Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου

 
 

Ἄν συμφωνεῖτε μέ τό κείμενο ἐναντίον τῆς «Νέας Ἐκκλησιολογίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου», παρακαλοῦμε πατῆστε ἐδῶ, καί συμπληρῶστε τή φόρμα ἐπικοινωνίας (τά πεδία μέ ἀστερίσκο εἶναι ἀπαραίτητα).


Μέ θλίψη γίναμε ὅλοι μάρτυρες τῶν διαδραματισθέντων πρό ὀλίγων μηνῶν στήν Ἁγία Γῆ. Μεταξύ τῶν ἄλλων, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος διατύπωσε στό πλαίσιο τῆς συναντήσεώς του μέ τόν Πάπα Φραγκῖσκο στά Ἱεροσόλυμα στίς 25 Μαΐου τρ.ἔ. μία καινοφανῆ καί ἐντελῶς ξένη πρός τήν Ὀρθοδοξία ἐκκλησιολογία· ὡς ἡ χειρότερη ἔκφανση καί τό ἀποκορύφωμα μιᾶς παρεκκλίνουσας ἐκκλησιολογικῆς πορείας πού ἔχει ἐκκινήσει ἤδη ἀπό πολλοῦ, ἡ νέα αὐτή ἐκκλησιολογία, ἀπορρίπτει τό ἀκατάλυτον καί ἄφθαρτον τῆς Ἐκκλησίας, ἄν καί Αὐτή, κατά τούς ἁγίους Πατέρες, εἶναι «ὁ Θεάνθρωπος Χριστός παρατεινόμενος εἰς ὅλους τούς αἰῶνας καί εἰς ὅλην τήν αἰωνιότητα. Διά τοῦτο ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει “σπίλον ἤ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων”»[1] . Ἀντιθέτως, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Πατριάρχου, ἡ Ἐκκλησία, παρά τό θέλημα τοῦ Παντοδυνάμου Χριστοῦ, ἔχει διασπασθεῖ.
 
1. Διατυπώσεις τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς «διεσπασμένης ἐκκλησίας»
«Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπό τοῦ ἐν “ἀρχῇ Λόγου”,  τοῦ “ὄντος πρός τόν Θεόν”, καί “Θεοῦ ὄντος” Λόγου, κατά τόν εὐαγγελιστήν τῆς ἀγάπης, δυστυχῶς κατά τήν ἐπί γῆς στρατείαν αὐτῆς, λόγῳ τῆς ὑπερισχύσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί τοῦ πεπερασμένου θελήματος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός, διεσπάσθη ἐν χρόνῳ. Οὕτω διεμορφώθησαν καταστάσεις καί ὁμάδες ποικίλαι, ἐκ τῶν ὁποίων ἑκάστη διεκδικεῖ “αὐθεντίαν” καί  “ἀλήθειαν”. Ἡ Ἀλήθεια ὅμως εἶναι Μία,  ὁ Χριστός, καί ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπ᾿ Αὐτοῦ Μία Ἐκκλησία».
«Ἀτυχῶς, ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων, καί διά τῆς συσσωρεύσεως προσθηκῶν “θεολογικῶν”, “πρακτικῶν” καί “κοινωνικῶν” αἱ κατά τόπους Ἐκκλησίαι ὡδήγηθησαν εἰς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως, εἰς ἀπομόνωσιν, ἐξελιχθεῖσαν ἐνίοτε εἰς ἐχθρικήν  πολεμικήν» [2].
Ἡ θέση αὐτή δέν εἶναι παντελῶς νέα· ἤδη πολύ ἐνωρίς ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης εἶχε ἐκφράσει τήν ἄποψή του ὑπέρ τῆς ἰσότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ:
«Μιά κοινή μυστηριακή κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἀναδυθεῖ, διατηρηθεῖ καί μεταδοθεῖ διαχρονικῶς ἀπό τήν ἀποστολική διαδοχή [...] ἡ Μεικτή Ἐπιτροπή ἔχει δυνηθεῖ νά διακηρύξει, ὅτι οἱ Ἐκκλησίες μας ἀναγνωρίζουν ἡ μία τήν ἄλλη ὡς Ἀδελφές Ἐκκλησίες, ἀπό κοινοῦ ὑπεύθυνες γιά τή διαφύλαξη τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, μέ πιστότητα πρός τό θεῖο σχέδιο, καί μέ ἕναν τελείως ἰδιαίτερο τρόπο ὅσον ἀφορᾷ στήν ἑνότητα [...] Μέ αὐτήν τήν προοπτική παρακινοῦμε τούς πιστούς μας, Καθολικούς καί Ὀρθοδόξους, νά ἐνισχύσουν τό πνεῦμα τῆς ἀδελφοσύνης, τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό τό ἕνα Βάπτισμα καί ἀπό τή συμμετοχή στή μυστηριακή ζωή»[3].  
«Διά τήν συνειδητοποίησιν τῶν ἐπιβλαβῶν στοιχείων τῆς παλαιᾶς ζύμης, ἥτις ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν τῆς ἀληθοῦς καί σῳζούσης μετανοίας, ὠφελιμότατος εἶναι ὁ διάλογος [...] Ἐφ’ ὅσον δηλονότι μία Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει ὅτι ἄλλη τις Ἐκκλησία εἶναι ταμιοῦχος τῆς θείας χάριτος καί ἀρχηγός τῆς σωτηρίας, ἀποκλείεται, ὡς ἀντιφάσκουσα εἰς τήν παραδοχήν ταύτην, ἡ προσπάθεια ἀποσπάσεως πιστῶν ἀπό τῆς μιᾶς καί προσαρτήσεως αὐτῶν εἰς τήν ἑτέραν. Διότι ἑκάστη τοπική Ἐκκλησία δέν εἶναι ἀνταγωνίστρια τῶν ἄλλων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλ΄ ἕν σῶμα μετ’ αὐτῶν καί ἐπιθυμεῖ τήν βίωσιν τῆς ἑνότητος αὐτῆς ἐν Χριστῷ, τήν ἀποκατάστασιν δηλονότι αὐτῆς, διαταραχθείσης κατά τό παρελθόν, καί ὄχι τήν ἀπορρόφησιιν τῆς ἄλλης»[4].
Ἡ παράδοξη αὐτή διεύρυνση τῆς Ἐκκλησίας δέν ἄφησε ἐκτός τοῦ περιβόλου της τούς αἱρετικούς Προτεστάντες· περί τῆς 9ης Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας (Φεβρουάριος 2006), ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἐδήλωσε τό ἔτος 2008:
«Ἀπηλλαγμένοι λοιπόν τῶν ἀγκυλώσεων τοῦ παρελθόντος καί ἀποφασισμένοι νά παραμείνωμεν ἡνωμένοι καί νά ἐργασθῶμεν ἀπό κοινοῦ, ἐθέσαμεν, πρό δύο ἐτῶν, κατά τήν διάρκειαν τῆς Θ’ Συνελεύσεως ἐν Porto Alegre Βραζιλίας, τάς βάσεις μιᾶς νέας περιόδου εἰς τήν ζωήν τοῦ Συμβουλίου»[5] 
Πρός κοινή ἔκπληξη, τό τελικό κείμενο τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης διακηρύσσει περί τῶν «ἐκκλησιῶν» τοῦ Π.Σ.Ε.:
«Κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ Καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ἡ ὁλότητά της. Κάθε ἐκκλησία ἐκπληρώνει τήν καθολικότητά της ὅταν εἶναι σέ κοινωνία μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες [...] Ὁ ἕνας χωρίς τόν ἄλλο εἴμαστε πτωχευμένοι»[6].
Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης (Ζηζιούλας), θεολογικός σύμβουλος τοῦ Πατριάρχου, ἐπίσης θεωρεῖ ὡς ἐντός «ἐκκλησίας» ὅσες (δι)αιρέσεις καί σχίσματα ἐφαρμόζουν ἕνα ὁποιοδήποτε «βάπτισμα»:
«Τό βάπτισμα δημιουργεῖ ἕνα ὅριο στήν Ἐκκλησία. Τώρα μέ αὐτό τό βαπτιστικό ὅριο εἶναι κατανοητό νά ὑπάρξει διαίρεση, ἀλλά ὁποιαδήποτε διαίρεση μέσα σέ αὐτά τά ὅρια δέν εἶναι τό ἴδιο μέ τήν διαίρεση πού ὑπάρχει μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας καί αὐτῶν πού βρίσκονται ἔξω ἀπό αὐτό τό βαπτιστικό ὅριο [...] Ἐντός τοῦ βαπτίσματος, ἀκόμη καί ἄν ὑπάρχει μία διάσπαση, μία διαίρεση, ἕνα σχίσμα, ἀκόμη μπορεῖς νά μιλᾶς γιά Ἐκκλησία»[7].
Διευρύνοντας αὐθαιρέτως τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ὁ κ. Ἰωάννης περιόρισε τό ἐπ’ αὐτῷ καί τό πεδίο τῶν αἱρέσεων· κατ’ αὐτόν «ἐκκλησιαστικοποιεῖται» κάθε αἵρεση ἡ ὁποία δέν ἀντιπίπτει ἐκπεφρασμένως στό Σύμβολον τῆς Πίστεως, ὅπως δηλαδή ὁ Μονοφυσιτισμός-Μονοθελητισμός (τῶν λεγομένων «προχαλκηδονίων»), ἡ Εἰκονομαχία, ὁ ἀντι-ησυχασμός, ὁ ἐθνοφυλετισμός κ.λπ. :
«Ἡ αἵρεση, δηλαδή ἡ ἀπόκλιση ἀπό αὐτό πού πιστεύει καί ὁμολογεῖ μέ τό Σύμβολο τῆς πίστεώς της ἡ Ἐκκλησία, ὁδηγεῖ αὐτομάτως ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Τό πρόβλημα ὅμως ἀρχίζει ἀπό τή στιγμή πού ἡ ὀπτική αὐτή γωνία ἀπολυτοποιεῖται [...]»[8].
Ὅλα τά παραπάνω φαίνονται ὡς προβολή καί προέκταση τῆς παλαιᾶς προτάσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, μέντορος τῶν μετά ταῦτα πρωτεργατῶν τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ:
«Εἰς τήν κίνησιν πρός ἕνωσιν, δέν πρόκειται ἡ μία Ἐκκλησία νά βαδίσῃ πρός τήν ἄλλην, ἀλλ’ ὅλαι ὁμοῦ νά ἐπανιδρύσωμεν τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἐν συνυπάρξει εἰς τήν Ἀνατολήν καί τήν Δύσιν, ὅπως ἐζῶμεν μέχρι τοῦ 1054, παρά καί τάς τότε ὑφισταμένας θεολογικάς διαφοράς»[9].
 
