Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Ἡ διαστροφή τῆς ὁμοφυλοφιλίας καί ἡ θεραπεία της κατά τήν Ὀρθόδοξη παράδοση.τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,


 
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,
πού ἔγινε στά πλαίσια τῶν κατηχητικῶν ἀναλύσεων τῶν Ὅρων κατ᾽ ἐπιτομήν 225, 226 καί 229 τοῦ Μεγάλου Βασιλείου,
στόν Ἱερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Δικηγορικῶν Γλυφάδας,
τό Σάββατο 14-01-2006.
 
Συνεχίζοντας τίς ὁμιλίες μας αὐτές, μετά ἀπό τή σύντομη ἑορταστική διακοπή, νά εὐχηθῶ σέ ὅλους σας καλή κι εὐλογημένη χρονιά νά ἔχετε. Δέν λέμε χρόνια πολλά, πού εἶναι κάτι πολύ σχετικό γιά τά μέτρα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐφόσον τά χρόνια τά πολλά ἔρχονται σέ μιά, θά ᾽λεγα ἔτσι, διανοητική ἀντιπαλότητα μέ τό στοιχεῖο τῆς αἰωνιότητας, ἀλλά νά ᾽ναι χρόνια εὐλογημένα, πού θά σᾶς ὁδηγήσουν αὐτά τά χρόνια στό χῶρο τῆς αἰωνιότητας. Χρησιμοποιοῦμε τό χρόνο γιά νά φτάσουμε στήν αἰωνιότητα, ὄχι ὁ πολλαπλασιασμός τοῦ χρόνου, πού θά μᾶς κάνει κάτι καλύτερο. Ὅπως λέει καί ἡ Γραφή, «γῆρας τό τίμιον οὐ τό πολυχρόνιον», ἕνας πού καταξιώθηκε ἤ χαριτώθηκε νά ᾽χει χρόνια, πού εἶναι γεροντικῆς ἡλικίας, δέν σημαίνει πού καταξιώθηκε λόγω ἀκριβῶς τῆς χρονικῆς του παρουσίας πάνω στή γῆ, ἀλλά γιά ἐκεῖνο, τό ὁποῖο εἶναι εὐλογημένο κι ἁγιασμένο. Οὐ, λοιπόν, τό πολυχρόνιο, ἀλλά τό εὐλογημένο μετράει γιά μᾶς.
Μέσα ἀπ᾽ αὐτές τίς χρονολογικές εὐχές μας, πού εὐχόμαστε ἀπό τή σχετικότητα τοῦ χρόνου νά πᾶνε στήν ἀπολυτότητα τῆς αἰωνιότητας, νά συνεχίσουμε τίς ἀναλύσεις μας, πού ἔχουν σάν ἐργαλεῖο καί σάν ὄργανο, βέβαια, κείμενα πατερικά, πού εἶναι πάρα πολλά τά κείμενα καί σίγουρα θέλουν πολλές ἀναλύσεις καί πολύπτυχα νά τίς δοῦμε, τῶν Ὅρων κατ᾽ ἐπιτομήν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀλλά πού πάντοτε συνδυάζουμε αὐτές τίς ἀναλύσεις μέ κάποιο ἐπίκαιρο γεγονός καί μᾶς βοηθοῦν πάντοτε οἱ Ὅροι κατ᾽ ἐπιτομήν γιά νά προσδιορίσουμε καλύτερα τήν ἐπικαιρότητα, πού πάντοτε μᾶς δίνει ἐρεθίσματα καί πάντοτε μᾶς δίνει ἀφορμές, μιά πού εἶναι κάτι ζωντανό ἡ ἐπικαιρότητα καί εἶναι πρός ἀξιοποίηση· καί αὐτό πού λέω πάντοτε, ὅτι ἐμεῖς οἱ χριστιανοί δέν φοβόμαστε τήν ἐπικαιρότητα, ἐπειδή ζοῦμε στόν κόσμο.
Τό ἐπίκαιρο εἶναι τό ἐπί καιροῦ, εἶναι κάτι πολύ προσωρινό, ἀλλά ἐμεῖς δέν φοβόμαστε τό ἐπίκαιρο, ἀφοῦ καί τώρα, αὐτή τή στιγμή, ζοῦμε ἐπίκαιρα, ζοῦμε αὐτό τό λεπτό, αὐτή τήν ὥρα τῆς ζωῆς μας καί ἡ ἐπικαιρότητα μπορεῖ νά εἶναι τόσο πληθωρική αὐτή τήν ἐποχή, μάλιστα μέ τά μέσα τῆς ἐνημερώσεως, πού πολυποίκιλα γεμίζουν τίς ἀκοές μας καί τό νοῦ καί τήν καρδιά μας μέ τίς τρέχουσες εἰδήσεις, πού μπορεῖ νά γίνουν πληθωρικές καί κουραστικές καί πληθωριστικές καί νά χάσουν τήν ἀξία τους· ἀλλά τολμῶ νά πῶ ὅτι ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, ἐπειδή δέν ζοῦμε μανιχαϊκά, ἀλλά ζοῦμε ὀρθόδοξα, ἀξιοποιοῦμε τήν ἐπικαιρότητα μ᾽ ἕναν τρόπο εὐλογημένο, δηλαδή δέν ἀκοῦμε ἁπλῶς γιά νά γεμίσουμε τά αὐτιά μας μ᾽ ἐμπειρίες ἀκοῶν. Ἀκοῦμε γιά ν᾽ ἀκούσουμε τί συμβαίνει στόν κόσμο καί τουλάχιστον νά πάρουμε ἐρεθίσματα ἀπ᾽ αὐτό καί αὐτή εἶναι, θά ᾽λεγα, ἡ ἀποκλειστική δυνατότητα πού μπορεῖ νά ἀκοῦμε τήν ἐπικαιρότητα, εἶναι νά πάρουμε τίς ἀκοές τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου καί ὅλα αὐτά νά μετασχηματιστοῦν ἤ σέ μιά πράξη ζωῆς, ἄν εἶναι δυνατό, κάπου νά σταθεῖς πλάι σέ κάποιον ἄνθρωπο ἤ ἀκόμη περισσότερο, ἐφόσον δέν μπορεῖ νά γίνει πράξη ζωῆς ἡ κάθε εἴδηση πού ᾽ρχεται, νά γίνει ἕνα ἀντικείμενο προσευχῆς κι ἔτσι ὁ πόνος, ἡ κραυγή τῆς ἀγωνίας, τῆς πείνας, τῆς δίψας, τῆς καταπιέσεως, τῆς ἀδικίας, πού διατρέχει συνήθως τά δελτία ἐνημερώσεως, πού δέν μπορεῖ νά εἶναι ὡραιοποιημένα, πάνω στήν τραγωδία στέκονται -τά ὡραῖα τά πράγματα εἶναι κρυμμένα πάντοτε, ὅπως οἱ ἅγιοι εἶναι κρυμμένοι πάντοτε- μᾶς δίνουν ἀφορμή γιά πολύ βαθύτερη προσευχή.
Κι ἔτσι δέν μέ πειράζει ἡ ἐπικαιρότητα κι ἀσχολοῦμαι μέ τήν ἐπικαιρότητα καί τήν ἀξιοποιῶ, κατ᾽ ἐξοχήν, ὅσο ἐπιτρέπει ὁ λειτουργικός μου ὁ χρόνος, γιά νά βάλω μιά μερίδα μέσα στό δισκάριο τῆς προσκομιδῆς, γιά ὅλους τούς πονεμένους τῆς γῆς καί κατ᾽ ἐξοχήν μετά γιά νά μπορῶ νά πῶ ἕνα λόγο, ν᾽ ἀρθρώσω ἕνα λόγο γιά τά πράγματα τοῦ κόσμου ἐξ άπόψεως Ὀρθοδοξίας, γιατί ἄν δέν ὑπάρχει ὀρθόδοξος λόγος, ὄχι ὡς ἀντιπαλότητα, ἀλλ᾽ ὡς κατάθεση ἀληθείας, ὅλα τά ἄλλα τά γεγονότα θά διατρέχουν τή ζωή μας καί τίς ἀκοές μας καί μερικά θά τά ἀπορρίπτουμε ἀκριβῶς γιατί πιστεύουμε πού εἶναι ἀντίθετα μέ τήν πίστη μας ἤ μερικά ἄλλα σιγά-σιγά θά τά δεχόμαστε κι ἔρχεται μιά πολύ βαθιά ἀλλοίωση τῆς ζωῆς μας· κι αὐτό γίνεται εἰδικά καί ἀπό τίς νεαρές ἡλικίες, γίνεται μιά συστηματική ἀντικατήχηση, ὅπου τά παιδιά μας σέ λίγα χρόνια θά ζοῦν ἄλλα γεγονότα, γιατί γίνεται μιά συστηματική ἀντικατήχηση.
Ἐμεῖς, λοιπόν, δέν κάνουμε λόγο ἀπολογητικό, οὔτε ἐπιθετικό λόγο· καταθέτουμε τή μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας μας. Παράδειγμα, ὅλη αὐτή ἡ ἱστορία, ἡ πολύ γνωστή ἱστορία πού εἶναι τραγική γιά τή χριστιανική ἐμπειρία, γιά τήν ὀρθόδοξη ἐμπειρία, τοῦ «γάμου» τῶν ὁμοφυλοφίλων, πού εἶναι ἀπαράδεκτο γιά ὅλους μας, μπορεῖ σιγά-σιγά νά γίνει μιά κοινή συνείδηση. Βλέπετε, πρίν ἀπό μερικές δεκαετίες, οὔτε κουβέντα δέν γινόταν γιά μιά ἐπίσημη παρουσίαση τέτοιων τραγελαφικῶν καταστάσεων καί διαστροφῶν. Σήμερα αὐτό σιγά-σιγά γίνεται ἀποδεκτό καί πρόσωπα ἐπίσημα, ἀρχίζουν νά τό ἀποδέχονται καί ἄς μήν τό ζοῦν οἱ ἴδιοι αὐτό τό γεγονός, τό θεωροῦν μιά ἔκφραση δημοκρατικῆς ἐλευθερίας γιά νά τό κάνουν. Βέβαια ὁ καθένας κυβερνάει τή ζωή του ὅπως θέλει “κατ᾽ ἐλευθερίαν” καί τό λέει καί ἡ Ἁγία Γραφή, βέβαια μιλάει γιά τό «ἐπ᾽ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί» ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἀλλά αὐτή ἡ ἐλευθερία εἶναι μιά ἐλευθερία ἡ ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὄχι μιά ἐλευθερία πού κάνει τό δικό μας θέλημα.
Ἀπό ᾽κεῖ θ᾽ ἀρχίσει ἡ θεολογική μου ἡ διαφοροποίηση. Δέν διαφωνῶ ποτέ μέ τίς ἐλεύθερες σκέψεις καί τίς φωνές καί δέν μπορῶ ποτέ νά κάνω καθυπόταξη συνειδήσεων, οὔτε νά κάνω λογοκρισία τῶν συνειδήσεων, ἀλλά, πέρα ἀπ᾽ αὐτό, οὔτε κανείς δέν μπορεῖ νά κλείσει τό στόμα μου νά λέω ἀλήθειες, γιά γεγονότα, τά ὁποῖα διαστρέφουν τόν κόσμο. Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας μας καί μπορῶ νά κάνω κριτική σέ ὅλο αὐτό τό σύστημα τό διαστροφικό, πού θέλει νά περάσει αὐτή τή διαστροφή πάνω στή ζωή μας καί εἶναι μιά ἀναίρεση οὐσιαστικά, ὄχι μόνο τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, μιά ἀναίρεση τῆς ἴδιας τῆς ψυχολογίας τοῦ ἀνθρώπου. Τό ἀποτέλεσμα ὅλης αὐτῆς τῆς ἱστορίας θά εἶναι καί εἶναι ἤδη -ὅσο διατρέχει τήν ἱστορία μας- πολύ βεβαρημένη ψυχασθένεια μές τή ζωή τοῦ κόσμου, χωρίς νά καταλαβαίνουν γιατί αὐτό συμβαίνει· γιατί ἀκριβῶς διαστρέφονται βασικά ψυχικά δομικά τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.
