία τῶν θεμάτων, ποὺ θὰ συζητηθοῦν στὴ μέλλουσα νὰ συνέλθει Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο, ὅπως ἐπίσης καὶ στὴ συγκρότηση Διορθοδόξων Ἐπιτροπῶν, γιὰ τὴν προετοιμασία τῶν διμερῶν θεολογικῶν διαλόγων μὲ τὶς ἄλλες χριστιανικὲς ὁμολογίες. (Συνεχίζεται)


[1]Ὁ Οἰκ. Πατριάρχης Μελέτιος ὁ Δ΄, σύμφωνα μὲ 25σελιδη νεκρολογία του Μασόνου φίλου του Ἀλέξανδρου Ζερβουδάκη: «παρακολουθοῦσε τὶς   ἐργασίες καὶ τὴ δράση τοῦ Τεκτονισμοῦ παντοῦ ὅπου βρέθηκε στὴν πολυτάραχη ζωή του, καὶ οἱ περιστάσεις καὶ τὸ περιβάλλον του το ἐπέτρεπαν [……..].  Ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ σὰν τὸν αδελφὸ Μελέτιο  δέχθηκαν τὸν Τεκτονισμὸ καὶ τὸν ἔκαναν βίωμά των. Καὶ ὑπῆρξε πραγματικὴ ἀπώλεια ὅτι τόσο γρήγορα ἀνακλήθηκε ἀπὸ τὸν  Μ.Α.Τ.Σ. στὴν Αἰωνία Ἀνατολή, πρὶν ὁλοκληρώσῃ τὰ ἔργα μὲ τὰ ὁποῖα ἐστεφάνωσε τὸ πέρασμά του ἀπὸ τὸν  κόσμο μας». [ΑΛΕΞ. ΖΕΡΒΟΥΔΑΚΗΣ, «Μελέτιος Μεταξάκης», (στήλη «Διάσημοι Τέκτονες»), ἐν  «Τεκτονικὸν Δελτίον», Ὄργανον τῆς Μεγάλης Στοᾶς τῆς Ἑλλάδος, ἔτος 17ον, ἀριθμ. 7, Ἰανουάριος-Φεβρουάριος 1967, σελ.  49-50].
[2]Βλ. ἄρθρο τοῦ πρωτοπρ. π. Θεοδώρου Ζήση, ομοτ. Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. μὲ θέμα: «Μεταλλαγμένη καὶ ἀλλοιωμένη ἡ Ἁγία και Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», δημοσιευθὲν στὸν Ὀρθόδοξο Τύπο (10.3.2015).
[3]Πρακτικὰ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου (10 Μαΐου - 8 Ἰουνίου 1923), Εἰσαγωγή -  Ἐπιμέλεια  Ἀρχ. Εὐδόκιμος Καρακουλάκης,  Ἐκδ. Ἑπτάλοφος,  Ἀθήνα 2015, σελ. XVI I.
[4]Ἀναφορὰ στὴ μασονική του ἰδιότητα ἔχουμε στὸ «Τεκτονικό Δελτίο», 1972 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος), τ. 104, σ. 232 κἑ., ὅπου οἱ Μασόνοι ἀναφέρονται  στὸ  τεκτονικὸ «μνημόσυνο», ποὺ τέλεσαν μόλις τέσσερις μῆνες μετὰ τὴν κοίμησή του, στὶς 12.10.1972, στὴν Ἀθηναϊκὴ Μασονικὴ Στοὰ «Αρμονία»! Ἐπίσης τὸ μασονικὸ περιοδικὸ «Ἰλισσός», ἕνα ἔτος ἀργότερα, τὸν χαρακτήρισε «μεγάλο ὁραματιστὴ τῆς ἑνώσεως τῶν Χριστιανῶν», (Ἰλισσός, 1973, τ. 97, σ. 41), τὸ δὲ μασονικὸ περιοδικὸ  «Πυθαγόρας», τέσσερα ἔτη ἀργότερα, τον χαρακτήρισε ὡς «μέγα», (Πυθαγόρας 1977, τ. 5, σ. 5).
[5]Βλ. Θ. Σταυρίδου, Θ.Η.Ε., τομ. 9, σελ. 814.