2. Ἔμπρακτη ἐφαρμογή διαχρονικῶς τῆς νέας ἐκκλησιολογίας
Οἱ πεποιθήσεις αὐτές τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἔχουν ἐμπράκτως βεβαιωθεῖ μέ διάφορες παλαιότερες ἐκδηλώσεις τοῦ οἰκουμενιστικοῦ γίγνεσθαι: ἐπί παραδείγματι, μέ τήν παρουσία ἤ καί συμπροσευχή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου σέ ἑσπερινό τῆς Θρονικῆς Ἑορτῆς τῆς Ρώμης (Ἰούνιος 1995), στήν κηδεία τοῦ Πάπα Ἰωάννη Παύλου Β΄ (Ἀπρίλιος 2005), σέ παπική λειτουργία στό Βατικανό (Ἰούνιος 2008), σέ συνεδρία τῆς Συνόδου τῶν Καθολικῶν Ἐπισκόπων (Ὀκτώβριος 2008) καί στήν πρώτη ἐπίσημη λειτουργία τοῦ Πάπα Φραγκίσκου (Μάρτιος 2013). Μέ τήν ἀπό κοινοῦ εὐλόγηση τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν ἀπό τόν κ. Βαρθολομαῖο καί τόν Καρδινάλιο Cassidy (Φανάρι, Θρονική Ἑορτή 1992), καθώς καί μέ τή συμμετοχή τοῦ Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ σέ Πατριαρχική Λειτουργία στό Φανάρι (Νοέμβριος 2006), ὅπου ὁ Πάπας, φορώντας ὠμοφόριο, ἀπήγγειλε τό «Πάτερ ἡμῶν» καί τοῦ ἐψάλη Πολυχρόνιον! Μέ τήν πρόσφατη (Μάιος 2014) συμπροσευχή στήν Ἱερουσαλήμ, ἐνώπιον τοῦ Παναγίου Τάφου. Ἀκόμη, μέ τήν ἐπίδοση ἁγίου Ποτηρίου ὡς δώρου στόν νεο-εκλεγέντα οὐνίτη (ἐν Ἀθήναις) ἐπίσκοπο «Καρκαβίας», Δημήτριο Σαλάχα (Μάιος 2008). Μέ τή συμμετοχή τοῦ παπικοῦ ἐπισκόπου Louis Pelâtre στόν ἑσπερινό τῆς ἀγάπης στό Φανάρι τό Πάσχα τοῦ 2009, ἔθος πού συνεχίσθηκε καί τά ἑπόμενα ἔτη, μέ εἴσοδο τῶν ἑτεροδόξων στό ἱερό Βῆμα διά τῆς Ὡραίας Πύλης. Μέ τή συμμετοχή τοῦ κ. Βαρθολομαίου στή Σύνοδο τῶν Ἀγγλικανῶν στό Labeth Palace (Νοέμβριος 1993). Ὅλα αὐτά καί πολλά ἄλλα, διανθίσθηκαν μέ συμπροσευχές, προσφωνήσεις ἤ καί κοινές ἐκκλησιολογικές δηλώσεις. Στό πλαίσιο τῆς οἰκουμενιστικῆς στοχεύσεώς του ὁ κ. Βαρθολομαῖος δέν παρέλειψε νά παροτρύνει καί τόν νέο Πατριάρχη Βουλγαρίας, Μακαριώτατο κ. Νεόφυτο, νά ἐπανέλθει τό Πατριαρχεῖο Βουλγαρίας στήν οἰκουμενική κίνηση ἀπ΄ ὅπου ἀπεχώρησε τό 1998[10].
 
3.  Ἄρνηση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, πίστεως «εἰς Μίαν Ἐκκλησίαν»
Οἱ ὡς ἄνω δηλώσεις καί τά γεγονότα προσδιορίζουν τή σταθερή ἐκκλησιολογική γραμμή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Ἡ πρόσφατη ἐν Ἱεροσολύμοις δήλωσή του, ἀναδεικνύει σαφῶς καί τήν προφανῆ ἀντιφατικότητα ἤ τή διγλωσσία τῆς ἐκκλησιολογίας αὐτῆς, χαρακτηριστικές τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καθώς προβάλλει μέν τήν Μίαν Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ ὡς «διεσπασμένην ἐν χρόνῳ». Ἐν προκειμένῳ τό πατριαρχικό κείμενο δημιουργεῖ σύγχυση καί σαφῶς δέν ὑπαγορεύεται ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖο εἶναι Πνεῦμα «εὐθές»[11]. Εἶναι ἀκόμη εὐνόητο, ὅτι ἡ θέση αὐτή συνιστᾷ συνειδητή ἄρνηση τοὐλάχιστον τῆς ἑνότητος τῆς «Μιᾶς» Ἐκκλησίας ὡς ἰδιότητος καί ὀντολογικοῦ Της δεδομένου. Ἡ συμπερίληψη τῆς ἰδιότητος αὐτῆς στό ἐκκλησιολογικό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἀποτελεῖ τήν ἔκφραση τῆς αὐτοσυνειδησίας καί ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας καί κατά συνέπειαν ὅποιος – κληρικός ἤ λαϊκός - ἀμφισβητεῖ συνειδητῶς ἤ ἀπορρρίπτει τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή ὁριοθετεῖται μέ κάθε ἀκρίβεια στούς Ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἰδιαιτέρως στά μονοσήμαντα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, εὐλόγως ἐκπίπτει ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὑποκείμενος σέ καθαίρεση ἤ ἀφορισμό κατά τίς Οἰκουμενικές Συνόδους[12].
 
4. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι αἰωνίως ἀκατάλυτη, ἡ ἑνότητα Χριστοῦ καί πιστῶν ἀδιάσπαστη
Ἡ σαφής ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου, ὅτι «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσι» [13] τῆς Ἐκκλησίας, πολλῷ μᾶλλον ἐπειδή «τό μωρόν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστίν καί τό ἀσθενές τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί»[14], καταρρίπτει κάθε ἰσχυρισμό τοῦ Πατριάρχου, ὅτι «ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων» στή β΄χιλιετία τῆς ἱστορίας Της! Εἶναι σαφεῖς ἐν προκειμένῳ οἱ διαπιστώσεις τῶν ἁγίων Πατέρων:  γιά τόν Μ. Βασίλειο ὁ Χριστός «ἐν μέσῳ» τῆς Ἐκκλησίας «ἐγένετο, χαριζόμενος αὐτῇ τό μή σαλεύεσθαι»[15]· ὁ Θεολόγος Γρηγόριος ὀνομάζει τήν Ἐκκλησία «κληρονομίαν Χριστοῦ μεγάλην καί οὐ παυσομένην, ἀλλ’ ἀεί βαδιουμένην», ὁ δέ Χρυσόστομος Ἰωάννης διακηρύσσει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζεται ἀπό τήν Γραφή «ὄρος, διά τό ἀπερίτρεπτον καί πέτρα, διά τό ἄφθαρτον»[16]. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ Πενταπόλεως, ὁμόφωνος μέ τήν ὁμολογία πάντων τῶν ἁγίων Πατέρων, βεβαιώνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία «μόνη ἐστίν ὁ στύλος καί τό ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας[17], διότι τό Πνεῦμα τό παράκλητον μένει ἐν αὐτῇ εἰς τόν αἰῶνα»[18]. Ἡ συνεχής παρουσία τοῦ Πνεύματος διασφαλίζει τήν Ἐκκλησία, καί γι΄ αὐτό εἶναι ὁλοκληρωμένο, «περατωθέν», τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος «ἔργον ἐκπεράνας εὔφρανε φίλους»[19].
Στήν Ἐκκλησία πιστεύουμε ὡς εἰς αἰώνιο θεανθρώπινο καθίδρυμα τό ὁποῖον «οὐ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ἐκταθήσεται μόνον, ἀλλά καί πανταχοῦ τοῦ αἰῶνος»[20] καί συνεπῶς δέν ἡττᾶται ἤ παρέρχεται· εἶναι πασιφανές, ὅτι αὐτή ἡ χωροχρονική ἔκταση δέν ἀφορᾷ μιά νοητή «ἄχρονη» Ἐκκλησία, ἀλλά τήν «ἐν χρόνῳ» στρατευομένη, ἡ ὁποία εἶναι καί ἱστορικῶς ἐμφανέστατη ὡς ἑνότητα-κοινωνία πιστῶν[21], διότι εἶναι «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη» καί «οἶκος τοῦ Θεοῦ περίοπτος τοῖς ἁπανταχοῦ»[22].
Ἡ ὑπερφυής ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ εἶναι κάτι τό δεδομένο, ἀπολύτως καί ἀμετακλήτως διασφαλισμένο ἀπό τήν Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας[23], τόν Χριστό, μέ τή συνεχῆ παρουσία τοῦ Παρακλήτου Πνεύματός Του σ’ Αὐτήν[24], ἕως τῆς συντελείας, ἤδη ἀπό τήν Πεντηκοστή. Οἱ πιστοί, ὡς τό Σῶμα τῆς Κεφαλῆς, τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀπαραίτητο συμπλήρωμά Της, «τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» Χριστοῦ[25], γι’ αὐτό δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ἡ Μία Ἐκκλησία «ἐκτός χρόνου», δηλαδή χωρίς ἐπί γῆς πιστούς· γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἔνθα γάρ ἡ κεφαλή, ἐκεῖ καί τό σῶμα· οὐδενί γάρ μέσῳ διείργεται ἡ κεφαλή καί τό σῶμα· εἰ γάρ διείργετο, οὐκ ἄν εἴη σῶμα, οὔκ ἄν εἴη κεφαλή [...] Ὅρα πῶς αὐτόν κοινῇ πάντων χρῄζοντα εἰσάγει [...] Διά πάντων οὖν πληροῦται τό σῶμα αὐτοῦ. Τότε πληροῦται ἡ κεφαλή, τότε τέλειον σῶμα γίνεται, ὅταν ὁμοῦ πάντες ὦμεν συνημμένοι καί συγκεκολλημένοι»[26]. Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός δοξάζεται καί ἐν Χριστῷ καί ἐν τῷ Σώματι τοῦ Χριστοῦ, τῇ Ἐκκλησίᾳ, τῆς ὁποίας μόνης εἶναι Σωτήρ ὁ Θεάνθρωπος[27], ὁ ὁποῖος «ἐκτρέφει καί θάλπει αὐτήν»[28]. Ὅποιος δέν πιστεύει στή συνέχεια τῆς Ἐνσαρκώσεως, τήν Ἐκκλησία, δέν πιστεύει στόν Χριστό· ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ συνέχεια τῆς ἐντός τοῦ χρόνου Σαρκώσεως. Καί ὅπως ὁ Κύριός μας ἐθέαθη, ψηλαφήθηκε καί προσκυνήθηκε ἐν σαρκί, ἐν χρόνῳ, ἔτσι ἐπίσης συνεχίζει νά συμβαίνει καί μέ τό Σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία - ἑνωμένη καί ἁγία - ἐν χρόνῳ. Ἄν θά δεχόμασταν τή διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας, θά δεχόμασταν λοιπόν τήν ἐκμηδένιση τῆς Ἐνσαρκώσεως καί τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου[29].
 