Αὐτό μπορῶ νά ἀξιολογήσω σήμερα σάν τραγικότητα, πού μιλᾶνε γιά «γάμο» ὁμοφυλοφίλων, ὅ,τι πιό ἀντιφατικό σάν λέξη, «γάμος» ὁμοφυλοφίλων δέν γίνεται, δέν ὑπάρχει τέτοιο γεγονός. Ὅπου ὁ Θεός ἑνώνει, ἀλλά γιατί ἑνώνει, μέ ποιό σκοπό ἑνώνει, ποιά εἶναι ἡ προοπτική τοῦ «ἑνώνει» καί φυσικά αὐτό τό «ἑνώνω» χρησιμοποιεῖ σάν βασικό του ὄργανο τήν ἀγάπη. Ὁ Θεός εἶναι Τριαδικός Θεός, ἐπειδή εἶναι ἀγάπη ὁ Θεός καί εἶναι ἑνότητα ὁ Θεός, δέν μπορῶ ἀλλιῶς νά τό ἐκφράσω τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Ἄν μιλᾶμε, λοιπόν, γιά ἕνωση, ἡ μόνη ἔκφραση πού μπορεῖ νά κάνει τήν ἕνωση ἕνωση, εἶναι μόνο ἡ ἀγάπη· ἀλλά ποιός ὅρισε τήν ἀγάπη; Καί ἐπειδή ὁ μόνος ὁρισμός τῆς ἀγάπης μπορεῖ νά δοθεῖ ἀπ᾽ αὐτό πού λέει τό κείμενο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν», ὅταν μιλῶ τουλάχιστον ἐγώ γιά ἀγάπη, δέν μπορῶ παρά νά στραφῶ νά ψάξω τόν ὁρισμό τῆς ἀγάπης στό Θεό, δέν ἔχω ἄλλα κριτήρια, δηλαδή. Μπορεῖτε κι ἐσεῖς νά δώσετε ὁρισμούς τῆς ἀγάπης, ἀλλά εἶναι κι αὐτοί ἐλέγξιμοι, πρέπει νά ἐλέγξουμε γιατί τό λέτε ἀγάπη αὐτό. Ἀγάπη λέτε τό βίτσιο σας, τήν ἐπιθυμία σας, τόν ἐγωισμό σας, τήν προβολή σας, αὐτό μπορεῖ νά τό λέτε ἀγάπη, ἀλλά δέν εἶναι ἀγάπη.
Ἐδῶ λέμε «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν» καί ὁ Θεός εἶναι ταπεινός, ὁ Θεός κρύβεται, ὁ Θεός δέν μᾶς καθηλώνει, ὁ Θεός μᾶς φτιάχνει, ὁ Θεός θέλει νά μᾶς σώσει· ἀλλοῦ μπαίνει ἡ ἔννοια τῆς ἀγάπης. Ἔτσι λοιπόν, ἀμέσως οἱ ἔννοιες ἀλλάζουν τελείως καί πρέπει ν᾽ ἀναμετρηθοῦμε μ᾽ αὐτές τίς ἔννοιες. Ἄν λοιπόν ὑπάρχει γάμος χωρίς ἀγάπη, δέν εἶναι γάμος καί ἐφόσον ὁ «γάμος» αὐτός δέν μπορεῖ νά ἔχει ἀγάπη μέ τίποτε, παρά μόνο καταξίωση ἐγωιστικοῦ βίτσιου, τότε ἀκριβῶς δέν μιλᾶμε γιά «γάμο», δηλαδή εἶναι ἀντιφατικές οἱ ἔννοιες, πρέπει νά ψάχνουμε τούς ὁρισμούς. Ἀκόμη κι ἄν δέν ξέρουν τά τῆς Ἐκκλησίας μας, νά κάνουν ἐτυμολογικές ἀναλύσεις.
Τί σημαίνει ἡ λέξη: «γάμος»; Θά πεῖ κάποιος τό «ἔγημα - γαμέω-γαμῶ» ἀπό τή λέξη αὐτή. Τί σημαίνει αὐτό ὀρθόδοξα; Εἶναι ἁπλῶς μιά σεξουαλική πράξη ἤ εἶναι κάτι πολύ βαθύτερο; Τί εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ γάμου στήν ὀρθόδοξη Θεολογία, μέσα ἀπό ὅσα ἀξιοποιήθηκε. Εἶναι ἁπλῶς ἡ ὁριζόντια ἔκφραση τῆς πράξεως τῆς σεξουαλικῆς; Καθόλου. Εἶναι μιά πολύ βαθιά ἀγαπητική ἕνωση, ἡ ὁποία κατευθύνεται πρός τό Θεό, καταλήγει στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ· γι᾽ αὐτό βλέπετε κι ἡ σχέση μας μέ τό Θεό εἶναι ἐρωτική κι ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ἐρωτικά κατευθυνόμενος στό Θεό κι ἔχοντας αὐτή τήν ἀγαπητική σχέση μέ τό Θεό, μπορεῖ νά ἀγαπήσει μετά. Καί εἶμαι βέβαιος γι᾽ αὐτό, δέν τό λέω φιλοσοφικά, οὔτε θεολογικά, οὔτε τό λέω γιατί θέλω νά κάνω ἀντιπαλότητα, προσωπικά σάν πνευματικός δέν γνώρισα ποτέ κάποιον ἄνθρωπο πού μπορεῖ ν᾽ ἀγαπάει, ἄν δέν ἀγαποῦσε τό Θεό. Ὅλα τ᾽ ἄλλα ἦταν μιά προβολή βίτσιων ἤ ἐπιθυμιῶν ἤ ψευτοαγαπητικῶν διαθέσεων. Ἄν, λοιπόν, μιλοῦν γιά ἀγάπη νά ᾽ρθουν ν᾽ ἀναμετρηθοῦν μέ τήν πράξη τῆς ζωῆς κι ὄχι μ᾽ ἕνα θεολόγο, οὔτε μέ τήν ὀρθόδοξη Θεολογία.
Μέσα ἀπ᾽ αὐτές τίς προοπτικές, λοιπόν, προσπαθώντας νά ὁρίσω καί δέν χρειάζεται τό αὐτονόητο, νά ὁρίσω θεολογικά τήν ἀντίθεση μέ τό θέμα τοῦ «γάμου» τῶν ὁμοφυλοφίλων, εἶναι ἀντιφατικό δέν μπορεῖ νά γίνει, δέν εἶναι γάμος. Ἁπλῶς εἶναι μιά συμβατική νομική ἕνωση, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη διά τῆς ἐπιβολῆς πολλῶν δυνατῶν τῆς γῆς, οἱ ὁποῖοι ἦταν ὁμοφυλόφιλοι, εἶναι πολύ δεδομένο αὐτό. Ἐπειδή, λοιπόν, ἤθελαν νά καταξιώσουν τόν ἑαυτό τους, τό πέρασαν νομικά δηλαδή, αὐτό εἶναι σίγουρο, ξέροντας τίς ἰσορροπίες τίς μαθηματικές ἀκόμη καί στά κοινοβούλια ἤ τά εὐρωκοινοβούλια, τά ὁποῖα καταξιώνουν τέτοιες καταστάσεις, δέν χρειάζεται νά ζητήσουμε ἀλλοῦ τήν ἱστορία· καί μερικοί ἄλλοι ἀνόητοι ἐν ὀνόματι τῆς δημοκρατικότητας τό ψήφισαν κι αὐτοί μαζί τους. Δηλαδή δέν μέ ἐνδιαφέρει αὐτή τή στιγμή ὁ νόμος. Ὁ νόμος ἁπλῶς εἶναι πρός χρήση, ἄν πρόκειται νά κρατήσει τή νόμιμη τάξη καί νά μή διαστρέψει τόν κόσμο. Ἄν πρόκειται νά διαστρέψει εἶναι νόμος παράνομος, δέν μοῦ λέει τίποτα αὐτό τό πράγμα. Κι ἐπειδή εἶμαι σίγουρος πού μετά ἀπό μερικά χρόνια ἤ δεκαετίες, δέν ξέρω, τό φαινόμενο θά ἐμφανιστεῖ κι ἐδῶ -δέν μπορεῖ, εἴμαστε κι ἐμεῖς μιμητικά ὄντα καί μεταδίδουμε τίς νόσους αὐτές, ὅπως τά ἀποδημητικά πτηνά μεταδίδουν τήν γρίπη τῶν πτηνῶν, μεταδίδουμε κι ἐμεῖς αὐτή τή γρίπη τῆς ἀνωμαλίας συνέχεια- θά ᾽ρθει κι αὐτό ἐδῶ πέρα καί πρέπει νά ἔχουμε λόγο θεολογικό καί βασικά θεραπευτικό λόγο, γιά τή διαστροφή πού γίνεται μέσα ἀπ᾽ αὐτό τό γεγονός.
Νά προσπαθήσω, λοιπόν, χρησιμοποιώντας Ὅρους κατ᾽ ἐπιτομήν, ὅσο μπορῶ νά μπῶ σ᾽ αὐτό τό στοιχεῖο τῆς ἑνότητας καί νά μιλήσουμε γιά ἄλλους Ὅρους, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ἄμεση σχέση μ᾽ αὐτό τό γεγονός, ἀλλά ἐγώ βρίσκω σ᾽ αὐτή τή θεραπευτική τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, μέσα ἀπό τούς Ὅρους κατ᾽ ἐπιτομήν, αὐτά τά κείμενα πού προσαρμόζονται καί σέ τέτοια φαινόμενα καί τέτοια κείμενα θά χρησιμοποιήσω πιθανῶς γιά νά δώσω πιό βαθιές καί ὀργανωμένες θεολογικές ἀπαντήσεις, σέ τέτοιες διαστροφικές καταστάσεις.
Πρίν ἀρχίσω τήν ἀνάλυση τῶν κειμένων τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, νά πῶ καί πάλι, ὀνομάζω αὐτή τήν πράξη διαστροφή, μιά διαστροφή, γι᾽ αὐτό δέν θά πάψει ποτέ νά εἶναι διαστροφή. Ἀλλά ἕναν πού θά τόν δῶ μπροστά μου, πού ζεῖ αὐτή τή διαστροφή δέν θά τόν πῶ διεστραμμένο, γιατί δέν εἶναι γιά πάντα διεστραμμένος, μπορεῖ νά μετανιώσει. Ὁ διάβολος εἶναι διεστραμμένος, γιατί θά παραμείνει πάντα διάβολος. Ἄρα κάνω μία διαφοροποίηση: ζεῖ μία διαστροφή, ἀλλά εὔχομαι νά μή ζεῖ αὐτή τή διαστροφή συνεχῶς, νά μή διαβολοποιηθεῖ, ὅπου ἡ διαστροφή θά γίνει μόνιμη. Ἀλλά ἐπειδή δέν ξέρω πόσο μόνιμα θά μείνει αὐτή ἡ διαστροφή πάνω του, ἐγώ δέν τόν λέω διεστραμμένο, ὄχι ἁπλῶς νά μήν τόν κατακρίνω, γιατί ἔτσι εἶναι τό πράγμα. Διεστραμμένος ὁριστικά εἶναι ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀμετανοησία καί δέν ξέρω τό πρόσωπο πού ἔχω μπροστά μου κατά πόσο θά διατηρήσει αὐτή τήν ἀμετανοησία του ἤ ὄχι σ᾽ αὐτό τό γεγονός, ἀλλά ὁπωσδήποτε ὅμως πρέπει νά πῶ -χωρίς νά φοβᾶμαι τίς λέξεις μου- ὅτι αὐτό εἶναι διαστροφή.
Σηκώνονται σήμερα οἱ ἐκπρόσωποι αὐτῆς τῆς ὄχι συμπαθοῦς τάξεως, ὅπως λένε μερικοί -καθόλου συμπαθής τάξη, δέν εἶναι κἄν τάξη, εἶναι μιά ὁμάδα ἐκφράσεως μιᾶς διαστροφῆς- καί λένε ἐντάξει τί νά κάνουμε, ἀφοῦ ἔτσι εἶναι τά πράγματα, πρέπει νά τό δεχτοῦμε, νά τό δοῦμε μέ συμπάθεια· καθόλου συμπάθεια. Οὔτε ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά δεῖ μέ συμπάθεια. Τί θά πεῖ μέ συμπάθεια νά δεῖ ἡ Ἐκκλησία, τί νά δεῖ δηλαδή; Ἡ Ἐκκλησία βλέπει τά παιδιά της πού καταστρέφονται. Ποιά συμπάθεια νά δείξει ἡ Ἐκκλησία; Μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νά συγκαταβεῖ σέ τέτοια τραγικά γεγονότα, νά ἀποδεχτεῖ, δηλαδή, τήν ἀρρώστια ὡς ἀρρώστια; Ἡ Ἐκκλησία θέλει νά θεραπεύσει καί νά φωνάξει, ὑπάρχει ἀρρώστια, πρέπει νά τό γιατρέψουμε. Ἄρα καμία συμπαθητική διάθεση καί καμία συγκατάβαση σ᾽ αὐτή τήν ἁμαρτία.
Συγκατάβαση στόν ἄνθρωπο γιά νά ὁδηγηθεῖ στή μετάνοια ναί, νά μιλήσω μαζί του ναί, δέν θά τόν διώξω, ἀλλά δέν μπορεῖ νά πεῖ, οὔτε τολμάει νά πεῖ αὐτό πού λένε σήμερα καί διαφημίζουν: εἴμαστε κι ἐμεῖς πολύ καλοί χριστιανοί, στό Χριστό πιστεύουμε. Ἐντάξει, ἄν πιστεύεις στό Χριστό, ὁ Χριστός δέν εἶναι κάτι ἀφηρημένο, ὁ Χριστός ἐκφράζεται μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία Του καί μέσα ἀπό τή Γραφική Της καί Πατερική Της Παράδοση. Ἄν, λοιπόν, τό Χριστό πιστεύεις καί λές πού εἶσαι καλός χριστιανός, δέν μπορεῖς νά διαστρέφεις τήν Πατερική Παράδοση γιά τά βίτσια σου!
Δηλαδή πόσες κουβέντες θά μπορούσαμε νά κάνουμε, γιατί ἔφτασαν σ᾽ αὐτό τό προχωρημένο στάδιο, νά κάνουμε ὀρθόδοξη Θεολογία πάνω σ᾽ αὐτά τά θέματα. Κι ἐδῶ εἶναι ἡ ἀκραία διαστροφή πιά, νά ποῦν ἡ Ἐκκλησία πρέπει νά δεχτεῖ κι αὐτούς τούς συμπαθεῖς ἀνθρώπους. Ὄχι δέν εἶναι καθόλου συμπαθής ἡ διαστροφή αὐτή καί τούς ἀνθρώπους τούς δέχομαι ὄχι ὅμως τή διαστροφή τους καί τούς δέχομαι πρός μετάνοια. Τό νοσοκομεῖο δέχεται ἀνθρώπους πρός θεραπεία, ὄχι γιά νά μείνουν μέσα ἐκεῖ πέρα νά διατηροῦν τήν ἀσθένειά τους καί νά βρίζουν τή θεραπευτική μέθοδο πού χρησιμοποιεῖ τό νοσοκομεῖο. Ἔτσι θέλουν, ἀλλά δέν μποροῦν νά παίξουν μέ τά γεγονότα αὐτά. Νά εἴμαστε σαφεῖς δηλαδή καί δέν μπορῶ νά πέφτω σέ συμπαθητικές, δημοκρατικές ἐκφράσεις. Εἶναι πολύ ἀνόητο νά κάνουμε αὐτή τήν κατάσταση, γιά νά φανοῦμε καλοί μέ τόν κόσμο. Δέν φαινόμαστε καλοί μέ τόν κόσμο.
Νά δοῦμε, ὅμως, λιγάκι τό Μέγα Βασίλειο, σέ ἄλλα ἐκφραστικά μεγέθη -θά φαίνεται στήν ἀρχή, ὅπως μιλῶ- ἀλλά νά δεῖτε στό σύνολό του, στήν ὁλική του ἔκφραση πῶς δίνει ἀπαντήσεις, ξεκινώντας ἐδῶ ἀπό τό συλλογικό μέγεθος, ἀπό τά μεγέθη τῆς ἑνότητας, πῶς λειτουργιέται ἡ ἑνότητα μέσα στό χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας.
Στόν Ὅρο, λοιπόν, 225 -νά διαβάζω καί τό πρωτότυπο τοῦ πρωτοτύπου ἐρωτήματος, εἶναι πολύ μικρό συνήθως- καί παρατηρῶ πάντοτε, διαβάζοντας τή συγκριτική τοῦ κειμένου καί τῆς μεταφράσεως πόσο σπουδαῖο εἶναι νά κατανοεῖς, ὅσο εἶναι δυνατό, κατά τά μέτρα τῆς γνώσεως τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, νά κατανοεῖς καί τό πρωτότυπο κείμενο κι ἔχει πάντοτε ἄλλο κάλλος καί κρύβει ἄλλες ἑρμηνευτικές δυνατότητες. Νά δῶ τό πρωτότυπο λοιπόν, θά τό μεταφράσω, μή φοβάστε· καί δέν ἔπρεπε νά φοβάστε καθόλου τά ἀρχαῖα Ἑλληνικά ἤ ἀκόμη περισσότερο τή γλώσσα τῶν Πατέρων καί δή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, πού δέν εἶναι καθόλου μιά ἀρχαΐζουσα ἀρχαιοελληνική γλώσσα, ἀλλά εἶναι μιά βατή γλώσσα πού ἔχει πολύ μεγάλο κάλλος καί πολύ σπουδαία ποιητικότητα.
Λέει τό ἑξῆς στό ἐρώτημά του ὁ Μέγας Βασίλειος: «Τοῦ Κυρίου εἰπόντος, ὅπου ἐάν ὦσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν· πῶς τούτου καταξιωθῆναι δυνηθῶμεν;». Ὁ Χριστός, λέει, μᾶς εἶπε, ὅπου εἶναι δύο ἤ τρεῖς μαζεμένοι στό ὄνομά μου, ἐκεῖ εἶμαι ἀνάμεσά τους. Πῶς θά ἀξιωθοῦμε αὐτοῦ τοῦ γεγονότος; Βλέπετε παίρνει ἕνα ἐρώτημα ἑνότητας, ὅπου εἶναι δύο ἤ τρεῖς μαζεμένοι, τό ξέρετε αὐτό, καί εἶμαι ἀνάμεσά τους καί πάνω σ᾽ αὐτό τό δομικό στοιχεῖο τῶν δύο ἤ τριῶν -βλέπετε δύο ἤ τρεῖς, ὄχι ἕνας, ποτέ ἡ μοναδικότητα, ἡ ἀποκλειστικότητα, ὁ ἐγωισμός, ὁ ἀποκλεισμός- οἱ δύο ἤ τρεῖς ὅπου ὁ Χριστός εἶναι ἐν μέσῳ αὐτῶν.
Πῶς θά ἀξιωθοῦμε αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, πῶς θά τό ζήσουμε; Ἐνῶ ὁ Χριστός εἶναι δεδομένο πού εἶναι ἀνάμεσα στούς δύο ἤ τρεῖς πού εἶναι συνηγμένοι ἐν τῷ ὀνόματί Του, προσέξτε ἐν τῷ ὀνόματί Του, ὄχι δύο ἤ τρεῖς πού εἶναι μαζεμένοι γιά ὁποιοδήποτε ἄλλο λόγο. Ὁ Χριστός πάντοτε εἶναι πανταχοῦ παρών γιατί εἶναι Ἀγάπη, ἀλλά λειτουργεῖ τήν ἑνότητα, ἐφόσον αὐτοί τό θέλουν καί τή θέλουν τήν ἑνότητα ἐν τῷ ὀνόματί Του. Πού σημαίνει γιά νά ὑπάρχει ἑνότητα, πρέπει νά ὑπάρχει Χριστός, ἄν τό θέλουν οἱ ἄλλοι. Ἄν δύο ἤ τρεῖς μαζευτοῦν νά κάνουν μιά συμμορία ἀνομίας -ὁ Χριστός τούς ἀγαπάει κι αὐτούς γιά νά μετανιώσουν καί θά κάνει γι᾽ αὐτούς θεραπευτική- ἀλλά δέν σημαίνει πού ὁ Χριστός εἶναι ἐν μέσῳ αὐτῶν γιά νά συγκροτήσει τήν ἑνότητά τους.
Μπαίνω, δηλαδή, στό δομικό στοιχεῖο τῆς λέξης ἑνότητα, γιά τήν ὕπαρξη κοινωνικῶν ὁμάδων. Ὕπαρξη κοινωνικῶν ὁμάδων ὑπ᾽ αὐτή τήν ἔννοια, πού εἶναι χῶροι βαθιά ἀναπαυτικοί, θεραπευτικοί, ἀπαιτεῖ νά ὑπάρχει ὁ Χριστός καί νά δεχόμαστε τό Χριστό, ὅπως εἶναι, ὄχι ὅπως Τόν θέλουμε ἐμεῖς. Ἄρα ἐγώ δέν μπορῶ νά δεχτῶ ἑνότητα κατ᾽ ἐπίφασιν συλλόγων, ὁμάδων ἐκφραστικῶν, κομμάτων, πεῖτε ὅ,τι θέλετε, πού ἔχουν σκοπούς. Ἄν ὁ σκοπός τους δέν εἶναι τό κατεξοχήν πρόσωπο πού ἑνώνει, ὁ Χριστός, δέν εἶναι ὁμάδες αὐτές. Εἶναι συμπίλημα ἀνόμων ἐγωιστῶν ἀνθρώπων. Πάρτε το ὅπως θέλετε, εἶναι σύλλογος, εἶναι ὀργάνωση, εἶναι συνεταιρισμός, εἶναι ἑταιρεία, εἶναι κόμμα, πεῖτε το ὅπως θέλετε. Ἄν δέν ἔχει ἐν τῷ μέσῳ τό Χριστό καί δέν δέχεται τίς προθέσεις τοῦ Χριστοῦ, ἑνότητα δέν ὑπάρχει· γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς ὅλα αὐτά διαλύονται, καταστρέφονται καί ὁδηγοῦνται σέ καίριες ἀντιπαλότητες.
Καί ὅπου βλέπετε σέ ὁμαδικές ἐκφράσεις ἀντιπαλότητες καί διαμάχες συνεχεῖς -διαμάχες ἀνθρώπινες μπορεῖ νά ὑπάρχουν, ἀλλά πρέπει νά θεραπεύονται- ἄν ὑπάρχουν συνεχεῖς διαμάχες καί συνεχεῖς ἀντιπαλότητες καί συνεχεῖς διχασμοί διατηρούμενοι, διπολικοί ἤ τριπολικοί διχασμοί, σημαίνει ὅτι ἐκεῖ μέσα δέν ὑπάρχει ποτέ ὁ Χριστός.
Κατά τ᾽ ἄλλα τά ἀνθρώπινα μπορεῖ νά ὑπάρχουν, ἀνάμεσα σέ δύο καλούς χριστιανούς μπορεῖ νά ὑπάρχει ἕνας πειρασμός, μιά δυσκολία, μιά μικρή ἀντιπάθεια, ἀλλά αὐτό εἶναι πρός θεραπεία. Ἄν ὅμως αὐτό διατηρεῖται συνεχῶς καί διαιωνίζεται συνεχῶς, τότε ἐδῶ ὑπάρχει δαιμονική κατάσταση, ὅπου ὁ διχασμός εἶναι διαιωνιζόμενος, διαιωνίζεται, βλέπετε, περνάει διά τῶν αἰώνων, δέν ὑπάρχει τίποτα ἀπ᾽ τό Χριστό. Ἄρα βλέπετε καί μόνο πού λέω μερικές κοινωνικές ἀντιπαλότητες καί μόνο πού λέω πολιτική ἀντιπαλότητα στό οἰκονομικό ἐπίπεδο, δεξιοί ἀριστεροί, ἄν αὐτό διαιωνίζεται, εἶναι δαιμονιῶδες. Ἄν ὑπάρχει, δηλαδή, ἕνα ἑνωτικό στοιχεῖο πού θά κάνει νά ξεπεράσουν τήν ἀντιπαλότητά τους πέρα ἀπό τίς ἰδέες. Οἱ ἰδέες μόνες δέν μᾶς χωρίζουν, οἱ ἰδέες εἶναι πρός κατάθεση γιά μιά περαιτέρω διεργασία μέ κουβέντα, μέ συζήτηση. Ἄν, ὅμως, οἱ ἰδέες αὐτές πάντοτε παραμένουν ὡς ὁριστικοποιημένες πράξεις διχασμοῦ, ἐδῶ ὑπάρχει διχασμός, ὑπάρχει δαιμονοποίηση τῆς καταστάσεως καί φυσικά ὄχι παρουσία Χριστοῦ καί ὄχι ἀγάπη. Αὐτό, προσέξτε, τό γεγονός εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖο, σέ ὁποιαδήποτε ὁμάδα καί νά τό ἐφαρμόσετε.
Ἔτσι δέν μπορῶ νά πῶ ὅτι ὑπάρχει αὐτή τή στιγμή, γιά νά ἔρθω, ἄς ποῦμε, στό προκείμενο, γιά νά τό χαριτολογήσω καί λίγο, ἕνας σύλλογος προστασίας τῶν δικαιωμάτων τῶν ὁμοφυλοφίλων. Δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει τέτοιο πράγμα, ὅσο ἑνωτικά στοιχεῖα καί νά ἔχει· καί θά μοῦ πεῖ κάποιος, ὑπάρχει ἕνα Πρωτοδικεῖο πού κάνει τό σύλλογο σύλλογο. Ἀλίμονο ἄν ἡ ἑνότητα χαρακτηριζόταν ἀπό τήν πράξη ἑνός Πρωτοδικείου· θά ἦταν τελείως ἀνόητο νά μπορεῖ ἕνα ὄργανο δικαστικῆς μορφῆς ἤ ἐκφράσεως κάποιας βουλήσεως κάποιου νομοθέτου, νά ἀποκτήσει τή δυνατότητα νά ἑνώνει τούς ἀνθρώπους, δέν γίνεται αὐτό τό πράγμα. Ἡ ἑνότητα ὑπάρχει μόνο ἐν Χριστῷ καί ἐν ἀγάπῃ, μέ τήν ἀγάπη ὅπως τή λέει ὁ Χριστός καί τίποτε ἄλλο.