5. Ἐπειδή ὁ Χριστός «οὐ μεμέρισται» ἡ ἑνότητα εἶναι δεδομένον «κτῆμα» τῆς Ἐκκλησίας
Ἡ Ἐκκλησία ἔχοντας ὡς ὀντολογικό Της δεδομένο τήν ἑνότητα, δέν τήν ἐπιζητεῖ, ἁπλῶς τήν διατηρεῖ - «τηρεῖν τήν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης»[30] -, εἶναι δέ αὐτή οὐσιῶδες  χαρακτηριστικό Της, καθ΄ὅσον «τό τῆς Ἐκκλησίας ὄνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλ΄ ἑνώσεώς ἐστι καί συμφωνίας ὄνομα»[31]. Ἐκκλησία διῃρημένη καί διεσπασμένη εἶναι τραγέλαφος καί ψιλή φαντασία. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος Αἰγίνης ὁ Θαυματουργός στρεφόμενος κατά τῆς προτεσταντικῆς θεωρίας περί «ἀοράτου Ἐκκλησίας» φαίνεται νά ἐρωτᾷ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη: «Πρός τί καί τό ὄνομα Ἐκκλησία, ἀφοῦ τά μέλη εἰσί μεμονωμένα καί πρός ἄλληλα ἄγνωστα, καί δέν ἀποτελοῦν ὀργανικόν τι σύστημα οὐδ’ ἕνωσιν ἀδιάσπαστον κατά τήν ἀληθῆ σημασίαν τοῦ ὀνόματος αὐτῆς;»[32]
Ἡ ἑνότης τῆς δογματικῆς πίστεως εἶναι λοιπόν ἐπίσης δεδομένον τῆς Ἐκκλησίας· διότι καθώς ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ὁ Χριστός δέν μπορεῖ νά διασπασθεῖ - «οὐ μεμέρισται ὁ Χριστός»[33] -,  ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία ὑφίσταται «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα»[34] καί ὄχι δογματική πολυφωνία· ἡ Ἐκκλησία διαμορφώνει ἑνιαία πίστη στό χριστεπώνυμο πλήρωμα, «κατά μίαν τῆς πίστεως καί χάριν καί κλῆσιν τούς πιστούς ἀλλήλοις ἑνοειδῶς συνάπτουσα»[35].
 
6. Ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν δέν βλάπτει τήν Ἐκκλησία
Ὅποιος ἐκπίπτει ἀπό τήν ὁμοφωνία τῆς θεολογικῆς ὁμολογίας, καί καθίσταται λοιπόν ξηρό κλῆμα πού ἀπεκόπη ἀπό τήν Ἄμπελο[36], εἶναι ὁ ἴδιος ὑπεύθυνος, καθώς σαφῶς προειδοποιεῖ ὁ Χρυσορρήμων Ἰωάννης: «Μένε εἰς Ἐκκλησίαν καί οὐ προδίδοσαι ὑπό τῆς Ἐκκλησίας. Ἐάν δέ φύγῃς ἀπό Ἐκκλησίας, οὐκ αἰτία ἡ Ἐκκλησία [...] Ἐάν δέ ἐξέλθῃς ἔξω, θηριάλωτος γίνῃ· ἀλλ’ οὐ παρά τήν μάνδραν τοῦτο, ἀλλά παρά τήν σήν μικροψυχίαν [...] Ἐκκλησία γάρ οὐ τοῖχος καί ὄροφος, ἀλλά πίστις καί βίος»[37].
Σύμφωνα μέ τά παραπάνω, ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν Λατίνων καί ἡ ἀπουσία τῶν αἱρετικῶν Προτεσταντῶν ἀπό τή Μία καί Καθολική Ἐκκλησία δέν Τήν ἔβλαψε («οὐ προδίδοσαι ὑπό τῆς Ἐκκλησίας») καί οὔτε θά μποροῦσε νά τήν βλάψει· σαφέστατα δηλώνουν οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες σέ Σύνοδο τοῦ 18ου αἰῶνος τήν θεανθρώπινη ἀρτιμέλεια τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἔκπτωση τῶν Λατίνων ἐξ ὑπερηφανίας τοῦ Πάπα: «Ὕστερον μέντοι πρό χρόνων τινῶν ἐπηρείᾳ τοῦ πονηροῦ ὁ Ῥώμης πάπας ἀποσφαλείς καί εἰς ἀλλόκοτα δόγματα καί καινοτομίας ἐμπεσών, ἀπέστη τῆς ὁλομελείας τοῦ σώματος τῆς εὐσεβοῦς Ἐκκλησίας καί ἀπεσχίσθη [...] Νῦν δέ τά μέν τέσσαρα μέρη τοῦ ῥηθέντος ἱστίου ἐνέμειναν κατά χώραν συνημμένα τε καί συνεραμμένα, δι’ ὧν εὐχερῶς ἡμεῖς διαπλέομεν καί ἀκυμάντως τό τοῦ βίου τούτου πέλαγος [...]. Οὕτως οὖν ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ εὐσεβής Ἐκκλησία ἐπί τέσσαρσιν νῦν ἐρείδεται στύλοις, τοῖς τέσσαρσι δηλαδή Πατριάρχαις, καί μένει ἀδιάσειστος καί ἀκλόνητος»[38].
Βεβαίως, ἡ αἵρεση δέν εἶναι μόνον ἡ εἰς τά καίρια βλάβη τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως, ἀλλά καί στά ἐλάχιστα, τά ὁποῖα πάντοτε ἐξελίσσονται ἐπί τά χείρω. Μαζί μέ πολλούς ἄλλους ἁγίους ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως ἅγιος Ταράσιος παρατηρεῖ: «Τό γάρ ἐπί δόγμασιν εἴτε μικροῖς εἴτε μεγάλοις ἁμαρτάνειν, ταὐτόν ἐστι· ἐξ ἀμφοτέρων γάρ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀθετεῖται»[39]. Καί ὁ μέγας Πατριάρχης ΚΠόλεως Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος συμφωνεῖ: «Εἴτε γοῦν ἐν μείζονι εἴτε ἐν ἐλάττονι διαμαρτάνοι τις τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως, αἱρετικός ἐστιν»[40].
 
7. Ἔχει καταλυθεῖ ἡ Ἱερωσύνη τῶν Ἐπισκόπων ;
Συνεπής ἑρμηνεία τῆς νέας αὐτῆς ἐκκλησιολογίας, καθιστᾷ τόν Πατριάρχη καί ἅπαντες τούς Ἐπισκόπους «ἐλλιπεῖς» ὡς πρός τήν πραγματική Ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ καί συνεπῶς τοποτηρητές, ἀλλ΄ ὄχι διαδόχους τῶν Θρόνων τους, καί ἐπόπτες, ἀλλ’ ὄχι τελειωτές τῶν θείων Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Ἐπίσκοποι δέν μετέχουν στό πλήρωμα τῆς Ἱερωσύνης τῆς Ἐκκλησίας, ἄν ἀληθεύει ὁ κ. Βαρθολομαῖος. Ἄν διεσπάσθη ἐν χρόνῳ ἡ Μία Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τότε ἡ ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, ἡ ὁποία εἶναι ἐν Πνεύματι κοινωνός τῆς ἐπουρανίου Ἱεραρχίας κατά τόν ἅγιο Μάξιμο[41], ἔχει «θρυμματισμένο»  τόν φωτισμό τῆς Ἱερωσύνης, διότι «θεοπτικῶς ὁ ἱεράρχης πρῶτον ἐλλάμπεται, εἶτα μεταδίδωσι τοῖς ὑπ΄ αὐτόν, εἶτα τελειοῖ τούτοις, οἷς μεταδίδωσι τῆς ἐλλάμψεως» [42].
Ἀπό τίς παραπάνω σύντομες, κατά τό δυνατόν περιεκτικές, δογματικές διαπιστώσεις καθίσταται ἡλίου φαεινοτέρα ἡ ἀπόσταση τῶν κατά καιρούς πατριαρχικῶν δηλώσεων ἀπό τήν Ὀρθοδοξία: ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος πιστεύει σέ μία «διευρυμένη καί διῃρημένη» Ἐκκλησία· διευρυμένη, διότι θεωρεῖ τούς αἱρετικούς ὡς ἀνήκοντες σέ αὐτήν δυνάμει ὁποιουδήποτε «βαπτίσματος», παρά τά αἱρετικά τους δόγματα καί τό σχίσμα τῆς ἀκοινωνησίας, διῃρημένη δέ, διότι δέν ὑπάρχει «διακοινωνία» ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν. Μολονότι διῃρημένη «ἐντός τῆς ἱστορίας», ἡ Μία Ἐκκλησία συνεχίζει νά ὑφίσταται «κάπου-κάπως», κατά τόν κ. Βαρθολομαῖο. Εἶναι ὅμως καταφανές στήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ ἑνότητά Της εἶναι ὀντολογικό καί ἀναφαίρετο γνώρισμά Της, διότι Αὐτή εἶναι Σῶμα τοῦ ἀδιαιρέτου καί Παντοδυνάμου Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του, ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά διαιρεθεῖ, διότι αὐτό εἶναι κατάλυσή Της καί «ἧττα» τῆς Θεότητος, οὔτε μπορεῖ νά παύσει νά ὑφίσταται, διότι Αὐτή ἀποτελεῖ ἐκπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς αἰωνίου ἐπί γῆς σωτηρίας. Ἡ ἑνότητα τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται μεταξύ ἄλλων καί στήν ἑνιαία δογματική πίστη, ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ὁποίας συνιστᾷ αἵρεση, ἀμφισβήτηση τῶν προϋποθέσεων τῆς σωτηρίας μας. Ὁ Χριστός ἀπεφάνθη, ὅτι ὅποιος χωρισθεῖ ἀπό τήν Ἄμπελο, δηλ. τόν Ἴδιο, ξηραίνεται ὡς τό κλῆμα καί ἀπόλλυται[43]. Ὁ κ. Βαρθολομαῖος θεωρεῖ ὅτι ἡ Ζῶσα καί εὔχυμος Ἄμπελος τοῦ Κυριακοῦ Σώματος χωρίς τά ξηρά κλήματα πού μέ δική τους εὐθύνη ἀπεκόπησαν εἶναι ἐλλιπής, «διεσπασμένη», καί πρέπει ὁπωσδήποτε νά τά «ἐγκεντρίσουμε» σέ Αὐτήν ἐκ νέου, νεκρά ὄντα, στό ἐκκλησιαστικό Σῶμα τῆς ὄντως Ζωῆς, τοῦ Ζῶντος Χριστοῦ.
 