Ἔτσι, λοιπόν, τό ἐρώτημα εἶναι πάρα πολύ καίριο, πῶς αὐτό θά μπορέσουμε νά τό ζήσουμε, λέει, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἐν μέσῳ δύο ἤ τριῶν. Νά δοῦμε τί λέει ὁ Μέγας Βασίλειος καί ἔχει σημασία γιά ὅλες αὐτές τίς ἄνομες ἑνότητες πού παρουσιάζονται γύρω μας. Ὅλοι κάνουν μιά σύμπηξη μιᾶς ὁμάδας καί οἱ γκάνγκστερ μπορεῖ νά κάνουν ὁμάδα, δηλαδή μαφία εἶναι μιά ὀργανωμένη ὁμάδα, ἀλλά αὐτό δέν ἐκφράζει τίποτα γιά μᾶς. «Οἱ συναχθέντες εἰς τό ὄνομα κάποιου ὀφείλουν ὁπωσδήποτε νά γνωρίζουν τόν σκοπόν αὐτοῦ πού τούς συνήγαγε καί νά ἑτοιμάζονται πρός αὐτόν τόν σκοπόν» λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, πρέπει νά ξέρουν ποιός τούς μάζεψε καί ποιός εἶναι ὁ σκοπός τους. Ἔχει σημασία, ποιός μᾶς μάζεψε, ποιός εἶναι ὁ σκοπός μας; Κι ἐδῶ ἡ συγκεκριμένη περίπτωση εἶναι τό ποιός, ἔχει σημασία, ποιός; Μπορεῖ κάποιος, κατά τά ἀνθρώπινα μεγέθη, νά μᾶς μαζέψει; Τολμῶ νά πάω παρακάτω τό ἐρώτημα, μπορεῖ κάποιος νά γίνει ἀρχηγός; Ἡ ὀρθόδοξη Θεολογία, μέσα ἀπό τή γλώσσα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, λέει ὄχι. Κανείς δέν ἔχει τή δυνατότητα νά μαζέψει καί νά γίνει ἀρχηγός. Ἄν κάποιος ἔχει τό κουράγιο νά κάνει μιά σύναξη ἀνθρώπινη, θά τήν κάνει ὡς παρουσία Χριστοῦ ἀνάμεσα, ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν.
Βλέπετε τί λέμε, στήν τοπική Ἐκκλησία, ὁ Ἐπίσκοπος ἀκριβῶς συμβολίζει τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ὄχι δέν ἐκφράζει τόν ἑαυτό του. Εἶναι ἀκριβῶς μιά ὁρατή παρουσία ἑνότητος, σημεῖο ἑνότητος τοῦ Χριστοῦ. Ἐν ὀνόματι τοῦ ἐπισκόπου δέν συνασσόμεθα. Τό Χριστό ἐκφράζει καί ἐκφράζει τήν ἑνότητα αὐτή, πού πρακτικά ἐκφράζεται μέσα ἀπ᾽ αὐτή τή σύναξη τήν ἀνθρώπινη. Γιατί ὁ Ἐπίσκοπος καί μετά ὅλο τό τίμιο Πρεσβυτέριο καί ὁ λαός θά ἐκφράσουν τήν ἀγαπητική πρόκληση τῆς ἑνότητας πού ἔρχεται μέσα ἀπ᾽ τό Χριστό.
Κανείς δέν μπορεῖ νά μαζέψει κανέναν καί νά γίνει ἀρχηγός. Ἀλλά ὅταν ἀκοῦμε καί τή λέξη ἀρχηγός, αὐτός πού μᾶς ἔσωσε, αὐτός ἔκανε αὐτό τό κίνημα, αὐτός ἔκανε αὐτό, ἔκανε τό ἄλλο, εἶναι μιά ἀνόητη φράση καί εἶναι μιά παραχάραξη τῆς ἀγαπητικῆς ἰδιότητας τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος μᾶς συνάζει. Ὅ,τι καλό γίνεται, ἐν ὀνόματι κάποιας ἑνότητας ἀνθρωπίνης, γίνεται μόνο ἀπ᾽ τό Χριστό. Θά πεῖτε εἶσαι ἀπόλυτος, γιατί ἀγαπᾶς τό Χριστό καί τά λοιπά. Μά δέν εἶναι αὐτή ἡ ἀπολυτότητα. Νά μοῦ βρεῖτε κάποιον πού μπορεῖ νά ἑνώσει τούς ἀνθρώπους. Πάρτε ὅλα τά συστήματα τῆς ἑνότητας. Μαζεύτηκαν νά κάνουν ὅλοι μιά ἐπανάσταση κι εἶχαν ἀρχηγό. Στήν πορεία νά δεῖτε μετά πῶς διχάστηκαν ὅλοι αὐτοί. Δέν ὑπάρχει οὔτε μία ἱστορική μαρτυρία, πού ἀπό τέτοιες ὁμάδες καλῶν ἐπαναστατικῶν κινημάτων -διαβάστε τήν ἱστορία τῶν ἐπαναστάσεων ἤ τῶν κινημάτων- πῶς ἡ συνέχεια αὐτῶν τῶν κινημάτων μετά ἀπό λίγα χρόνια, δέν χρειάζεται νά πᾶμε σέ μακροχρόνιες διαδικασίες, ἦταν μιά κατάληξη διχασμοῦ τῶν ἴδιων τῶν κινημάτων, πού ἦταν δῆθεν σωτήρια, ἀπολυτρωτικά καί τά λοιπά. Ὅλες αὐτές οἱ μορφές μετά καταλύονται, γιατί ἀκριβῶς εἶναι ἐγωιστικές μορφές καί γιατί καταξιώθηκαν μέσα ἀπό τήν ἡρωική κίνηση κάποιου ἐγωιστοῦ ἀρχηγοῦ. Ἄρα ἡ Ἐκκλησία δέν δέχεται ποτέ ἀρχηγό. Γιατί καί μόνο ἄν δεχτοῦμε τή λέξη ἀρχηγός, πρέπει νά δεχτοῦμε τόν ἄκρως ταπεινούμενο, γιατί ὁ Χριστός εἶναι ὁ πρῶτος ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν καί γιατί εἶναι ὁ ἔσχατος, δηλαδή ἔγινε ἔσχατος ἄχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ. Ὑπ᾽ αὐτή τήν ἔννοια γίνεται Πρῶτος. Ὁ διακονῶν εἶναι ὁ πρῶτος. Ἐκεῖνος πού διακονεῖ καί πεθαίνει γιά τόν ἄλλο, αὐτός εἶναι ὁ πρῶτος γιά μᾶς, δέν ὑπάρχει ἄλλος πρῶτος. Ἄρα ὅλες οἱ ἄλλες μορφές κινημάτων, τοῦ ἀρχηγοῦ πού ἑνώνει τούς ἀνθρώπους, τοῦ ἐκφραστοῦ ἑνός μέσου, εἶναι ἀνόητες ἐκφράσεις δηλαδή.
Ἄρα δέν μπορεῖ νά ἐμφανιστεῖ ἕνας σύλλογος νά ὑποστηρίξει τά δικαιώματα κάποιας μορφῆς ἀνομίας. Ὑπάρχει αὐτή ἡ μορφή καί ὑποστηρίζει τά δικαιώματα αὐτά καί θέλει νά τά περάσει σέ ἄλλους χώρους. Καί φυσικά ἄν γίνουν παλινδρομήσεις καί αὐτό δέν τό καταλάβουμε ἐμεῖς οἱ χριστιανοί καί τό δεχτοῦμε, δέν σημαίνει πού ἡ Ἐκκλησία θά χάσει, ἐμεῖς χάνουμε δηλαδή. Χάνουμε καί χαλᾶμε τό κάλλος τῆς ὀρθόδοξης Θεολογίας. Ἔτσι, λοιπόν, ἐδῶ πέρα ὑπάρχει ἑνότητα καί ὑπάρχει ὁ σκοπός.
Ποιός εἶναι ὁ σκοπός; Νά θυμηθεῖτε ἕναν κανόνα, ὑπάρχει στό Πηδάλιο, πού μιλάει γιά τή συνωμοσία καί τήν τυρία, συνωμοσία ἤ φατρία. Ὁ φατριασμός σημαίνει ἕνας διχασμός, κάποιοι ἔρχονται καί φατριάζονται· καί λέει τό ἑξῆς, κάτι πολύ ὡραῖο πού λέει ὁ κανόνας καί τό ἐπιτείνει ἡ ἑρμηνευτική διάταξη τοῦ μεγάλου ἑρμηνευτοῦ, τοῦ Βαλσαμώνα, πού ἑρμήνευε πολλές διατάξεις στό Πηδάλιο μαζί μέ τόν Ζωναρᾶ. Λέει, λοιπόν, ἐκεῖ: ἄν ὑπάρχει μέσα στό χῶρο τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας μιά ὁμάδα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τούς δικούς τους σκοπούς, ἄς εἶναι καί γιά καλό αὐτοί οἱ σκοποί, αὐτό εἶναι φατρία, εἶναι δαιμονικό· κι ἄν οἱ σκοποί εἶναι πολύ καλοί, ἀλλά ἄν αὐτοί διχάζονται μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία καί δημιουργοῦν ἕνα ρῆγμα μέσα στήν Ἐκκλησία αὐτό εἶναι φατρία, εἶναι διχασμός. Ὅπου ὑπάρχει, λοιπόν, σκοπός ἔστω καί καλός -πόσῳ μᾶλλον ἄν εἶναι καί κακός ὁ σκοπός- μιλάω γιά τόν καλό τό σκοπό, δέν ὑπάρχει ἑνότητα. Ὅποιος ἀποκόπτεται μέσα ἀπό δῶ, νά βγάλει μιά καλή κατάσταση, νά πεῖτε ἐδῶ σέ αὐτή τήν ἐνορία δέν γίνεται καλό φιλανθρωπικό ἔργο κι ἐμεῖς θέλουμε νά κάνουμε μιά δική μας ὁμάδα, θά κάνουμε καλό φιλανθρωπικό ἔργο, θά τό κάνουμε ἔτσι ἀνεξάρτητα, μόνοι μας, εἶναι καλός ὁ σκοπός σας, ἀλλά αὐτό εἶναι φατρία, γιατί ἀποκόπτεσθε περιφρονώντας τούς ἄλλους πού δέν μποροῦν νά κάνουν φιλανθρωπία, ὅσο τή φαντάζεσθε ἐσεῖς. Ἀκριβῶς θά μπεῖτε μέσα στό σῶμα καί θά ἀντέξετε τούς ἄλλους πού δέν ἔχουν νά τό κάνουν ἔτσι τό πράγμα, θά ἀντέξετε τή γνώμη τῶν ἄλλων, γιά νά γίνει ἀκριβῶς μιά ἄλλη ἰσορροπία, ὄχι δημοκρατική ἰσορροπία, νά ἐκφραστεῖ πρώτα ἡ ἑνότητα καί μετά τό καλό τό ἔργο. Ἄν ὑπάρχει καλό ἔργο χωρίς ἑνότητα, δέν κάνουμε τίποτε.
Ἄρα, λοιπόν, ἐδῶ πέρα ὅλες αὐτές οἱ ὁμάδες τῆς ἀνομίας δέν μποροῦν νά μιλοῦν οὔτε γιά ἑνότητα, οὔτε ὅτι ἔχουν δικαιώματα, πού προβάλλονται μέσα ἀπό ἀνεξάρτητες ὁμάδες, πού θέλουν ἀκόμα νά βοηθήσουν καί τή σκέψη, ὅπως λένε, τῆς Ἐκκλησίας γιά νά γίνει πιό συγκαταβατική καί πιό φιλάνθρωπη. Πιό δαιμονιῶδες πράγμα δέν ἄκουσα. Προτείνουν στήν Ἐκκλησία νά γίνει φιλάνθρωπη, δηλαδή προτείνουν στό χῶρο τοῦ κάλλους τοῦ φωτός, νά γίνει φῶς· μά τό φῶς δέν μπορεῖ νά γίνει πιό πολύ φῶς. Καί δέν μπορεῖ νά τό πεῖ αὐτό ἕνας, ὁ ὁποῖος ζεῖ μιά διαστροφή, ἀφοῦ ἡ διαστροφή του τόν ὁδηγεῖ σέ ἀδυναμία νά ἔχει κάθαρση νοός. Πῶς αὐτός θά μοῦ προτείνει τί εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖο εἶναι τό καλύτερο γιά τούς ἀνθρώπους καί θά προτείνει στήν Ἐκκλησία νά γίνει συγκαταβατική; Ἀπό αὐτό κάτι πιό ἄνομο δέν ἄκουσα. Τί προτείνει δηλαδή, ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι συγκαταβατική; Δέν ἐκφράζει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Δέν συγκαταβαίνει ὁ Χριστός, λοιπόν, μέχρι τόν Ἅδη καί ἡ Ἐκκλησία δέν μαζεύει τόν κάθε πονεμένο καί κουρασμένο καί τόν συγχωρεῖ καί τόν ἀγαπάει; Αὐτοί θά μᾶς τό ποῦν ἄν ἡ Ἐκκλησία εἶναι συγκαταβατική; Γιά νά περάσουν δῆθεν δημοκρατικά μηνύματα; Ποῦ εἶναι ἡ ἑνότητα; Ποῦ εἶναι ὁ Χριστός κι ἄν ὁ Χριστός λέει τέτοια πράγματα; Ποιοί, λοιπόν, εἶναι αὐτοί πού θά τό καταξιώσουν;
Πρέπει νά ὑπάρχει κάποιος πού μαζεύει καί νά ὑπάρχει ἕνας πού ἔχει ἕνα σκοπό. Δέν ξέρω ὅταν λέμε γιά σκοπούς, τί ἐννοοῦμε σκοπούς. Πέρα ἀπό τό σκοπό τῆς ζωῆς σας, ὁ σκοπός γιατί κάνετε αὐτό, γιατί κάνετε τό ἄλλο, γιατί βρίσκεστε ἐδῶ, γιατί κάνετε αὐτή τήν πράξη. Ἐμεῖς οἱ χριστιανοί ἕνα σκοπό ἔχουμε. Ὁ στόχος μας εἶναι ὁ Χριστός, σ᾽ Ἐκεῖνον κινούμεθα δηλαδή καί ὁ στόχος μας εἶναι ὅ,τι γίνει νά γίνει ἐν Χριστῷ. Ὅλη ἡ ζωή μας εἶναι μιά χριστολογική παρουσίαση. Δέν ἔχουμε ἰδιαίτερους καί ἀνεξάρτητους στόχους ἐμεῖς. Ὅ,τι καί νά κάνουμε, ἀκόμη καί καλό, ἄν αὐτό τό καλό γίνει χωρίς χριστολογικούς στόχους, χωρίς τόν ἁγιασμό μας καί τόν ἁγιασμό τοῦ κόσμου, δέν ὑπάρχει νόημα νά γίνει. Εἶναι ὁριζόντιο ἔργο, τό ὁποῖο θά καταξιωθεῖ σάν ἐγωισμός μετά, θά καταλήξει ἐγωισμός, προβαλλόμενος ἐγωισμός. Πόσῳ μᾶλλον νά προβάλεις ἐγωιστικά τή διαστροφή σου δηλαδή καί νά λές ἔτσι εἶμαι καί μοῦ ἀρέσει πάρα πολύ αὐτό πού εἶμαι καί δέν ἀλλάζω. Ἐδῶ, λοιπόν, προβάλλεται μόνο ὁ ἐγωισμός σέ αὐτή τήν περίπτωση καί τίποτε ἄλλο.
Ἔτσι, λοιπόν, γιά νά ἀξιωθοῦμε αὐτῆς τῆς χάριτος, ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος «πρέπει ἀκριβῶς νά ξεπεράσουμε πρῶτα κάθε κακία καί κάθε ἀμέλεια, γιά νά ἔχουμε ἑνότητα» λέει «καί νά μποροῦμε νά προτείνουμε στοιχεῖα ἑνότητας στή ζωή τοῦ κόσμου, ὅπου θά ἀποκαλυφθεῖ ὁ Χριστός πού εἶναι τό στοιχεῖο τῆς ἑνότητάς μας». Ἀρχίζει πιά ἐδῶ ὁ Μέγας Βασίλειος κι ὁρίζει τήν κάθαρση καί μιλάει γιά τήν κακία καί τήν ἀμέλεια. «Γιατί» λέει «ὅπως οἱ κληθέντες ἀπό κάποιον, ἄν μέν ὁ καλέσας ἔχει σκοπό νά θερίσει, παρασκευάζονται γι᾽ αὐτό τό ἔργο». Ἄν σᾶς καλέσει κάποιος νά κάνετε κάποια δουλειά, ξέρετε αὐτός σᾶς κάλεσε γιά νά θερίσετε. Γι᾽ αὐτό σᾶς καλεῖ νά ᾽ρθεῖτε νά τόν βοηθήσετε. «Ἐάν δέ ἔχει σκοπό νά οἰκοδομήσει, ἑτοιμάζονται οἱ κεκλημένοι γιά νά οἰκοδομήσουν. Ἔτσι καί οἱ κληθέντες ἀπό τόν Κύριο, ὀφείλουμε νά ἐνθυμηθοῦμε τόν Ἀπόστολο πού λέει "παρακαλῶ ὑμᾶς ἐγώ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ, νά περιπατῆτε ἀξίως τῆς κλήσεως εἰς τήν ὁποίαν προσεκλήθητε μετά πάσης ταπεινοφροσύνης καί πρᾳότητος, μετά μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ, σπουδάζοντες νά τηρεῖτε τήν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος διά τοῦ συνδέσμου τῆς εἰρήνης. Ἕν σῶμα καί ἕν Πνεῦμα, καθώς καί ἐκλήθητε μέ μία ἐλπίδα τῆς κλήσεως ὑμῶν"». Αὐτό καί μόνο τό κείμενο τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἐδῶ, πού χρησιμοποιεῖται ἀπό τό Μέγα Βασίλειο, εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖο γιά νά ὁρίσουμε πιά τά πρακτικά στοιχεῖα τῆς ἀνθρωπολογίας, δηλαδή τοῦ τρόπου ζωῆς τῆς ἑνότητας. Βλέπετε, ἐπαναλαμβάνω τά στοιχεῖα αὐτοῦ τοῦ κειμένου, εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖο. Εἴμαστε καλεσμένοι ἀπό τό Χριστό. Πῶς θά ἐκφράσουμε αὐτή τήν ἑνότητα, ἐφόσον εἶναι ὁ Χριστός ἀνάμεσά μας, τί εἶναι ὁ Χριστός γιά μᾶς; Νά, λέει «παρακαλῶ ὑμᾶς». Προσέξτε, ποιά εἶναι ἡ ἰδιότητα τοῦ ἀποστόλου Παύλου; Δέν λέει ἐγώ ὁ πρόεδρος, ὁ τάδε, τάδε, λέει «ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ». Δέν εἶναι ὁποιοσδήποτε ἐκφραστής κάποιου εἰδικοῦ μεγέθους, κάποιου συλλόγου, κάποιας ὁμάδας, κάποιας ἐπαναστατικῆς κινήσεως, νά δείξει πόσο δυνατός εἶναι.
Ποιός ἀρχηγός θά τολμοῦσε νά πεῖ: «ἐγώ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ», «δέσμιος» καί «ἐν Κυρίῳ», νά πεῖ, κοίταξε ἐγώ εἶμαι δοῦλος Κυρίου, τίποτε ἄλλο. Μποροῦν οἱ ἀπελευθερωτές, πού κάνουν ἀπελευθερωτικά κινήματα καί ἐκφράζουν δῆθεν μοντέρνες ἰδέες καί δημοκρατικές ἰδέες νά ποῦν πού εἶναι δέσμιοι ἐν Κυρίῳ; Σίγουρα μποροῦν νά ποῦν εἴμαστε δέσμιοι τῶν παθῶν μας. Δέν τό λένε ἔτσι, γιατί αὐτό πού κάνουν δέν τό θεωροῦν πάθος δηλαδή.
Ἔχω ἀκούσει τόσα πολλά αὐτές τίς μέρες καί ἔχει κουραστεῖ πολύ τό μυαλό μου. Χρησιμοποιῶ τήν ὁρολογία τους, γιατί βγαίνουν εὐκαίρως, ἀκαίρως σέ ἐφημερίδες καί κανάλια καί λένε χίλιες ἀνωμαλίες καί δέν σηκώνεται κανείς νά πεῖ τίποτα, γιατί φοβοῦνται μή φανοῦν μή μοντέρνοι δηλαδή. Μά εἶναι δυνατόν; Καί σοβαροί ἄνθρωποι πού ἔχουν ἀντίθεση μέ αὐτή τή διαστροφή, σοβαρότατοι ἄνθρωποι. Τούς ἀκοῦν ἔτσι στά κανάλια χαμογελώντας καί λένε, ἔτσι εἶναι ἡ ζωή, τί νά κάνουμε κι αὐτό εἶναι μιά ἔκφραση, ὁ ἄνθρωπος δημοκρατικά ἐκφράζεται· κι αὐτοί ἐκφράζονται ὡς πρόεδροι σωματείων καί τά λοιπά πού ἐκφράζουν τή διαστροφή. Δέν μπορῶ νά τό ἀνεχτῶ αὐτό τό πράγμα, γιατί ἀκριβῶς πρέπει νά ὑπάρχει ἕνας ἄλλος λόγος δηλαδή καί αὐτός ὁ λόγος δέν περνάει καί γιά νά γελάσουν τό πολύ-πολύ βάζουν ἕναν παπα-Τσάκαλο νά πεῖ κάνα καλαμπουράκι νά γελάσουμε. Καλά κάνει ὁ παπα-Τσάκαλος, τούς γελοιοποιεῖ, ἀλλά ἐμεῖς θέλουμε ἀπαντήσεις. Τόν παππούλη τόν ἀγαπῶ πολύ, γιατί εἶναι μιά ἐλεύθερη φωνή. Λέει τρέλες δηλαδή, ἀπίθανες τρέλες καί μέσα ἀπό τήν τρέλα βγαίνουν πολλά πράγματα. Ἀλλά αὐτοί αὐτό θέλουν, νά πεῖ καί ἡ Ἐκκλησία τό λόγο Της, πού ἡ Ἐκκλησία λέει μιά τρέλα· ἀλλά αὐτοί γελᾶνε, τόν παίρνουν γιά νά γελᾶνε ἐκεῖ, τόν ἔχουν μαϊντανό γιά νά γελᾶνε, αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία. Ὁ ἄνθρωπος καλά κάνει, πάει νά δώσει μιά μαρτυρία, ἀλλά τό κάνουν γιά νά γελάσουν δηλαδή. Ἄν τολμοῦσε νά πεῖ ἕνα λόγο πιό βαθύ θά τόν πετοῦσαν ἔξω, δέν θά τόν καλοῦσαν φυσικά. Θά γινόταν ἐνοχλητικός, τώρα εἶναι χαριτωμένος. Λένε μερικές διαστροφές καί γιά νά περάσει πιό χαριτωμένα τό παραμύθι τους, ὑπάρχει κι ἕνα γέλιο πού βγαίνει ἀπό ἕναν παπά δηλαδή. Ἐδῶ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς διαστροφῆς ἀκόμη περισσότερο.
«Παρακαλῶ ὑμᾶς ἐγώ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ νά περιπατῆτε ἀξίως τῆς κλήσεως». Βλέπετε πῶς περπατοῦμε, ἡ ἑνότητα πῶς χαρακτηρίζεται; Ἐκεῖνος πού ἑνώνει μιά ὁμάδα κι ἔχει κάτι νά φωνάξει μές τήν κοινωνία εἶναι νά περπατήσει ἀξίως τῆς κλήσεως. Νά δεῖς γιατί εἶμαι καλεσμένος ἐδῶ. Δηλαδή εἶσαι καλεσμένος νά φωνάζεις γιά μιά διαστροφή; Νά τή διαφημίζεις παντοῦ δηλαδή; Αὐτό σέ κάλεσε; Ποιός σέ κάλεσε; Εἶσαι αὐτόκλητος. Ἐδῶ λέει νά εἶστε «ἀξίως τῆς κλήσεως», εἴμαστε ὅλοι κεκλημένοι, εἴμαστε κλητοί, κεκλημένοι εἴμαστε ὅλοι. Ἄλλο ἄν εἴμαστε ἐκλεκτοί ἤ ὄχι, ἀλλά εἴμαστε καλεσμένοι τουλάχιστον καί ἀξίως τῆς κλήσεως. Κανείς δέν εἶναι αὐτο-ζωή καί αὐτο-ύπαρξη καί αὐτο-θεωρία. Γιατί κάποιος καλεῖται νά κάνει μιά ἐπανάσταση, νά φέρει κάτι καινούργιο στόν κόσμο; Ποῦ τοῦ ἦρθε στό κεφάλι ἔτσι; Ποιός τόν κάλεσε; Ποιός τοῦ ἔδωσε ἐντολή; Ἔχει πολύ μεγάλη σημασία. Ὁ καθένας μπορεῖ νά πεῖ κάτι καί καλεῖ ἀνθρώπους ἐδῶ. Ποιός σέ κάλεσε; Ποιός εἶσαι ἐσύ;
Δέν ρωτοῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι στόν Πρόδρομο, ποιός εἶσαι ἐσύ; Ποιός σέ ἔβαλε ἐδῶ πέρα νά βαπτίζεις; Ἐν ὀνόματι ποίου βαπτίζεις; Αὐτά τά ἀλλεπάλληλα ἐρωτήματα ἦταν καίρια ἐρωτήματα θεολογικῆς ἱστορίας, τά ὁποῖα μετά τά ἀπηύθυναν στό Χριστό. Ποιός εἶσαι ἐσύ; Κι ἔλεγε, ἐγώ εἶμαι ἐκ τοῦ Πατρός καί τά λοιπά. Ἔλεγε, ἐκ τοῦ Πατρός ἦλθον, ἀπαντοῦσε ὁ Χριστός. Ποῦ νά καταλάβουν ἐκεῖνοι... Αὐτό τό ἐρώτημα εἶναι: Ποιός σέ κάλεσε, ἀπό ποῦ πῆρες ἐντολή; Ἤ θά πεῖς πῆρα ἐντολή ἀπό τόν ἑαυτό μου ἤ θά πεῖς, πῆρα ἐντολή ἄνωθεν. Πάρα πολλοί ἄνθρωποι, ἀκόμη καί πολλοί αἱρετικοί -εἶναι οἱ σύγχρονες αἱρέσεις- ὁμιλοῦν γιά ἄνωθεν κλήσεις, δηλαδή εἶδα τό Χριστό, τήν Παναγία, εἶδα κάποιο πνεῦμα, κάποιον ἄγγελο καί μέ κάλεσε· αὐτά τά ἀνόητα τά πράγματα. Εἶναι μιά ἄλλη κλήση αὐτή, πού ὅταν καλεῖσαι γιά κάτι, καλεῖσαι μέ τόν τρόπο πού καλεῖσαι καί καταξιώνεις αὐτό τό ὁποῖο καλεῖσαι.