8. Ἡ παλαιά ἀντίδραση μέ διακοπή μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα
Ἡ καινοτόμος ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου ἔχει προωθήσει τόν Οἰκουμενισμό ἀπό τό σημεῖο τῆς ἀπαξιώσεως τῶν δογμάτων, ἴδιον τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, στήν παροῦσα φοβερή διαστρέβλωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως· προφανῶς ἡ διακήρυξη «διαλύσεως» τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπαραίτητη γιά τόν Οἰκουμενισμό, ὥστε ἡ «νέα-ἐκκλησία» νά «ἐπανιδρυθεῖ» σέ ἁρμονία μέ τίς οἰκουμενιστικές προδιαγραφές.
Ἐπί Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, τό Ἅγιον Ὄρος σύσσωμο εἶχε ἀντιδράσει στά οἰκουμενιστικά του ἀνοίγματα. Τρεῖς Μητροπολῖτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐφάρμοσαν τήν προβλεπόμενη ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες καί τούς ἱερούς Κανόνες, τόν 31ον Ἀποστολικό καί τόν 15ον τῆς Πρωτοδευτέρας, νόμιμη ἐκκλησιαστική ἀντίσταση διά τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου. Τό ἴδιο ἔπραξαν καί ὀκτώ ἀθωνικές ἱερές Μονές: «διά τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, Συνεδρίᾳ ΝΒ΄ τῆς 13ης Νοεμβρίου 1971, [...] ἑκάστη Ἱερά Μονή, ὡς αὐτοδιοίκητος, ἀφέθη ἐλευθέρα νά πράττη κατά συνείδησιν εἰς τό θέμα τοῦτο»[44]. Ἡ διακοπή ἐκείνη τοῦ μνημοσύνου, χωρίς περαιτέρω ἀποτείχιση ἤ παντελῆ ἀκοινωνησία, ἀποτελοῦσε ἐπαινετή στάση, διότι καθώς ὁρίζει ὁ 15ος ἱερός Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας[45] (ἔτους 861), ὅσοι ἀμύνονται ἔτσι «οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι»· ὅσοι μέ τέτοια πρόθεση διακόπτουν τό μνημόσυνον Ἐπισκόπων ἑτεροφρόνων, «οὐκ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν» καί γι΄ αὐτό «οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται [...] ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται»[46]. Λυπούμεθα, διότι ἡ πορεία τῶν πραγμάτων δέν ἐμπνέει αἰσιοδοξία γιά ἀλλαγή πλεύσεως τοῦ κ. Βαρθολομαίου. Στήν προσεχῆ ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Φραγκίσκου στό Φανάρι, γιά τή Θρονική Ἑορτή τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, στά τέλη τοῦ ἐρχομένου Νοεμβρίου καί πάλιν ἀναφαίνεται στόν ζοφερό ὁρίζοντα τυπικόν αὐξημένης λειτουργικῆς συμμετοχῆς τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα στήν Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία, φοροῦντος ὠμοφόριο, μέ λειτουργικό ἀσπασμό πρός αὐτόν (πού δέν προβλέπεται γιά ὅσους δέν λειτουργοῦν ἀλλά παρίστανται μόνον), μέ ἀπαγγελία ἀπό αὐτόν τοῦ «Πάτερ ἡμῶν», προσευχῆς μέ σαφῆ εὐχαριστιακή ἀναφορά («τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον») καί πού πρέπει νά ἀπαγγέλλεται ἀπό τόν Προεστῶτα ἐκ μέρους τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ· ἀκόμη μέ θυμιάτιση τοῦ Πάπα καί μέ παραχώρηση σέ αὐτόν τοῦ ἄμβωνος, γιά νά κηρύξει. Ὅλα αὐτά δέν εἶναι ἁπλῆ συμπροσευχή, διότι ἀσφαλῶς, ἡ Θεία Λειτουργία δέν ἄρχεται ἀπό τό «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε», ἀλλά ἀπό τό «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία»[47]. Κατά τόν π. Ἀλέξανδρο Σμέμαν «ἀπό τήν πλευρά τῆς Παραδόσεως, ὁ μυστηριακός χαρακτήρας τῆς Εὐχαριστίας δέν μπορεῖ τεχνητῶς νά περιορισθεῖ σέ μία πράξη, σέ μία στιγμή τοῦ ὅλου τυπικοῦ. Ἔχουμε μία “τάξη” στήν ὁποία ὅλα τά μέρη καί ὅλα τά στοιχεῖα εἶναι ἀναγκαῖα, εἶναι ὀργανικῶς συνδεδεμένα μετ΄ ἀλλήλων σέ μία μυστηριακή δομή. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Εὐχαριστία εἶναι μυστήριο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους καί ἡ ἐκπλήρωση ἤ ὁλοκλήρωσή της “καθίσταται ἐφικτή” ἀπό ὅλη τή Λειτουργία»[48].
Εὐχόμεθα, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος νά ἀναλογισθεῖ τή μέγιστη εὐθύνη του ἔναντι ἐκείνων τούς ὁποίους ὁδηγεῖ στήν πλάνη καί τήν ἀπογύμνωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν «χιτῶνα τῆς ἀληθείας, τόν ὑφαντόν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας»[49]. Τίποτε ἀπό τά ὀρθόδοξα δόγματα δέν θά ἐκπέσει ποτέ. Τίποτε δέν θά μεταβληθεῖ ποτέ. Καί ποτέ δέν θά προστεθεῖ καμμία ἀπόφαση νέα πού νά ἀλλοιώνει τίς παλαιές.  Δογματική ἐξέλιξη δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξει  καμμία, κανενός εἴδους[50].
 
«Ὁ δέ ταράσσων ὑμᾶς βαστάσει τό κρῖμα, ὅστις ἄν ᾖ»[51]
 
Ἀκολουθοῦν μετά τίς ὑποσημειώσεις οἱ ὑπογραφές 7200 περίπου προσώπων, Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν, κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν.
Τελευταία ανανέωση (7/4/2015)
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ὅσοι ἐκ τῶν κληρικῶν, μοναχῶν, μοναζουσῶν καί λαϊκῶν ἐπιθυμοῦν νά συμμετάσχουν στήν μικρή αὐτή κατάθεση ὀρθοδόξου ὁμολογίας ἠμποροῦν νά τό δηλώσουν γράφοντας: «Συμφωνῶ μέ τό κείμενο ἐναντίον της Νέας Ἐκκλησιολογίας τοῦ Πατριάρχου Βαρθο­λομαίου” καί προσυπογράφω». Νά  ἀποστείλουν δέ τήν δηλωση μέ τό ὄνομά τους καί τήν κληρική, μονα­στι­κή ἤ ἐπαγγελματική τους ἰδιότητα στή διεύθυνση: Περιοδικό «Θεοδρομία», Τσιμισκῆ 128, 546 21 Θεσσαλονίκη, Fax: 2310.276590 καί e-mail: synaxisorthkm@gmail.com. Ἐπισημαίνεται ὅτι εἶναι ἀπαραίτητη στό e-mail ἡ ἀναγραφή ὀνοματεπωνύμου, ἐπαγγέλματος (ἤ ἰδιότητος) καί τόπου διαμονῆς, μέ πεζούς καί τονισμένους χαρακτῆρες, πρός ἀποφυγήν λαθῶν (π.χ. παρατονισμῶν) στήν καταγραφή τοῦ ὀνόματος καί τοῦ ἐπωνύμου· ὄχι μόνον ὄνομα ἤ e-mail.


[1]. ΑΓ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος· μελετήματα  Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1987, σελ.182 (Κεφάλαια Ἐκκλησιολογικά, §33). Βλ. καί Ἐφ. 5, 27. 
[2]. «Οικουμενικός Πατριάρχης προς Πατριάρχη Ιεροσολύμων: Αμφότεροι φυλάσσσομεν πνευματικάς καί κυριαρχικάς Θερμοπύλας», Amen.gr (24 Μαϊ 2014) http://www.amen.gr/article18151 (παράγραφος §4).
[3]. «Common Declaration Signed in the Vatican by Pope John Paul II and Patriarch Bartholomew I, June 29, 1995», EWTN Global Catholic Network, http://www.ewtn.com/library/PAPALDOC/BARTHDEC.HTM. Βλ. καί Ἐπίσκεψις 520 (31-7-1995) 20.
[4]. Προσφώνησις πρός τήν παπικήν ἀντιπροσωπείαν ὑπό τόν Καρδινάλιο William Keeler, κατά τήν Θρονική Ἑορτή τοῦ Πατριαρχείου ΚΠόλεως (1998) ἐν Ἐπίσκεψις, ἔτος 29ον, ἀρ. 563 (31-11-1998).
[5]. « Ὁμιλία ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑξηκοστῆς ἐπετείου ἀπό τῆς ἱδρύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» (Καθεδρικός Ναός Ἁγίου Πέτρου Γενεύης, τήν 17ην Φεβρουαρίου 2008) ἐν http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=876&tla=gr
[6]. Μτφρ. ἀπό τό Called to be the One Church, §6 καί 7 ἐν God, in your Grace ... Official Report of the Ninth Assembly of the World Council of Churches, ὑπό Luis N. Rivera-Pagán, WCC Publications, Geneva 2007, σ. 257.
[7]. «Orthodox Ecclesiology and the Ecumenical Movement», Sourozh Diocesan Magazine (Ἀγγλία), τόμ. 21 (Αὔγουστος 1985), σ. 16.
[8]. «Ἐκκλησία καί ἔσχατα», Ἐκκλησία καί Ἐσχατολογία, Ἱ.Μ. Δημητριάδος, Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 2001, σ. 30.
[9]. Πατριαρχικόν Μήνυμα ἐπί τῇ ἑορτῇ τῶν Χριστουγέννων 1967, ἐν Α. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ἀπό τήν πορείαν τῆς ἀγάπης: ἡ ἐπίσκεψις τῆς Α.Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμεν. Πατριάρχου Ἀθηναγόρου εἰς Ἀγγλίαν –Νοέμβριος 1967, Ἀθῆναι 1968, σελ. 87.
[10]. «Χαιρετισμός τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου κατά τήν Ὑποδοχήν ἐν τῇ Αἰθούσῃ τοῦ Θρόνου τοῦ Μακ. Πατριάρχου Βουλγαρίας κ. κ. Νεοφύτου» (Φανάριον, 20 Σεπτεμβρίου 2013) ἐν http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=1757&tla=gr· «Ἔχομεν δι᾿ ἐλπίδος ὅτι ἡ Ἁγιωτάτη Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας ὑπό τήν Ὑμετέραν πεπνυμένην καθοδήγησιν, Μακαριώτατε, θά συμμετέχῃ, κατά παράδοσιν καί πανορθόδοξον ἐν Διασκέψεσιν ἀπόφασιν, εἰς τούς διορθοδόξους καί διαχριστιανικούς διαλόγους».
[11]. Ψαλμ. 50, 12· πρβλ. καί Ἰακ. 5, 12· «ἤτω δέ ὑμῶν τό ναί ναί καί τό οὔ οὔ, ἵνα μή εἰς ὑπόκρισιν πέσητε».
[12]. Βλ. ἱερόν ζ΄Κανόνα τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ACO 1,1,7,105ἑ.).
[13]. Ματθ. 16, 18.
[14]. Α΄ Κορ. 1, 25.
[15]. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Ὁμιλία εἰς τόν με΄ Ψαλμόν 5, PG 29B, 424B.C.
[16]. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγος Δ΄ (Κατά Ἰουλιανοῦ Βασιλέως Α΄) 67, PG 35, 588C-589A. Τό χωρίον τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου παρά τῷ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἱερά Παράλληλα, Στοιχεῖον Ε, τίτλος ΣΤ΄, PG 95, 1436A.  
[17]. Α΄ Τιμ. 3, 15
[18]. ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, Μελέται δύο· Α΄: Περί τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Β΄: Περί τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως, ἐκδ. Ν. Παναγόπουλος, Ἀθῆναι 1987, σ. 32.
[19]. Πεντηκοστάριον, Ὄρθρος Κυριακῆς τῆς Πεντηκοστῆς, ἰαμβικός κανών, ᾠδή α΄. 
[20]. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ,  Εἰς τόν Ψάλμ. 44, PG 55, 203.
[21]. Ὅτι εἶναι ὁρατή εἶναι ἐμφανές καί στήν Ἁγία Γραφή· βλ. Πράξ. 2, 41 καί 2, 47: «ὁ δέ Κύριος προσετίθει καθ΄ ἡμέραν τούς σῳζομένους τῇ Ἐκκλησίᾳ».
[22]. Ματθ. 5, 14 καί ΑΓ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Ἐξήγησις ὑπομνηματική εἰς τόν Προφήτην Ἠσαΐαν 1, 2 PG 70, 69A.B. Βλ. καί ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εὐαγγελική προπαρασκευή 6, 18 PG 22, 457D
[23]. Ἐφ. 1, 22.23
[24]. Ἰω. 14, 16 καί Λουκ. 24, 49
[25]. Ἐφ. 1, 22.23· «καί αὐτόν ἔδωκε κεφαλήν ὑπέρ πάντα τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἥτις έστί τό σῶμα αὐτοῦ, τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου»
[26]. Εἰς τήν πρός Ἐφεσίους 1, 3, 2· PG 62, 26.
[27]. Ἐφ. 3, 21· «αὐτῷ ἡ δόξα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς πάσας τάς γενεάς τοῦ αἰῶνος τῶν αἰώνων· ἀμήν»· Ἐφ. 5, 23· «... ὡς καί ὁ Χριστός κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, καί αὐτός ἐστι σωτήρ τοῦ σώματος».
[28]. Ἐφ. 5, 29 
[29]. ΑΝΩΝΥΜΟΣ (Ὀρθόδοξος Ἱερεύς), Τά προσφάτως διαδραματισθέντα στήν Ἁγία Πόλη καί τό ἐκκλησιολογικό τους ὑπόβαθρο, http://www.impantokratoros.gr/B15881B3.el.aspx  
[30]Ἐφ. 4, 3.
[31]. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Εἰς τήν Πρός Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολήν 1, PG 61, 13
[32]. ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, αὐτόθι, σ. 27.
[33]. Α΄ Κορ. 1, 13 
[34]. Ἐφ. 4,5 
[35]. ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Μυσταγωγία 24, PG 91, 705Β.
[36]. Ἰω. 15, 4-6
[37]. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὅτε τῆς Ἐκκλησίας ἔξω εὑρεθείς Εὐτρόπιος 1, PG 52, 397.
[38]. Ἀποκρίσεις (1716/1725) τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρός τούς Ἀγγλικανούς Ἀνωμότους, (Ἀπόκρισις 5), εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 1953, τόμ. Β', σ. 794ἑξῆς.
[39]. Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος,Πράξις Α’, Mansi 12, 1031-1034. 
[40]. Πρός τόν Βασιλέα· ἐπέμφθη αὐτῷ τῇ ιβῃ τοῦ Μαρτίου 6,  ἐν Γενναδίου Σχολαρίου Ἅπαντα τά Εὑρισκόμενα, τόμ. 3, ἐκδ. Louis Petit – X.A. Siderides, Paris 1930, σ. 161.
[41]. Σχόλια εἰς τό Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας  5, 2.4 PG 4,161A.  
[42]. ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Σχόλια εἰς τό Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραχίας  5, 2.4 PG 4,164Α. Πρβλ. ΑΓ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας 3,2 PG 3, 428A.
[43].  Ἰω. 15, 4-6 
[44]. Βλ. τό σχετικόν Γράμμα τῆς Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου ἐν Θεοδρομία ΙΑ΄1 (Ἰαν-Μάρ 2009) 77. Τά συναφῆ ὅλα στίς σσ. 75-81.
[45]. ΑΓ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1982, σ. 358. 
[46]. Βλ. τή γνώμη τοῦ ἁγίου Νικοδήμου (αὐτόθι, σ. 344) περί τῶν Κανόνων τῆς Πρωτοδευτέρας «... ἀναγκαῖοι μέν ὄντες εἰς τήν τῆς Ἐκκλησίας εὐκοσμίαν καί κατάστασιν, βεβαιούμενοι δέ καί ἐπικυρούμενοι ἀπό τε τοῦ Νομοκάνονος τοῦ Φωτίου, ἀπό τούς ἑρμηνευτάς τῶν κανόνων καί ἀπό ὅλην τήν Ἐκκλησίαν».
[47]. Πρβλ. ΠΡΕΣΒ. ΑΝ. ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ἡ Συμπροσευχή μέ αἱρετικούς· προσεγγίζοντας τήν κανονική πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 118 καί γενικῶς σσ. 113-118.  
[48]. «Theology and Eucharist» (§6), http://www.schmemann.org/byhim/theologyandeucharist.html  
[49]. Κοντάκιον τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (13-19  Ἰουλίου) 
[50]. Πρβλ. ΠΡΩΤΟΠΡ. Γ. ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, «Ὁ Οἶκος τοῦ Πατρός», ἐν Ἀνατομία Προβλημάτων τῆς Πίστεως, μτφρ. Ἀρχιμ. Μελετίου Καλαμαρᾶ, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 133. 
[51]. Γαλ. 5, 10


Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

ΓΕΡΩΝ ΝΙΚΩΝ: ΤΟ «ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ» ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΑ ΜΙΑ ΕΥΧΗ. ΕΙΝΑΙ ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΒΟΜΒΑ!


ΕΡΩΤΗΣΗ: Κάθε λογισμό, το “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με” πιάνει αν κάνεις τον σταυρό σου και το πεις αυτό από μέσα σου; Πιάνει; τα σκορπάει όλα;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ από π. Νίκων:

Ναι, εξαρτάται. Ότι είναι ένα όπλο, δεν είναι απλό όπλο. Το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με, δεν είναι απλώς όπλο εναντίον του διαβόλου. Προσέξετε, είναι πυρηνική βόμβα. Τινάζει τον διάβολο, τον εξαφανίζει. Είναι μια τρομερά συμπυκνωμένη, είναι μια τρομερά δυνατή ευχή. Μέσα της κλείνει όλες τις προσευχές, ξέρετε γιατί;


Είναι ένα μυστήριο, λέει η Γραφή ότι όταν θα γίνει η δευτέρα παρουσία του Χριστού θα εμφανισθεί στον ουρανό το όνομα του Χριστού και ενώπιον του ονόματος αυτού (λέει), παν γόνυ κάμψει επουρανίων επιγείων και καταχθονίων. Αυτό είναι ένα μυστήριο, το όνομα του Χριστού. Θα γονατίσει μπροστά στο όνομα αυτό το γόνατο των επουρανίων, οι άγγελοι θα γονατίσουν οι άνθρωποι θα γονατίσουν, και των υποχθονίων και οι διάβολοι θα λυγίσουν μπροστά σε αυτό το όνομα.

Γιὰ τὴν ἱερὴ καὶ θεοποιὸ προσευχὴ Ἅγ.Συμεὼν Θεσσαλονίκης

 