«Περιπατῆτε ἀξίως τῆς κλήσεως εἰς τήν ὁποίαν προσεκλήθητε». Εἶστε προσκεκλημένοι. Πῶς; «Μετά πάσης ταπεινοφροσύνης». Ἡ ταπεινοφροσύνη δέν ἐπιτρέπει αὐτό τό ὁποῖο κάνεις, νά τό φωνάζεις καί νά τό διαφημίζεις. Λές μιά ἀλήθεια καί τίποτε ἄλλο· δέν λές, ἐμεῖς κάνουμε αὐτό καί τά λοιπά καί τά λοιπά καί εἴμαστε αὐτό καί θέλουμε νά σώσουμε τόν κόσμο· καθόλου.
«Μετά πάσης ταπεινοφροσύνης». Αὐτό ἔχουμε νά ποῦμε, τίποτε ἄλλο. «Μετά πάσης ταπεινοφροσύνης». Ποῦ εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη δηλαδή, ὅταν ὁ ἄλλος λέει, εἶναι δική μου ἡ ἐλευθερία, δέν σκέφτεσαι τόν ἄλλο δηλαδή; Τά παιδιά μου δέν τά σκέφτεσαι; Καί τό πολύ-πολύ εἶσαι ἐλεύθερος νά ἔχεις τό βίτσιο σου κρυμμένο, γιατί τό προβάλλεις στούς ἄλλους; Εἶναι ταπεινοφροσύνη αὐτό, νά τό περνᾶς μέ τό ζόρι πάνω στόν ἄλλο; Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη ἱστορία. Ἐδῶ κανονικά οὔτε ἡ Ἐκκλησία ἄν τῆς ποῦνε, μή μιλᾶς, ἡ Ἐκκλησία στά κανάλια νά μή μιλάει. Ἐκεῖ εἶναι ὁ καημός μας δηλαδή; Κι ἄν ποῦμε κάτι, θά ποῦμε ἐν πάσῃ ταπεινοφροσύνῃ, λέγοντας ὄχι τίς ἰδέες μας, νά ποῦμε αὐτό πού λέει ὁ Χριστός μας δηλαδή. Ἄν λές τίς δικές σου ἰδέες εἶναι καθαρός ἐγωισμός. Κανείς δέν ἔχει δικές του ἰδέες μόνος του, γιατί ὁ δωρεοδότης τῶν ἰδεῶν εἶναι ὁ Χριστός. Ποῦ βρίσκεις τίς ἰδέες, δηλαδή; Ἄρα πῆρες τίς ἰδέες τοῦ Χριστοῦ καί τίς διέστρεψες. Μόνο αὐτό ἔχω νά πῶ. Ἄν ἔχεις ἰδέες, ποῦ βρίσκεις τίς ἰδέες; Ποιός σέ ἔφτιαξε νά ἔχεις ἰδέες; Ποιός σοῦ ἔδωσε ἐγκέφαλο καί μυαλό; Τό βρῆκες μόνος σου; Τό ἔφτιαξες μόνος σου; Καί ποῦ κατέβασε αὐτές τίς ἰδέες; Αὐτογενῶς ἦρθαν μέσα; Εἶναι μεγάλα ἐρωτήματα αὐτά, πού πρέπει νά μοῦ τά ἀπαντήσουν, ἐφόσον κινοῦνται, δῆθεν κουλτουριάρικα καί φιλοσοφικά καί κάνουν καί φιλοσοφικό λόγο στά πράγματα -ἐκεῖ καταντήσαμε- πρέπει νά δώσουν ἀπαντήσεις τέτοιες, ὅπως ἐδῶ τά ἐρωτήματα τοῦ ἀποστόλου Παύλου.
«Μετά πάσης ταπεινοφροσύνης καί πρᾳότητος, μετά μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ». Καί δέν δέχομαι κουβέντες ψεύτικες δηλαδή. Πόσες φορές πού κουβέντιασα καί μιά φορά ἦταν δημόσια κουβέντα ἀπό κανάλι, ὅταν ἄρθρωσα τέτοιο λόγο καί μοῦ εἶπαν «μά ἐμεῖς ἀγαπᾶμε, εἴμαστε ἄνθρωποι τῆς ἀγάπης». «Ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ», λέει «ἐμεῖς ἀγαπᾶμε, γι᾽ αὐτό εἴμαστε ὁμοφυλόφιλοι, ἀγαπᾶμε, εἶναι μιά μορφή ἀγάπης». Μά ποτέ δέν σκέφτηκε κάποιος τήν ψυχολογία τοῦ ὁμοφυλόφιλου, πού ὅσο τή μελετᾶς, σέ ἕνα πρακτικό ἐργαστήριο ἐξομολογήσεως, εἶναι μιά κατάσταση ὄχι ἁπλῶς διαστροφῆς, ἀρρωστημένης ψυχοσύνθεσης· δηλαδή, μόνο κατά τά ἀνθρώπινα τά μέτρα, ὄχι τά ἐκκλησιαστικά, θά ἅρμοζε νά εἶναι κλεισμένοι σέ ἕνα ψυχιατρεῖο καί νά τούς κάνουν θεραπεία. Ἄν δεῖς τό βαθύ μίσος πού κρύβουν μέσα γιά τόν ἄνθρωπο. Εἶναι κλεισμένοι σέ μιά ἀγάπη κλειστή τελείως, σέ κάποιο πρόσωπο, καταξιώνοντας τά βίτσια τους, τό ὁποῖο μετά ἀπό χρόνια τό ὁδηγοῦν σέ ἕνα βαθύ μίσος· καί ὅταν ἐκεῖνος ὁ ὁμοφυλόφιλος -μοῦ τόν πέταξε ἐκεῖνος ὁ γνωστός δημοσιογράφος ξαφνικά μπροστά μου, σ᾽ ἕνα παράθυρο καί τόν ἔβγαλε μπροστά μου, ἄρα τό εἶχε προετοιμάσει, μοῦ τήν εἶχε στημένη- μοῦ βγῆκε καί μοῦ λέει «πάτερ, ἐμεῖς ἀγαπᾶμε» ἐγώ τί νά πῶ ἐκείνη τήν ὥρα, ἤξερα πού δολοφόνησε τόν ἐραστή του, τί νά πῶ τώρα, παπάς ἤμουν δηλαδή, νά τοῦ πῶ κάτι; Τ᾽ ἄφησα ἔτσι, ἄς γίνω ρεζίλι -πειράζει;- γιατί σεβάστηκα τό πρόσωπό του, δέν ἤθελα νά τό γελοιοποιήσω σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα μπροστά.
Αὐτό εἶναι τό σύστημα δηλαδή; Ἀγαπάω. Ποῦ ἀγαπᾶνε; Νά ἀποδείξουν πού ἀγαπᾶνε δηλαδή. Ἡ ἀγάπη ἔχει θυσία, δέν εἶναι βίτσιο, καταξίωση τοῦ προσώπου καί ἁπλῶς νά μελετήσουν πρακτικά. Ἀφοῦ ἡ ἐποχή μας εἶναι τόσο πληθωρική ἀπό ψυχολόγους, ψυχαναλυτές, ψυχοθεραπευτές, νά κάνουν τήν ἀνατομία τῶν ὁμοφυλοφίλων, νά κάνουν μιά μελέτη. Τό μελέτησαν ποτέ τό φαινόμενο; Νά μποῦν βαθιά στήν τομή τῆς ψυχῆς τους, ὅμως. Ἐμένα μοῦ ἐπιτρέπεται λόγῳ τῆς ἰδιότητάς μου νά συναντήσω ἀρκετούς μετανοοῦντες καί μερικούς μή μετανιωμένους, ἀλλά τό ἀποτέλεσμα εἶναι πάντοτε τό ἴδιο. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἕνα βαθύ μίσος γιά τό γεγονός ἀκριβῶς καί τοῦ ἀγαπημένου προσώπου, ἄχρι καιροῦ, μέχρι νά περάσει ἡ ἰδιότητα τοῦ βίτσιου δηλαδή καί ἡ χρήση τοῦ ἄλλου. Ἐγώ δέν ἔχω ἄλλο στοιχεῖο νά καταθέσω, δέν εἶμαι ἀρκετός ἐγώ, οὔτε ἡ ἐμπειρία μου εἶναι τόσο ἐπαρκής γιά νά καταθέσω μιά πλήρη θεωρία γιά τό πράγμα, ἀλλά καί μόνη ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ἀντίθεση τῆς Ἐκκλησίας σέ αὐτό τό φαινόμενο, δέν εἶναι ἁπλῶς μιά ἀντίθεση ἠθικοπλαστική. Εἶναι μιά θέση θεολογική καί θεραπευτική βασικότατα. Ἡ Ἐκκλησία ἕνα πράγμα ἐνδιαφέρεται νά κάνει, νά θεραπεύσει τό λαό της, γι᾽ αὐτό εἶπα δέν μιλῶ γιά διεστραμμένο ἄνθρωπο, μιλῶ γιά διαστροφή, σεβόμενος τή δυνατότητα νά θεραπευτοῦν καί αὐτοί. Νά μήν τούς βάλουμε μιά ταμπέλα καί μείνει ἀξεπέραστη αὐτή ἡ ταμπέλα πάνω τους. Αὐτός ὁ σεβασμός ὅμως, πού κάνω, εἶναι θεραπευτικός σεβασμός. Δέν εἶναι ἀντιπαλότητα θεολογική ἤ ἰδεολογική. Καί τότε πῶς ὁ Χριστός θά εἶναι «ἐν μέσῳ ἡμῶν», ἄν δέν ἔχουμε ἀγάπη καί ἁπλῶς ἀγαποῦμε μόνο τόν ἑαυτό μας καί τά βίτσια μας; Αὐτό σημαίνει Χριστός, ἀγάπη, ἀγάπη καί θυσία.
«Ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ, σπουδάζοντες νά τηρεῖτε τήν ἑνότητα τοῦ πνεύματος, διά τοῦ συνδέσμου τῆς εἰρήνης. Ἕν σῶμα καί ἕν πνεῦμα, καθώς καί ἐκλήθητε μέ μία ἐλπίδα τῆς κλήσεως ὑμῶν». Ἅμα διασπᾶται ὁ κοινωνικός ἱστός μέ αὐτό τό φαινόμενο, πῶς θά γίνει δηλαδή; Ἅμα διαστραφεῖ ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τῆς ἑνότητας τοῦ γάμου, τῆς οἰκογένειας καί θά γίνει μιά ὁλόκληρη ἀλλοίωση τῆς συνθέσεως τῆς ἰσορροπίας τοῦ κόσμου, αὐτό δέν εἶναι διχασμός; Αὐτό εἶναι ἑνότητα τοῦ πνεύματος;
Πρέπει νά ρωτήσω αὐτά τά ἐρωτήματα, δέν εἶναι τί σοῦ ἀρέσει. Τί περνάει στά παιδιά μου, δηλαδή. Μπορεῖ νά γελᾶς, νά χαμογελᾶς, ν᾽ ἀκοῦς τό ἀλ τσαντίρι νιούζ καί νά γελᾶς. Τί θά βγεῖ μετά, ὅμως, αὐτό μέ νοιάζει ἐμένα. Καί ἐδῶ ὑπάρχουν τά παιδιά μου πού ἀκοῦν καί δέν ξέρω γιατί δέν κάνουν ἕνα ρεπορτάζ ἀνάμεσα στούς οἰκογενειάρχες, πού ἔχουν παιδιά. Νά ποῦνε, θέλετε τά παιδιά σας νά γίνουν ὁμοφυλόφιλοι; Τολμᾶνε νά τό κάνουν αὐτό τό ρεπορτάζ; Ποιός μπαμπάς θά πεῖ ναί. Νά τολμήσουν, ἀφοῦ εἶναι, λοιπόν, τόσο τοῦ γκάλοπ, τοῦ ρεπορτάζ καί βγάζουν κάθε βδομάδα ἄν θά πρέπει νά εἶναι αὐτός πρωθυπουργός ἤ ὁ ἄλλος, νά τολμήσουν καί αὐτό νά τό κάνουν. Δέν εἶδα ποτέ νά τό κάνουν καί νά πᾶνε στούς οἰκογενειάρχες, πού ἔχουν παιδιά. Δέν θά πᾶνε, δηλαδή, στόν ἀλ τσαντίρι νιούζ νά τόν ρωτήσουν, αὐτό δέν ἔχει νόημα. Ἔχει σημασία. Τούς προκαλῶ δηλαδή. Δέν ἔχω κάτι ἄλλο νά κάνω, γιατί μιλᾶνε ἀόριστα καί τά σπασμένα, ποιός θά τά μαζεύει μετά; Δέν μᾶς πειράζει· θά τά μαζεύει ἡ Ἐκκλησία, γιά νά μαζέψει ὅλες αὐτές τίς διεστραμμένες καταστάσεις καί τίς ἀρρωστημένες προσωπικότητες. Οὔτε αὐτό θά μᾶς κουράσει. Μακάρι ἡ Ἐκκλησία νά γεμίζει ἀπό ἀνθρώπους, πού θέλουν θεραπεία, ἀλλά γιατί νά διαστρέψουν τά παιδιά μας μέχρι νά γιατρευτοῦν αὐτά. Ποιός ἔδωσε αὐτό τό δικαίωμα;
Ἐδῶ γίνεται τόση φασαρία, βγαίνει ὁ ἄλλος καί φωνάζει καί λέει, βρῆκα μούχλα μές στό ἀλεύρι καί κάνει ὁλόκληρη φασαρία κάθε βράδυ στήν τηλεόραση. Ἔ, χαλάλι του, ἐντάξει δέν εἶναι καί τίποτα αὐτό, βρῆκε μούχλα στό ἀλεύρι, ἐντάξει, λίγο μούχλα, ἐντάξει. Θά φτιάξει καί πενικιλίνη τό πολύ-πολύ, ἄν θέλω νά γελάσω. Γιά τό ἄλλο κανείς δέν φωνάζει. Εἶναι αὐτή σωστή κοινωνία; Πῶς λένε, ἄ, μούχλα στό ἀλεύρι, ἄ, ἡ ντομάτα, ξέρω ᾽γώ, ἦταν ἔτσι καί κατακρίνουν τούς καταστηματάρχες, θά κλείνουν τά σοῦπερ μάρκετ, καλά κάνει ὁ νόμος. Γιά τό ἄλλο κανείς δέν μιλάει; Μούχλα, δηλαδή, στή ζωή τῶν παιδιῶν μου, πού δέν ξέρω πότε θά τό ξεπεράσουν καί μέ τί κόστος, ἄν θά ἀντέξουν νά ἀνασυνταχθοῦν γιά νά τό ξεπεράσουν τό θέμα καί πάει ἡ ἑνότητα τῆς κοινωνίας πιά. Πᾶνε τά πάντα, δηλαδή, πάει αὐτό τό ὁποῖο λέμε, ὁ Χριστός «ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν», πού εἶναι ἡ μόνη κατάσταση εἰρήνης· καί μετά λέμε κάτι φταίει στήν κοινωνία. Εἶναι δεδομένο. Ἄν δέν πᾶτε στή ρίζα... βλέπω ἐδῶ τρομερή ἐπικινδυνότητα, γι᾽ αὐτό κάνω αὐτή τήν ἀνάλυση τώρα. Βλέπω μιά τραγική ἐπικινδυνότητα, γιά τό μέλλον ὅλης τῆς Εὐρώπης καί ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζοῦν αὐτό τό γεγονός.
Καί φυσικά νά φωνάξω καί νά πῶ κατ᾽ ἐπίφαση, παρενθετικά, ὅτι δέν ὑπάρχει καμιά θρησκεία στόν κόσμο, καμιά θρησκεία, δέν λέω μόνο ὁ χριστιανισμός, πού νά δέχεται αὐτή τήν κατάσταση. Ἀκόμη καί οἱ ἄγριοι τῆς ζούγκλας, οἱ ἄγριοι, δηλαδή, πού ἔχουν στοιχειώδη ἔκφραση κοινωνικότητας, δέν εἶναι ἄγριοι οἱ ἄνθρωποι, ἔχουν ἔστω τό σπερματικό λόγο ἀλήθειας, αὐτό τό θεωροῦν μεγάλη διαστροφή, θεωρεῖται ἀπαράδεκτο. Ὑπάρχει μιά συνείδηση βλέπετε, ἕνας κρυμμένος κώδικας καί νόμος μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτά δέν τά μελέτησαν; Καί πῶς μᾶς τό περνᾶνε ἔτσι τό γεγονός τόσο αὐτονόητα πιά καί χαμογελᾶνε. Ἔ, καί τολμοῦν νά ποῦν, καί μερικοί ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, ἐντάξει, ἡ διαστροφή παντοῦ μπαίνει καί ψεῦτες εἴμαστε οἱ χριστιανοί πολλές φορές καί ἀνώμαλοι εἴμαστε. Αὐτό ἀλλάζει τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας, τή θεολογία Της, ἐπειδή μερικοί ἔκαναν μερικές διαστροφές, δηλαδή; Εἶναι ἐπιχείρημα αὐτό τό πράγμα; Ἐπειδή τό δικαστικό τό σῶμα εἶχε μερικούς, οἱ ὁποῖοι πούλησαν τή δικαιοσύνη, εἶναι φθαρμένο τό δικαστικό τό σῶμα; Αὐτό εἶναι τό ἐπιχείρημα; Οὔτε αὐτό μοῦ ἀρκεῖ, δηλαδή νά προβάλουν προσωπικότητες, δῆθεν κάποιων κληρικῶν, πού ἔχουν αὐτή τή διαστροφή. Τί νά τό κάνουμε;
«Ὁ Κύριος, λοιπόν, μᾶς ἐκθέτει τό ὅλο πράγμα σαφέστερον, διά τῆς ὑποσχέσεως πού δίνει σέ κάθε ἄνθρωπο ὅταν εἶπε, ἄν μέ ἀγαπᾶ κάποιος, τόν λόγον μου θά τηρήσει, καί ὁ πατέρας μου θά ἀγαπήσει αὐτόν, καί πρός αὐτόν θά ἔλθωμεν καί μονήν παρ᾽ αὐτῷ θά ποιήσωμεν». Ἐδῶ μᾶς θυμίζει τό στοιχεῖο τῆς ἑνότητας. Πῶς γίνεται πιά αὐτή ἡ ἑνότητα; Ἐπειδή ἀκριβῶς θέλουμε τό Χριστό καί τί λέει ὁ Χριστός. Εἶναι αὐτή πού σᾶς λέω συνέχεια ἡ θεραπευτική δομή τῆς στροφῆς τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου πρός τό Χριστό, ὅπου ἐπειδή σέ Αὐτόν ἀνοίγεσαι καί δέν ἔχεις ἁπλῶς τίς δικές σου ἰδέες γιά νά σώσεις τόν κόσμο, ἀνοίγεσαι σέ Αὐτόν καί ἔρχεται ἡ Ἁγία Τριάδα ὁλόκληρη καί ποιεῖ μονήν. Παραμένει πάνω μας. Κάνει τόπο κατοικητηρίου ἐπάνω μας καί τότε αὐτός ὁ ἄνθρωπος, πού ἡ ζωή του γίνεται κατοικητήριο τῆς Ἁγίας Τριάδας καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μπορεῖ νά κάνει κάτι γιά τόν ἄνθρωπο. Δέν εἶναι, δηλαδή, κανένας λεβέντης, ὁ ὁποῖος θέλει νά ἀλλάξει τόν κόσμο, πού τόν ἀλλάζει μέ τίς δικές του ἀπόψεις· οὔτε κἄν μέ χριστιανικές ἀπόψεις, ἄν δέν τίς ζεῖ τίς ἀπόψεις. Δέν ἀρκοῦν οἱ ἰδέες οἱ χριστιανικές γιά νά σώσουν τόν κόσμο, πρέπει νά ὑπάρχουν οἱ φορεῖς αὐτῶν τῶν πραγμάτων, πού οἱ ἰδέες θά γίνουν πράξη.
«Καί μονήν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν». Εἶναι πολύ σπουδαῖο αὐτό πού εἶπε ὁ Μέγας Βασίλειος καί τότε μπορεῖ νά ἀλλάξει ὁ κόσμος, ὅπως τό ἔκαναν οἱ ἅγιοι. Οἱ ἅγιοι ἀκριβῶς τό δέχτηκαν αὐτό τό γεγονός, ἔκαναν τήν ταπείνωση καί ὅλα αὐτά πού λέει πρίν ἀπό λίγο ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μέσα ἀπό τά λόγια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί ἦρθε ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάδα, «ἐγώ καί ὁ πατήρ» λέει «μονήν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν» καί κατοίκησε σέ αὐτούς. Καί ἐπειδή ἦταν ἄνθρωποι ἁγιοπνευματικοί πιά, ἄνθρωποι ἐκφραστές τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, μποροῦσαν πιά νά κάνουν κάτι ὀντολογικά γιά τή ζωή τοῦ κόσμου. Νά ἀλλάξει ὁ κόσμος πέρα ἀπό λόγια, πέρα ἀπό ἀντιπαλότητες καί πέρα ἀπό κούφιες ἑνωτικές διαθέσεις.
Εἶναι σπουδαία αὐτή ἡ ἱστορία πιά. Ἄρα ἡ εὐθύνη ἡ δική μας εἶναι σέ τέτοιες καταστάσεις, πού θέλουν νά φέρουν κάτι νέο στόν κόσμο, νά χαρακτηρίσουν νέες ἑνότητες. Δέν ὑπάρχουν νέες ἑνότητες, εἶναι μιά ἑνότητα τριαδιολογική τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπεινώσεως πού περνάει πάνω στή ζωή μας, μέσα ἀπό τό γάμο, μέσα ἀπό τό μοναστήρι. Δέν ὑπάρχουν ἄλλες μορφές ἑνότητας. Νά τό καταλάβουν. Ἄν θέλουν νά φτιάξουν νέες μορφές ἑνότητας, δέν ὑπάρχουν, οὔτε θά βροῦν τίποτε ἄλλο. Εἶναι ὁ γάμος ἤ τό μοναστήρι ἤ ὁ εὐλογημένος ἄνθρωπος πού ἀσκεῖται θεοπρεπῶς καί ἀγαπάει τόν κόσμο, πέρα ἀπό αὐτό ἄν ὑπάρχει ἕνας πού δέν μπόρεσε νά παντρευτεῖ ἤ δέν ἔγινε μοναχός στό μοναστήρι του. Ἄν εἶναι ἄνθρωπος πού ἀγαπάει πραγματικά καί ζεῖ μέσα στόν κόσμο, ἀγαπώντας -αὐτές οἱ ἔκτακτες περιπτώσεις- καί γίνεται μονή παρά τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου. Δέν ὑπάρχει ἄλλη μορφή ἑνότητας.
«Ὅπως, λοιπόν, κατοικοῦμε πλησίον Του διά τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν, ἔτσι βρίσκεται καί ἐν μέσῳ τῶν δύο ἤ τριῶν, ἄν ἑτοιμαστοῦμε κατά τό θέλημα Αὐτοῦ». Ἐδῶ πέρα ἐξαντλεῖ πιά τό ἐρώτημα ὁλόκληρο καί λέει ἔτσι εἶναι ὁ Χριστός ἀνάμεσά μας, ὅπου γίνεται ἡ ζωή μας μονή ὁλόκληρη τῆς Ἁγίας Τριάδας καί ὁ Χριστός εἶναι μόνιμα ἀνάμεσά μας καί ἡ προοπτική μας εἶναι τί θέλει ἀπό ἐμᾶς ὁ Χριστός. Δέν θέλουμε τίποτε ἄλλο ἐμεῖς, δέν ἔχουμε ἄλλα θέλω δικά μας. Ὅσες φορές ὁ κόσμος εἶχε δικά του θέλω ἔγινε καταστροφή. Ἀκόμη καί ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας ἄν εἶχαν δικά τους θέλω, χωρίς νά καταλάβουν ὅτι εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, καταστροφή ἔκαναν. Ἄν θέλω νά κάνω ἕνα καλό ἔργο καί ξεχνώντας ἄν αὐτό ἔτσι πρέπει νά γίνει, ἄν ἔτσι θά τό ἔκανε ὁ Χριστός, λάθος κάνουν. Ἀφορᾶ τούς πάντες αὐτό τό πράγμα.
Ἄρα χρειάζεται αὐτό πού ἔλεγα πάντοτε, αὐτή ἡ κάθαρση ἀπό τά πάθη, ὁ φωτισμός τοῦ νοός γιά νά ξέρουμε τί κάνουμε καί τότε γινόμαστε, μέ τή χάρη τοῦ Χριστοῦ, εὐεργέται τῶν ἀνθρώπων· γιατί ἀνοίγουμε τό δρόμο τῆς ἑνότητας καί τῆς ἀναπαύσεως τοῦ κόσμου· αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία, ἑνότητα καί ἀνάπαυση. Ἐνῶ ἡ διαστροφή, οὔτε ἀναπαύει τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων ὅλων, οὔτε δημιουργεῖ ἑνότητα, γι᾽ αὐτό εἶναι διαστροφική. Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία ἡ μεγάλη. Ἐνῶ βλέπετε ἡ Ἐκκλησία, μπορεῖ νά ἔχει ἀντιπάλους, πού δέν Τή θέλουν, ἀλλά δέν Τή θέλουν γιά λόγους ἰδεολογικούς. Δέν εἶναι θέμα γιατί ἐκεῖ δέν ἀναπαύτηκαν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι χῶρος ἀναπαύσεως. Ὅ,τι ὅμως δημιουργεῖ μιά διαστροφή, ὅπου ὁ κόσμος πολύς ἤ λίγος δέν ἀναπαύεται, ἐδῶ δέν εἶναι σωστός τόπος. Ἄλλο δέν θέλω καί ἄλλο δέν ἀναπαύομαι, προσέξτε ἡ λέξη τῶν Πατέρων, ἀναπαύομαι λέει. Ἄλλο δέν θέλω καί ἄλλο δοκίμασα καί δέν ἀναπαύομαι. Ὅποιος δοκιμάσει πραγματικά τήν Ἐκκλησία καί τήν ἔζησε τήν Ἐκκλησία σωστά, ἀναπαύεται πάντοτε κοντά στό Χριστό καί ἐκεῖ εἶναι τό κριτήριο.