Ἅγ.Συμεὼν Θεσσαλονίκης
 
03[1]Αὐτὴ λοιπὸν ἡ θεία προσευχή, ἡ ἐπίκληση τοῦ Σωτήρα μας, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», εἶναι καὶ προσευχὴ καὶ εὐχὴ καὶ ὁμολογία τῆς πίστεως· παρέχει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι χορηγὸς θείων δωρεῶν, κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ἐκδίωξη τῶν δαιμόνων, κατοίκηση μέσα μας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πηγὴ πνευματικῶν ἐννοιῶν καὶ θείων λογισμῶν, ἀπολύτρωση ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, θεραπεία τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, χορηγός τοῦ θείου φωτισμοῦ, βρύση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, δωρητὴς θείων ἀποκαλύψεων καὶ μυήσεων στὸν ταπεινό, καὶ τὸ μόνο σωτήριο, γιατί ἔχει τὸ σωτήριο ὄνομα τοῦ Θεοῦ μας, ποὺ εἶναι τὸ μόνο ὄνομα ποὺ μᾶς δόθηκε, τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ σωθοῦμε μὲ κανένα ἄλλο ὄνομα, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος.
Εἶναι ἐν πρώτοις προσευχή, γιατί μὲ αὐτὴ ζητοῦμε τὸ θεῖο ἔλεος. Καὶ εὐχή, γιατί παραδίνουμε τὸν ἑαυτό μας στὸν Χριστὸ μὲ τὴν ἐπίκλησή Του. Καὶ ὁμολογία, γιατί αὐτὸ ὁμολόγησε ὁ Πέτρος καὶ δέχτηκε τὸ μακαρισμὸ τοῦ Κυρίου. Καὶ παρέχει τὸ Πνεῦμα, γιατί κανένας δὲν λέει Κύριο τὸν Ἰησοῦ παρὰ μόνο μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Εἶναι καὶ χορηγὸς θείων δωρεῶν, ἀφοῦ γιʼ αὐτὴ τὴν ὁμολογία ὑποσχέθηκε ὁ Χριστὸς στὸν Πέτρο νὰ τοῦ δώσει τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Καὶ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, γιατί βλέπει καὶ καλεῖ τὸν Θεὸ καὶ καθαίρει αὐτὸν ποὺ Τὸν βλέπει. Καὶ ἐκδίωξη δαιμόνων, γιατί μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐκδιώχθηκαν καὶ ἐκδιώκονται ὅλοι οἱ δαίμονες. Καὶ κατοίκηση μέσα μας τοῦ Χριστοῦ, γιατί μὲ τὴ θύμησή Του ὁ Χριστὸς εἶναι μέσα μας καὶ μὲ αὐτὴ εἶναι ἔνοικός μας καὶ μᾶς γεμίζει εὐφροσύνη, ὅπως λέει καὶ ὁ Ψαλμωδός: «Θυμήθηκα τὸν Θεὸ καὶ ἐνίωσα εὐφροσύνη». Καὶ πηγὴ πνευματικῶν ἐννοιῶν καὶ λογισμῶν, γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ θησαυρὸς κάθε σοφίας καὶ γνώσεως καὶ τὶς χορηγεῖ σὲ ὅποιους κατοικεῖ. Καὶ ἀπολύτρωση ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, ἐπειδὴ γιʼ αὐτὴ τὴν ὁμολογία εἶπε στὸν Πέτρο ὁ Κύριος: «Ὅσα θὰ λύσεις, θὰ εἶναι λυμένα στὸν οὐρανό». Καὶ θεραπεία ψυχῶν καὶ σωμάτων, γιατί ὁ Πέτρος εἶπε: «Στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σήκω καὶ βάδισε» καί: «Αἰνέα, σὲ θεραπεύει ὁ Ἰησοῦς Χριστός». Καὶ χορηγὸς θείου φωτισμοῦ, γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸ καὶ μεταδίδει τὴ λαμπρότητα καὶ τὴ χάρη Του σ’ ἐκείνους ποὺ τὸν ἐπικαλοῦνται· ὅπως λέει καὶ ὁ Ψαλμωδός: «Ἂς εἶναι ἡ λαμπρότητα τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας ἐπάνω μας», καὶ ὁ Κύριος: «Ὅποιος μὲ ἀκολουθεῖ, θὰ ἔχει τὸ φῶς τῆς ζωῆς». Καὶ βρύση θείου ἐλέους, γιατί ζητοῦμε ἔλεος καὶ ὁ Κύριος εἶναι ἐλεήμων καὶ σπλαχνίζεται ὅλους ὅσοι τὸν ἐπικαλοῦνται καὶ ἀποδίδει τὸ δίκαιο γρήγορα σʼ ἐκείνους ποὺ φωνάζουν πρὸς Αὐτόν. Καὶ δωρητὴς θείων ἀποκαλύψεων καὶ μυήσεων στοὺς ταπεινούς, γιατί καὶ ἡ ἴδια δόθηκε μὲ ἀποκάλυψη τοῦ οὐράνιου Πατέρα στὸν Πέτρο ποὺ ἦταν ἕνας ταπεινὸς ψαράς, καὶ ὁ Παῦλος ἀνυψώθηκε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἄκουσε ἀποκαλύψεις, καὶ πάντοτε ἐνεργεῖ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο. Καὶ τὸ μόνο σωτήριο, γιατί στὸ ὄνομα κανενὸς ἄλλου δὲν μποροῦμε νὰ σωθοῦμε, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος καὶ Αὐτὸς εἶναι ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός· γιʼ αὐτὸ καὶ κατὰ τὴν ἔσχατη ἡμέρα ὅλοι θὰ ὁμολογήσουν καὶ θὰ ὑμνήσουν θέλοντας μὴ θέλοντας, ὅτι Κύριος εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ Πατέρα.
Τοῦτο εἶναι τὸ σημεῖο τῆς πίστεώς μας, ἀφοῦ καὶ εἴμαστε καὶ ὀνομαζόμαστε Χριστιανοί, καὶ εἶναι καὶ ἡ μαρτυρία ὅτι εἴμαστε τοῦ Θεοῦ. Γιατί λέει ὁ Ἀπόστολος: «Κάθε πνεῦμα ποὺ ὁμολογεῖ Κύριο τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ποὺ ἦρθε μὲ σάρκα ἀνθρώπου, εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό», ὅπως προείπαμε, καὶ ὅποιο δὲν τὸ ὁμολογεῖ αὐτό, δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ Θεὸ· εἶναι ἀπὸ τὸν ἀντίχριστο ὅποιο δὲν ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Γι’ αὐτὸ πρέπει ὅλοι οἱ πιστοὶ νὰ ὁμολογοῦμε ἀδιάλειπτα τοῦτο τὸ ὄνομα καὶ γιὰ τὴ διακήρυξη τῆς πίστεως, καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία τίποτε ποτὲ δὲν πρέπει νὰ μᾶς χωρίσει, ἀλλὰ καὶ γιατί τὸ ὄνομά Του παρέχει χάρη καὶ ἄφεση καὶ ἀπολύτρωση καὶ θεραπεία, ἁγιασμὸ καὶ φωτισμὸ καὶ προπάντων τὴ σωτηρία. Γιατί μὲ αὐτὸ τὸ θεῖο ὄνομα οἱ Ἀπόστολοι ἔκαναν καὶ δίδαξαν μεγάλα καὶ θαυμαστά. Καὶ ὁ θεῖος Εὐαγγελιστὴς λέει: «Αὐτὰ ἔχουν γραφεῖ γιὰ νὰ πιστέψετε ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ» -ἰδοὺ ἡ πίστη- «καὶ πιστεύοντας νὰ ἔχετε ζωὴ στὸ ὄνομά Του» -ἰδοὺ ἡ σωτηρία καὶ ἡ ζωή.
Κεφάλαιο 297
Αὐτὴ λοιπὸν τὴν ὀνομασία (τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ) ὡς προσευχή, ἂς λέει κάθε εὐσεβὴς συνεχῶς μὲ τὸ νοῦ του καὶ μὲ τὰ χείλη, καὶ ὅταν στέκεται καὶ ὅταν βαδίζει καὶ ὅταν κάθεται καὶ ὅταν πλαγιάζει καὶ ὅ,τι κι ἂν κάνει καὶ λέει, καὶ νὰ βιάζει τὸν ἑαυτό του σὲ τοῦτο πάντοτε. Θὰ βρεῖ ἔτσι πολὺ μεγάλη γαλήνη καὶ χαρά, ὅπως γνωρίζουν ἀπὸ τὴν πείρα τους ἐκεῖνοι ποὺ φροντίζουν γιʼ αὐτή. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὸ τὸ ἔργο εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ζοῦν στὸν κόσμο, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς ποὺ ἔχουν μέριμνες, γιʼ αὐτὸ ὅλοι αὐτοὶ ἂς ἔχουν τουλάχιστον ὁρισμένο καιρὸ γιʼ αὐτὸ τὸ ἔργο. Καὶ ὅλοι ἂς ἔχουν ὡς κανόνα νὰ ἀσκοῦν αὐτὴ τὴν προσευχὴ ὅσο μποροῦν, καὶ οἱ ἱερωμένοι καὶ οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ λαϊκοί. Οἱ μοναχοὶ λοιπὸν ὡς ταγμένοι σʼ αὐτὸ κι ἐπειδὴ τὴν ἔχουν χρέος τους ἀπαραίτητο· κι ἂν εἶναι στὴ μέριμνα τῶν διακονημάτων, ὅμως ἂς βιάζουν τὸν ἑαυτό τους, ἀφοῦ ὀφείλουν νὰ ἀσκοῦν αὐτὴ τὴν εὐχὴ καὶ νὰ προσεύχονται πρὸς τὸν Κύριο ἀδιάκοπα, ἀκόμα καὶ ἂν βρίσκονται σὲ ρεμβασμὸ καὶ σύγχυση καὶ στὴν −ὄνομα καὶ πράγμα− αἰχμαλωσία τοῦ νοῦ, καὶ νὰ μὴν ἀμελοῦν γελασμένοι ἀπὸ τὸν ἐχθρό, ἀλλὰ νὰ ἐπιστρέφουν στὴν προσευχὴ καὶ νὰ χαίρονται ποὺ ἐπιστρέφουν. Οἱ ἱερωμένοι, ἂς τὴν ἐπιμελοῦνται ὡς ἀποστολικὸ ἔργο καὶ θεῖο κήρυγμα κι ἐπειδὴ ἡ εὐχὴ αὐτὴ ἐκτελεῖ θεῖα ἐνεργήματα καὶ παριστᾶ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Οἱ κοσμικοὶ ἂς ἀσκοῦν κατὰ δύναμη τὴν εὐχὴ σὰν σφραγίδα τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ σημεῖο τῆς πίστεως καὶ φύλαξη καὶ ἁγιασμὸ καὶ ἀποδίωξη κάθε πειρασμοῦ. Ὅλοι ἑπομένως, ἱερωμένοι, λαϊκοὶ καὶ μοναχοί, μόλις σηκωθοῦμε ἀπὸ τὸν ὕπνο, πρέπει πρῶτα νὰ βάλουμε στὸ νοῦ μας τὸν Χριστὸ καὶ τὸν Χριστὸ νὰ θυμηθοῦμε πρῶτα. Καὶ αὐτὸ ὡς ἀπαρχὴ κάθε σκέψης καὶ ὡς θυσία νὰ προσφέρουμε στὸν Χριστό. Γιατί πρὶν ἀπὸ κάθε ἄλλη σκέψη, πρέπει νὰ θυμηθοῦμε τὸν Χριστὸ ποὺ μᾶς ἔσωσε καὶ τόσο μᾶς ἀγάπησε, ἀφοῦ καὶ Χριστιανοὶ εἴμαστε καὶ ὀνομαζόμαστε, καὶ Αὐτὸν ντυθήκαμε κατὰ τὸ θεῖο βάπτισμα, σφραγιστήκαμε μὲ τὸ μύρο Του κι ἔχουμε κοινωνήσει καὶ κοινωνοῦμε τὴν ἁγία Του σάρκα καὶ τὸ αἷμα Του καὶ εἴμαστε μέλη Του καὶ ναὸς καὶ Αὐτὸν ἔχουμε ντυθεῖ καὶ κατοικεῖ μέσα μας. Καὶ γιʼ αὐτὸ ὀφείλουμε νὰ Τὸν ἀγαποῦμε καὶ νὰ Τὸν θυμόμαστε πάντα. Γιʼ αὐτὸ καὶ καθένας ἂς ἔχει ἕνα ὁρισμένο καιρὸ κατὰ τὴ δύναμή του καὶ κάποιο μέτρο αὐτῆς τῆς προσευχῆς σὰν χρέος. Ἂς σταθοῦμε ὡς ἐδῶ γιʼ αὐτὸ τὸ θέμα. Ἐπειδὴ γιὰ ὅσους ζητοῦν νὰ μάθουν γιὰ τοῦτο, ὑπάρχουν πάρα πολλὰ γιὰ κατατόπισή τους.


Φιλοκαλία Τόμος Ε΄,
ἔκδ. Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας.
 

«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

     

Εκείνη τη στιγμή, που έχει ανάγκη η ψυχή σας και αγωνίζεσθε, να φωνάζετε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». 


«Η επικοινωνία με τον Χριστό, όταν γίνεται απλά, απαλά, χωρίς πίεση, κάνει το διάβολο να φεύγει. Ο σατανάς δεν φεύγει με πίεση, με σφίξιμο. Απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Υποχωρεί, όταν δει την ψυχή να τον περιφρονεί και να στρέφεται με αγάπη προς τον Χριστό. Την περιφρόνηση δεν μπορεί να την υποφέρει, διότι είναι υπερόπτης. Όταν, όμως, πιέζεσθε, το κακό πνεύμα σάς παίρνει είδηση και σάς πολεμάει. Μην ασχολείσθε με τον διάβολο, ούτε να παρακαλείτε να φύγει. Όσο παρακαλείτε να φύγει, τόσο σάς αγκαλιάζει.
Τον διάβολο να τον περιφρονείτε. Να μην τον πολεμάτε κατά μέτωπον. Όταν πολεμάς με πείσμα κατά του διαβόλου, επιτίθεται κι εκείνος σαν τίγρις, σαν αγριόγατα. Όταν του ρίχνεις σφαίρα, αυτός σου ρίχνει χειροβομβίδα. Όταν του ρίχνεις βόμβα, σου ρίχνει πύραυλο. Μην κοιτάζετε το κακό.
Να κοιτάζετε την αγκαλιά του Θεού και να πέφτετε μές στην αγκαλιά Του και να προχωρείτε. Να Του δοθείτε, να Τον αγαπήσετε τον Χριστό, να ζείτε με εγρήγορση...

Όταν σάς ενοχλήσει κάτι, ένας λογισμός, ένας πειρασμός, μία επίθεση, περιφρονώντας όλ' αυτά, θα στρέφετε την προσοχή σας, το βλέμμα σας στον Χριστό. Εκείνος μετά θα αναλάβει να σάς ανεβάσει. Εκείνος θα σάς πιάσει απ' το χέρι και θα σάς δώσει πλούσια τη θεία Του χάρι... Το σκέπτεσθε κι έρχεται το Άγιον Πνεύμα. Δεν κάνετε τίποτα. Κινείσθε προς τα εκεί κι έρχεται αμέσως η θεία χάρις. Μόλις στενάξετε, έρχεται, ενεργεί.
Τι λέει ο Απόστολος Παύλος: «...υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. 8, 26)...Όταν δείτε το αντίθετο πνεύμα να έρχεται να σάς βουτήξει, εσείς δεν τρομοκρατείσθε, ούτε το κοιτάζετε, ούτε προσπαθείτε να το βγάλετε από μέσα σας. Τι κάνετε; Ο καλύτερος τρόπος είναι η περιφρόνηση. Δηλαδή ανοίγετε την αγκαλιά σας, ανοίγετε τα χέρια σας στον Χριστό, όπως το παιδάκι που βλέπει κάποιο θηρίο άγριο και δεν φοβάται, γιατί είναι δίπλα ο πατέρας του και πέφτει στην αγκαλιά του. Αυτόν τον τρόπο να χρησιμοποιείτε σε κάθε προσβολή του πονηρού και σε κάθε λογισμό, δηλαδή την περιφρόνηση.

Εκείνη τη στιγμή, που έχει ανάγκη η ψυχή σας και αγωνίζεσθε, να φωνάζετε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Όλα να τα προλαμβάνετε με την προσευχή. Αυτό είναι μεγάλο μυστικό. Την ώρα του πειρασμού, εκεί που πάτε να τον περιφρονήσετε, ο πονηρός σάς βουτάει, σάς καθηλώνει και σάς σφίγγει και κάνει το δικό του κι όχι αυτό που θέλετε εσείς. Πρέπει να προλάβετε να κάνετε το άνοιγμα στον Θεό. Για να το πετύχετε όμως αυτό, πρέπει να σάς φωτίσει η θεία χάρις. Αν αυτό δεν γίνει αμέσως, τότε σάς αρπάζει ο πονηρός κι ενώ προσπαθείτε να τον διώξετε, σάς έχει ήδη συλλάβει...Την ώρα του πειρασμού, η ευκολία είναι να στραφείτε προς το αγαπώμενο πρόσωπο, να στραφείτε προς τον Θεό και προς κεί να κοιτάξετε ζωηρά και καλά κι επιθυμητά και θα σάς έλθει αμέσως η δύναμη, θα σάς έλθει το καλό. Δηλαδή, ενώ βλέπετε ότι έρχεται το κακό να σάς καταλάβει, εσείς μόλις το αντιληφθείτε από μακριά, το περιφρονείτε και τρέχετε στην αγκαλιά του Θεού. Αρκεί να προλάβετε να στραφείτε πρώτα εκεί. Οπότε, όταν θα πάτε στο καλό, δεν θυμάστε το κακό. Εδώ είναι το μυστικό, να περιφρονήσετε το κακό. Αλλά δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό, αν δεν στραφείτε στον Χριστό.



Λέμε καμιά φορά: «Περιφρόνησέ το το κακό!». Έ, αυτό είναι εύκολο να το λέμε, αλλά δεν είναι εύκολο να το κάνομε. Αυτή η περιφρόνηση έχει μεγάλη τέχνη. Η περιφρόνηση του κακού πνεύματος γίνεται μόνο με την χάρι του Θεού. Γυρίζετε προς τον Χριστό, τρέχετε προσπαθείτε να γνωρίσετε τον Χριστό, ν' αγαπήσετε τον Χριστό, να αισθανθείτε τον Χριστό και σ' αυτή σας την προσπάθεια, όταν τα ελατήρια σας είναι αγνά και καθαρά και ειλικρινή, ανοίγει η χάρις την ψυχή σας και σάς λέει: «Έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών και επιφαύσει σοι ο Χριστός» (Εφ. 5,14). Εκεί, μέσα στο θείο φως, θα ζούμε πάντοτε, εφόσον θ' αγαπάει και θα λαχταράει η ψυχή μας τον Θεό. Έτσι, με την χάρι του Χριστού, είναι όλα εύκολα κι όλα αληθινά τα λόγια του Χριστού, που είπε: «Ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστιν» (Ματθ. 11, 30)».



Είπε ο Γέροντας:
«Δεν μπορεί ο άνθρωπος να αποφύγει τον παλαιό άνθρωπο χωρίς τη χάρη. …. ….Το μυστικό είναι να ζητάτε την ένωσή σας με τον Χριστό ανιδιοτελώς, χωρίς να λέτε, «δώσ' μου τούτο, εκείνο...». Είναι αρκετό να λέμε, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Δεν χρειάζεται ο Θεός ενημέρωση από μας για τις διάφορες ανάγκες μας. Εκείνος τα γνωρίζει όλα ασυγκρίτως καλύτερα από μας και μας παρέχει την αγάπη Του. Το θέμα είναι ν' ανταποκριθούμε σ' αυτή την αγάπη με την προσευχή και την τήρηση των εντολών Του. Να ζητάμε να γίνει το θέλημα του Θεού· αυτό είναι το πιο συμφέρον, το πιο ασφαλές για μας και για όσους προσευχόμαστε. Ο Χριστός θα μας τα δώσει όλα πλούσια. Όταν υπάρχει έστω και λίγος εγωισμός, δεν γίνεται τίποτα».

Γέροντας Πορφύριος

Κύριε γνώρισέ μου αυτόν τον άγνωστο εαυτό μου. Μοναχού Ιωσήφ Γρηγοριάτη

  
 
Κύριε γνώρισέ μου αυτόν τον άγνωστο εαυτό μου.
Μοναχού Ιωσήφ Γρηγοριάτη

Ξέρω το όνομά μου, την ηλικία μου, το βάρος μου, το χρώμα των μαλλιών μου, όμως τον εαυτό μου δεν τον γνωρίζω.

Αυτός σε μένα τον ίδιο, παραμένει κρυμμένος και άγνωστος.

Εσύ όμως Χριστέ μου, που «εξετάζεις νεφρούς και καρδιές» τον γνωρίζεις.

Εσύ γνωρίζεις κάθε άνθρωπο ερχόμενο εις τον κόσμο, «εκ κοιλίας μητρός αυτού».

Εσύ κρατάς στα πλαστουργικά σου χέρια την φωτογραφία του μυστικού και αγνώστου εαυτού μου, σε όλες τις λεπτομέρειες.

Τι δεν θα έδινα να αποκτήσω αυτή την φωτογραφία Κύριέ μου!

Να την κρατήσω μπροστά στα μάτια μου.

Να δω επίτέλους ποιός είμαι.

Μια μυστική φωνή μου λέει πως δεν θα άντεχα να δω τη φωτογραφία μου αυτή.

Και αν την έβλεπα, πως δεν θα μπορούσα να αναγνωρίσω τον εαυτό μου.

Γι'αυτό Κύριε είμαι ευχαριστημένος που Εσύ, γεμάτος αγάπη για μένα, κρατάς αποκλειστικά δική σου την φωτογραφία του πραγματικού εαυτού μου.

Γιατί ξέρω πως Εσύ θα δουλέψεις μέσα μου για να αποκαταστήσεις την πραγματική εικόνα του εαυτού μου και να την παρουσιάσεις μη έχουσα σπίλο ή ρυτίδα αλλά ίνα αγία και άμωμος.

Κύριε θέλω να σου δώσω την δυνατότητα να επεξεργασθείς μέσα μου τον εαυτό μου.[ ...;]

Εαυτέ μου

Σκάβε βαθειά το πηγάδι της αυτογνωσίας, της αυτομελέτης.

Ερεύνα το θέλημα του Θεού για τη ζωή σου.

Γίνου αναζητητής για βρεις μαργαριτάρια και ψηγμάτων χρυσού από το χρυσορυχείο του λόγου του Θεού (Ματθαίος ικ΄ 44-46)

Σκάβε και άνοιξε το χώρο της υπάρξεώς σου, για να αυξάνονται ποιο πολύ μέσα σου τα αποθέματα της χάριτος του θεού.

Βάλε όλο και ποιο βαθειά μέσα σου «τον θεμέλιον ...;ως έστιν Ιησούς Χριστός» (Α. Κορινθίους 3:2)

Αν θέλεις να ανέβεις «ψηλά», χαμήλωνε, σκάβε.

Σκάβε όλο και ποιο βαθειά.

Άνοιγε Κύριέ μου βαθειά το πηγάδι της αυτογνωσίας και της ταπείνωσης.

Γιατί προσεύχομαι ;

Όχι βέβαια για να απαριθμήσω στον Θεό τις αμαρτίες μου.

Όχι για να καυχηθώ για τα έργα μου.

Όχι για να ικανοποιήσω την συνείδησή μου, ότι δεν παρέλειψα το «καθήκον» της προσευχής.

Όχι για να κατακρίνω τους άλλους «αμαρτωλούς» που συνάντησα στο δρόμο μου.

Ούτε για να αρχίσω ή να τελειώσω «θρησκευτικά» τη μέρα μου.

Αλλά για να ζητήσω από τον πολυεύσπλαχνο Κύριο να καλύψει με το πολύ έλεός του, τα πολλά σφάλματά μου, τα ατελή και ελλιπή έργα μου, την έλλειψη αγάπης και κατανοήσεως των αδελφών μου, τις πολλές αμαρτίες μου.

Για αυτό προσεύχομαι!

Για να ανανεώσω τη συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μου, αλλά και την εμπιστοσύνη μου στο έλεός του Θεού.

Και όταν προσεύχομαι να νοιώθω πως είμαι μπροστά στον άγιο Θεό.

Πηγή: Agioritikovima.gr

Γέροντας Φιλάρετος: Τήν προσευχή “Κύριε Ἰησού Χριστέ Υἱέ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με” νά τή λέτε ὁλόκληρη

              

Αφού τέλειωσε τη θερμή προσευχή του αυτή, τότε, όπως μου αφηγήθηκε ο αδελφός Δανιήλ, άρχισε να κάνει διδαχή με θείες θεωρίες, με υποθήκες αρετής και με θεια επιτεύγματα.
Δηλαδή μας είπε, πώς, και με ποιο τρόπο μπορούμε να αρχίσομε τη νοερά προσευχή, με ποιο τρόπο να αποφεύγομε τις πλάνες του διαβόλου, ο οποίος με τέχνη σπέρνει τα ζιζάνια του εγωισμού και της υπερηφάνειας στο μυαλό και στην καρδιά εκείνων, πού θέλουν να αγωνιστούν και να προκόψουν στη θεία αύτη αρετή και να μπουν στον πνευματικό αγώνα, και ότι αυτοί, θα πρέπει να παλέψουν στήθος με στήθος με το διάβολο, θα συναντήσουν, μας είπε, πολλές δυσκολίες, αλλά δεν πρέπει να δειλιάσουν, παρά με ταπείνωση να επιμείνουν και να λένε όσες περισσότερες ώρες το 24ωρο μπορούνε τη θεία προσευχή το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με», αλλά παιδιά μου, προσέξτε αυτό πού θα σας ειπώ:
«Την προσευχή αυτή, να τη λέτε ολόκληρη και όχι όπως συνηθίζουν μερικοί και την κόβουν, δήθεν για συντομία, και λένε τη μισή, αυτό είναι πλάνη και απαράδεκτο από τους αγίους Πατέρες, διότι με το να παραλείπομε το «Υιέ του Θεού» αφαιρούμε τη θεολογική έννοια της προσευχής αυτής, η οποία είναι μεν απλή, αλλά είναι θεολογική και συμπεριλαμβάνει ολόκληρο το Μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού, όπως λέγει κι ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, και πρέπει να ξέρετε πώς η πλάνη του διαβόλου από το σημείο αυτό αρχίζει, στους αγωνιζόμενους να αποκτήσουν τη θεία και ουράνια αύτη προσευχή, η οποία πρέπει να γίνει ένα με την αναπνοή μας, κι όταν συνηθίσομε να την λέμε σωστά από την αρχή, τότε ο νους μας θα καθαρίσει από κάθε γήινη έννοια, εύκολα τότε θα μπαίνει ο νους μας στην καρδιά, η οποία στην αρχή θα αρχίζει να πιέζεται, να πονεί, θα μας φέρνει δύσπνοια, στενοχώρια, αν επιμείνομε να λέμε έντονα την ευχή, επιμένω ολόκληρη και όχι τη μισή, τότε θα αρχίζουν να υποχωρούν τα πάθη και οι ανθρώπινες αδυναμίες, πού μόνιμα φωλιάζουν στην καρδιά μας, η οποία άμα καθαρίσει τότε θα ανάψει το λυχνάρι του θείου φωτός, δηλαδή θα αρχίσουν οι ουράνιες ελλάμψεις, θα στηθεί ό θρόνος του Θεού και Αφού γίνουν όλα αυτά κι άλλα πολλά τα όποια με την πράξη θα τα βρείτε μόνοι σας, τότε θα αρχίσουν οι αποκαλύψεις και τα μυστικά επιτεύγματα της πνευματικής ζωής, πού άμα σας αξιώσει ο Πανάγαθος Θεός θα δείτε, τότε μόνοι σας πλέον, με καθοδηγητή τη θεία χάρι του Παναγίου Πνεύματος, θα προχωρήσετε άφοβα στην προκοπή και πρόοδο της πραγματικής πνευματικής ζωής και θα σας αποκαλυφθούν μυστήρια Θεού, τα οποία δεν λέγονται, παρά μόνον νοούνται και αποκαλύπτονται».
ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ ΜΕ ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ
Όταν τελείωσε αυτά και πολλά άλλα πού μας είπε και τα οποία δεν μπορέσαμε να συγκρατήσομε, γιατί ήταν θεωρήματα με πολύ ψηλές έννοιες πού καλά – καλά δεν καταλαβαίναμε, άλλα θαυμάζαμε και είπαμε μέσα μας: Τι πνευματικός θησαυρός κρύβεται μέσα στο οστράκινο τούτο σκεύος! Όπως λέγει κι ο απόστολος Παύλος: Εχομεν δε τον θησαυρόν τούτον —του αγίου Πνεύματος— εν οστρακίνοις σκεύεσιν…» (Β’ Κορ. Δ’ 7). Μετά άπ’ αυτά μας είπε: «Και τώρα, παιδιά μου, σας παρακαλώ να μου ψάλλετε τον «Εθνικό ύμνο του Άθωνα», τον ύμνο της Παναγίας μας, πού είναι το «Άξιον εστίν». Όταν το ψάλλαμε κι αυτό, τότε μας αγκάλιασε, μας έδωκε τον «εν Χριστώ» ασπασμό και προφητικά μας είπε: «Αδέλφια μου και αγγελούδια της Παναγίας, δεν πρόκειται να σας ξαναειδώ με τα μάτια του σώματος μου, γιατί με κάλεσε ο Κύριος, με την πρεσβεία της Παναγίας και των αγιορειτών Πατέρων, να με πάρει στα ουράνια θεία Σκηνώματα».
Κι άμα είπε αυτά μας έβγαλε έξω μέχρι την εξώπορτα της ασκητικής του Καλύβας, και την άλλη μέρα, που πήγαμε να τον δούμε και να πάρουμε την ευχή του, είχε οριστικά αναχωρήσει, όπως μας είπε, από τα γήινα, ήταν σχηματισμένος πάνω στο ξύλινο κρεβάτι, είχε σταυρωμένα τα χέρια και τα μάτια κλειστά, σαν να κοιμόταν τον φυσικό ύπνο, αλλά η μακαριά του ψυχή, είχε πετάξει στα ουράνια και έτσι με οσιακό τέλος κοιμήθηκε τον ύπνο των Μακάρων, Όπως «εδίψησε και επεπόθησεν ή ψυχή του εις τάς αυλάς του Κυρίου».
Μετά το θάνατό του ανακαλύψαμε, πώς, κάτω από το ξύλινο κρεβάτι, ο Γέρο – Φιλάρετος, είχε ένα μεγάλο ροζιάρικο κούτσουρο —ξύλο— επάνω στο όποιο κοιμότανε, εκείνο τον λίγο ύπνο που επέτρεπε στο σώμα του. Το κρεβάτι ήταν πάντα στρωμένο και η μόνη φορά πού ξάπλωσε σ’ αυτό ήταν όταν πέθανε.
Αυτό λέγεται «χαμαικοιτία» και τυραννία του σώματος. Το ξύλο αυτό κανείς δεν το είχε δει, γιατί την ήμερα το είχε κρυμμένο και σκεπασμένο κάτω από το κρεβάτι.
ΚΑΙ ΜΙΑ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΣΤΟ ΓΗΡΑΣ ΤΟΥ
Λίγα χρόνια, πριν να φύγει από τον κόσμο τούτο, ένας κακοποιός άνθρωπος έκλεψε ότι πολύτιμο είχε ό Γέρο – Φιλάρετος στην Καλύβα του, δηλαδή όλα τα Πατερικά βιβλία πού είχε και μελετούσε, του τα έκλεψε. Η Αστυνομική Αρχή, συνέλαβε τον κλέφτη με τα βιβλία στη Θεσσαλονίκη.
Ο κλέφτης, για να δικαιολογηθεί στην Αστυνομία, είπε πώς αγόρασε τα βιβλία από το Γέρο – Φιλάρετο, που μένει στα Καρούλια. Η Αστυνομική Αρχή αυτεπάγγελτα κατήγγειλε το Γέρο -Φιλάρετο για αρχαιοκαπηλία, πώς πούλησε τα βιβλία πού είχαν αρχαιολογική αξία και θεωρούνται Κειμήλια. Ήρθαν οι κλήσεις κι έπρεπε να παρουσιαστεί σαν κατηγορούμενος στο δικαστήριο. Οι αδελφοί Δανιηλαίοι έμαθαν το λυπηρό αυτό γεγονός και φρόντισαν αμέσως να ντύσουν με κάπως ευπρεπή ρούχα, να του βγάλουν τα κουρελιασμένα, μπαλωμένα άλλα πεντακάθαρα ρούχα, που φορούσε σ Γέρο – Φιλάρετος. Τέλος τον συνόδευσε ένας από την αδελφότητα μέχρι το δικαστήριο στη Θεσσαλονίκη. Εκεί παρουσιάστηκε στο δικαστήριο χωρίς δικηγόρο.
Ο κακοποιός διέθετε κάποιο, Ιωάννη Λαδά, πολύ δυνατό δικηγόρο, ο οποίος με φοβερό κατηγορητήριο έπεισε τους δικαστές να είναι με το μέρος του κακοποιού. Δυστυχώς πολλές φορές γίνεται η ανθρώπινη δικαιοσύνη εύκολα να πείθεται στο κακό και πολύ δύσκολα να παραδέχεται το καλό και να απονείμει δικαιοσύνη στο σωστό, γι’ αυτό έχομε πολλές άδικες καταδίκες και δικαστικές πλάνες.
Ένας ευσεβής δικηγόρος, πού παρακολουθούσε την υπόθεση, και κατάλαβε την απάτη του κλέφτη και την ψεύτικη ρητορεία του κατηγορούντος δικηγόρου, ο οποίος γνώριζε την αλήθεια, αλλά διέστρεφε αυτήν, ανέλαβε την υπεράσπιση του Γέροντα Φιλάρετου, άνευ αμοιβής, και αγόρευσε υπέρ του αγίου και ευλαβέστατου Γέροντα, ο οποίος ήταν τόσο απλός και αγαθός, πού όταν άκουσε το Δικηγόρο του αυτόν να αγορεύει και να υπερασπίζεται το δίκιο του, θαύμαζε και έλεγε: «Που τα ξέρει όλα αυτά πού λέει, ο ευλογημένος αυτός άνθρωπος; Φαίνεται θα έχει χάρι του Αγίου Πνεύματος, για να τα λέει τόσο ωραία και μάλιστα τα λέει όπως ακριβώς έγιναν!»
Όταν ο πρόεδρος του δικαστηρίου, κάλεσε το Γέρο – Φιλάρετο να ορκιστεί, τότε αυτός σηκώθηκε από το εδώλιο του κατηγορούμενου, πλησίασε το ιερό ευαγγέλιο, έκαμε το σταυρό του τρεις φορές και ασπάσθηκε με ευλάβεια το ευαγγέλιο.
Ο πρόεδρος τότε, με αυστηρό ύφος είπε στον Γέροντα, ότι πρέπει να βάλει το χέρι του επάνω στο Ευαγγέλιο και να ορκιστεί. Ό Γέρων Φιλάρετος ρώτησε τον πρόεδρο, τι είναι αυτό το βιβλίο κι ο πρόεδρος του είπε: «Αυτό είναι το ευαγγέλιο, στο οποίο βάνουν, οι πιστοί χριστιανοί το χέρι και ορκίζονται για να μας βεβαιώσουν πώς λένε την αλήθεια».
Ο Γέρο – Φιλάρετος είπε στον κ. πρόεδρο: «Αν αυτό όπως λέτε είναι το ιερό Ευαγγέλιο, τότε σας παρακαλώ να ανοίξετε το Ε’ κεφάλαιο παράγραφος 34 στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο και θα ιδείτε ότι λέγει επί λέξει: «Εγώ δε —δηλαδή ο Χριστός— λέγω υμίν μη ομόσαι όλως, μήτε εν τω ούρανω, ότι θρόνος εστί του Θεού μήτε εν τη γη, ότι υποπόδιο εστί των ποδών αυτού μήτε εις Ιεροσόλυμα, ότι πόλις εστί του μεγάλου βασιλέως μήτε εν τη κεφαλή σου ομόσης, ότι ου δύνασαι μίαν τρίχα λευκή ή μέλαιναν ποιήσαι» (Ματθ. Ε’ 34 – 37).
Ο πρόεδρος διέταξε τον Κλητήρα να ανοίξει το Ευαγγέλιο, αλλά όταν το άνοιξε διεπιστώθη ότι έλειπε όλο εκείνο το φύλλο πού είχε την περικοπή αυτή της διδασκαλίας του Κυρίου που αναφέρεται στον όρκο και τότε με θάρρος ο Γέρο-Φιλάρετος είπε στον κ. πρόεδρο: «Κύριε πρόεδρε, με τη χάρι του Θεού, -προσπαθούμε να φυλάμε αυτά πού ορίζει το Ιερό ευαγγέλιο του Δεσπότη Χριστού, σαν γνήσιοι χριστιανοί, και εφ’ όσον ο ίδιος ο Χριστός μας λέγει να μην ορκιζόμαστε, πώς εμείς να παραβούμε του Θεού την εντολή, για να φυλάξομε «τα εντάλματα των ανθρώπων» (Ματθ. ιέ’ 9), πού είναι οι δικές σας εντολές, να ορκίζονται οι άνθρωποι -πού λένε, πώς είναι πιστοί χριστιανοί, και οι οποίοι καταπατούν και αθετούν την εντολή Του αυτή, αλλα και εσείς ο ίδιος ορκίζεστε, λυπούμαι κ. πρόεδρε, πού λέγεστε μόνον χριστιανοί, αλλά δεν φυλάττεται τις εντολές του Χριστού.
Ο πρόεδρος και οι δικαστές θίχθηκαν από τα καυτερά λόγια της αλήθειας πού τους είπε ο Γέρο – Φιλάρετος, και για την άρνηση του όρκου τον δίκασαν σε 9 μήνες φυλάκιση.
Ο Γέρων με χαρά δέχθηκε την καταδικαστική απόφαση και ήταν έτοιμος να πάει στη φυλακή, αλλά οι παρευρισκόμενοι στο δικαστήριο ακροατές, αγανακτισμένοι για την άδικη αύτη κρίση του δικαστηρίου, πού δε θέλησε να τιμωρήσει τον κλέφτη και άδικα καταδίκασε τον οσιότατο και άγιο Γέροντα, ενέργησαν αμέσως έρανο μεταξύ τους, πλήρωσαν το δικαστήριο και γύρισε ο Γέρων, αδικημένος μεν, από την ανθρώπινη δικαιοσύνη, νικητής δε και τροπαιούχος και υπέρμαχος της αλήθειας στην ασκητική του Καλύβα, στα Καρούλια.
Όταν ήρθε στα Καρούλια, λέγει ο πάτερ Δανιήλ, τον ρωτήσαμε: «Πώς τα πέρασες Γέροντα στη Θεσσαλονίκη; Πώς είδες τον κόσμο; Τι έγινε με το δικαστήριο;»
Ο Γέρο – Φιλάρετος, με χαρούμενο πρόσωπο και το χαμόγελο στα χείλη, όπως συνήθιζε να είναι πάντα, είπε : «Αδελφοί μου, όλος ο κόσμος τρέχει και προσπαθεί για τη σωτηρία του, εκτός από μένα τον αμαρτωλό», τίποτε άλλο δεν μας είπε και κλείστηκε στον εαυτό του.
Στόν Θεό πρέπει κάθε δόξα στούς αἰῶνες Ἀμήν!

Πηγή : http://www.pentapostagma.gr