Νά πάω σέ μιά παράλληλη ἀκριβῶς ἔκφραση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, στό ἐρώτημα τό ἑπόμενο, τό 226, πού λέει: «Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει· ὀνειδιζόμενοι, εὐλογοῦμεν· βλασφημούμενοι, παρακαλοῦμεν· πῶς ὀφείλει νά εὐλογεῖ ὁ ὀνειδιζόμενος ἤ τί νά παρακαλεῖ ὁ βλασφημούμενος;». Ἔ, τώρα σέ αὐτό τό ἐρώτημα τοῦ ἀποστόλου Παύλου, πού εἶναι πάρα πολύ καίριο, πού λέει, ὅλοι αὐτοί μπορεῖ νά βρίζουν τήν Ἐκκλησία, νά κοροϊδεύουν τήν Ἐκκλησία καί λέει, στό πρωτότυπο, ἐμεῖς «λοιδορούμενοι, εὐλογοῦμεν καί βλασφημούμενοι, παρακαλοῦμεν». Ἀκοῦστε τήν ἰσορροπία: «Λοιδορούμενοι, εὐλογοῦμεν», μᾶς κοροϊδεύουν καί τούς εὐλογοῦμε. «Βλασφημούμενοι, παρακαλοῦμεν», μᾶς βλασφημοῦν καί ἐμεῖς προσευχόμαστε. Καί λέει ἐδῶ πέρα ὁ Μέγας Βασίλειος: «πῶς ὀφείλει νά εὐλογεῖ ὁ ὀνειδιζόμενος ἤ τί νά παρακαλεῖ ὁ βλασφημούμενος;». Ὑπάρχει τώρα αὐτή ἡ κατάσταση καί ὁ ἄλλος σοῦ λέει «εἶσαι γελοῖος, εἶσαι ἠλίθιος, εἶναι βλακεία αὐτά τά ὁποῖα κάνετε, εἶναι κουταμάρες αὐτά πού λέτε στόν κόσμο»· καί ἐδῶ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί νά εὐλογοῦμεν καί νά παρακαλοῦμεν. Λέει ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπαντώντας -βλέπετε ἀρχίζει ἡ θεραπευτική καί αὐτοῦ ἀκόμα πού σέ βρίζει. Γι᾽ αὐτό σᾶς εἶπα πρίν ἀπό λίγο, δέν τούς λέω διεστραμμένους, λέω διαστροφή τήν πράξη τους. Γιά νά ἀρχίσω τήν ἱστορία αὐτή τό «ὀνειδιζόμενοι, εὐλογοῦμεν καί βλασφημούμενοι, παρακαλοῦμεν» καί αὐτό τό ὅτι δέν τόν λέω διεστραμμένο καί ἐλπίζω ὅτι θά μετανιώσει, εἶναι στό χῶρο τοῦ «εὐλογοῦμεν» καί τοῦ «παρακαλοῦμεν». Δέν θεωρῶ ὅτι ἔχει τελειώσει ἡ ζωή του δηλαδή καί εἶναι ὁριστικά ἕνας διαβολοποιημένος ἄνθρωπος· κι αὐτό μιά προσευχή εἶναι κι αὐτό μιά παράκληση εἶναι καί αὐτό εἶναι μιά ἀποδοχή τῆς δυνατότητάς του νά ἀλλάξει ὁλόκληρη ἡ ζωή του. Γενικῶς λέει ὁ Μέγας Βασίλειος «νομίζω ὅτι ὁ Ἀπόστολος μᾶς διδάσκει ἐδῶ, ἀπό τή δική του ἐμπειρία, ὅτι πρέπει νά εἴμεθα ἀνεξίκακοι πρός ὅλους» προσέξτε πρός ὅλους «καί νά ἀμείβομε μέ ἀγαθά τούς πονηρευομένους, ὥστε αὐτό νά γίνεται ὄχι μόνο μέ τόν ὀνειδίζοντα, ἀλλά καί μέ κάθε πονηρευόμενον, μέ τό νά πληροῦμε τά τῆς Γραφῆς. Μή νικᾶσαι ὑπό τοῦ κακοῦ, ἀλλά νίκα διά τοῦ ἀγαθοῦ τό κακόν. Ἀλλά τό παρακαλῶ» λέει «θέτει ἡ Γραφή ὄχι κατά τή συνήθη χρήση τῆς λέξεως, ἀλλά πρός ἐνίσχυσιν τῆς καρδίας, ὥστε νά βεβαιωθεῖ περί τῆς ἀληθείας. Ὅπως εἰς τό παρακαλεῖτε τόν λαόν μου λέει ὁ Θεός καί ὁ ἀπόστολος δέ λέει, ἐπιποθῶ νά ἴδω ὑμᾶς γιά νά μεταδώσω σέ ὑμᾶς χάρισμα τι πνευματικόν πρός στήριξιν ὑμῶν. Τοῦτο δέ ἵνα συμπαρακληθῶμεν μεταξύ ἡμῶν διά τῆς κοινῆς πίστεως ὑμῶν καί ἐμοῦ. Καί ὁ Θεός παρεκάλεσεν, ὁ παρακαλῶν τούς ταπεινούς παρεκάλεσεν ἡμᾶς διά τῆς παρουσίας τοῦ Τίτου» λέει στό κείμενο τοῦ ἀποστόλου Παύλου.
Κάνει μιά πολύ σπουδαία ἐδῶ ἀνάλυση μέ αὐτές τίς δυό λέξεις. Τό πρῶτο εἶναι τό «εὐλογοῦμεν» καί μετά εἶναι τό «παρακαλοῦμεν». Βλέπετε τή δική μας ἀντίδραση ἤ ἀντίσταση, καταθέτουμε λόγο ἀληθείας γιά τά πράγματα, δέν λέμε ἔτσι εἶναι σωστά τά πράγματα πού γίνονται, ἀλλά ἡ πρακτική μας ἔκφραση σέ αὐτούς οἱ ὁποῖοι κάνουν αὐτή τή διαστροφή, τήν ὁποιαδήποτε διάδοση τέτοιων ἐννοιῶν δαιμονικῶν, μπαίνουμε στό «εὐλογοῦμεν» καί «παρακαλοῦμεν». Προτάσσει τό «εὐλογοῦμεν» καί μετά πάει στό «παρακαλοῦμεν». Εἶναι αὐτό καί μιά μικρή κλίμακα μέ δυό σκαλοπάτια. Τό «εὐλογοῦμεν» ἐδῶ πέρα τό ἐξήγησα ὅτι ἐμεῖς δέν ἔχουμε κάτι μαζί μέ αὐτούς τούς ἀνθρώπους καί ἔτσι τούς φερόμαστε μέ καλό τρόπο, δηλαδή δέν τούς κάνουμε κάτι κακό, δέν ἐπιδιώκουμε τό κακό τους. Ἄλλο πού ἔχω αὐτή τή θέση τῶν πραγμάτων, γιατί εἶναι βιβλική θέση καί δέν εἶναι δική μου θέση κι ἄλλο τό ὅτι ἐγώ «εὐλογοῦμεν». Δέν παύω νά εὐλογῶ ὅλο τόν κόσμο.
Εὐλογία τί εἶναι; Μιά θεραπευτική κίνηση τῆς Ἐκκλησίας πρός τό λαό Της. Ὁ Θεός τή δίνει τήν εὐλογία. Εὖ-λόγος. Νά βρεῖ τήν αἰτία του, τήν καλή αἰτία του. Ἄρα ἡ Ἐκκλησία ὁποιονδήποτε βρεῖ ἐδῶ πέρα, νά δίνει μιά διαστροφή πού ἔχασε τήν αἰτία τῆς ζωῆς του, πρέπει νά τόν εὐ-λογήσει. Εὖ-λογῶ. Εὐλογῶ, τοῦ δίνω καλό λόγο, καλή αἰτία. Βλέπετε τήν ἱστορία αὐτή; Δέν παύω δηλαδή νά λέω, εὔχομαι νά βρεῖς τό σκοπό τῆς ζωῆς σου. Αὐτό σημαίνει εὐλογῶ. Ὄχι σέ εὐλογῶ παιδί μου, γιά νά γίνει κάτι καλό στή ζωή σου, νά κερδίσεις χρήματα. Αὐτοί θέλουν νά εὐλογηθοῦν καί ἀπό τήν Ἐκκλησία, γι᾽ αὐτό τό λέω. Ζητοῦν καί ἡ Ἐκκλησία νά τούς εὐλογεῖ τώρα. Γιατί νά σέ εὐλογήσω; Ἐγώ σέ εὐλογῶ, ἀλλά μέ ἄλλο τρόπο. Ἐσύ θέλεις νά σέ εὐλογήσω γιά νά κάνεις νόμο τήν ἁμαρτία σου· κι ἐγώ θέλω νά σέ εὐλογήσω καί σέ εὐλογῶ πάντοτε, γιά νά βρεῖς σκοπό τῆς ζωῆς σου, γιατί ὁ σκοπός τῆς ζωῆς σου μέσα ἀπό τέτοιο πράγμα δέν θά βρεθεῖ. Βλέπετε εἶναι ἄλλη προοπτική. Δηλαδή ἀπαντῶ στήν ἀπαίτησή τους τώρα, πού λένε, ἤδη ἡ ἐκκλησία στήν τάδε χώρα εὐλογεῖ τό «γάμο» τῶν ὁμοφυλοφίλων. Τί εὐλογεῖ; Τούς δαιμονίζει τούς ἀνθρώπους, δέν τούς εὐλογεῖ. Σωστά πράγματα εἶναι αὐτά; Τό εἶπαν, τό λένε συνέχεια, πότε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θά γίνει τόσο προχωρημένη, νά εὐλογήσει τούς ὁμοφυλοφίλους. Εἶναι πιά ἔλλειμμα ἐγκεφάλου, δέν μπορῶ νά πῶ κάτι ἄλλο. Δέν θά μοῦ πεῖς ἐμένα τί θά κάνω, ναί ἐγώ σέ εὐλογῶ, δέν εὐλογῶ ὅμως τήν τραγωδία σου· εὐλογῶ τή θεραπεία σου καί εὐλογῶ νά βρεῖς τό δρόμο σου. Λένε ἡ Ἐκκλησία δέν μᾶς εὐλογεῖ, μᾶς θεωρεῖ καταραμένους ἐμᾶς, μᾶς ἀποκλείει· νά ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἀποκλεισμοῦ καί τῆς ἱερᾶς ἐξετάσεως. Μά τί λένε; Ὅ,τι τούς κατέβει στό κεφάλι θά λένε; Ναί σέ εὐλογῶ, γιά νά ἀλλάξει τό μυαλό σου καί νά θεραπευτεῖς δηλαδή, νά βρεῖς τόν τρόπο τῆς ζωῆς σου. Νά εὐλογήσω αὐτό τό ὁποῖο σκέπτεσαι; Σάν νά πεῖ τό παιδί σου, μαμά θέλω νά πάω νά κλέψω τσίχλες ἀπό τό περίπτερο, μέ εὐλογεῖς; Τί θά τοῦ πεῖς; Μπράβο παιδάκι μου, σέ εὐλογῶ. Καί θά πεῖ, τί μαμά εἶσαι ἐσύ πού δέν μέ εὐλογεῖς; Καταραμένο μέ θέλεις, ἔ;
Αὐτή τήν κουβέντα θέλουν καί ὁ λαός πού δέν ξέρει πολλά ἀπό τέτοια πράγματα -θά πρέπει νά ξέρει δυό πράγματα- τά ἀκούει ἔτσι καί λέει «δές ἡ Ἐκκλησία τώρα», «ἔ, ἄνθρωποι εἶναι καί αὐτοί, τί νά κάνουμε;», «ἕνα ἐλάττωμα, ἕνα κουσούρι ἔχουν». Γνωστή ἐκκλησιαστική λέξη. Γιά ἕνα κουσούρι τώρα, γιά ἕνα κουσούρι τώρα; Τί κουσούρι, καλέ; Κουσούρι εἶναι αὐτό; Μιλᾶμε γιά κουσούρι; Διαστροφή τῆς κοινωνίας ὁλόκληρης εἶναι. Εἶναι τόσο μικρό τό ἐλάττωμα; Εἶναι δυνατόν; «Μά ξέρεις εἶναι προσωπικά τά δεδομένα» λέει. Εἶναι προσωπικό τό δεδομένο του, εἶναι μιά δική του ἰδιότητα. Θέλει νά εἶναι ὑπουργός, γραμματέας, καθηγητής πανεπιστημίου καί νά ἔχει καί αὐτό τό κουσούρι. Εἶναι ξέρω νόμος, αὐτός ὁ γνωστός, περί προσωπικῶν δικαιωμάτων. Εἶναι πολύ καλός σέ αὐτό τό ἐπάγγελμα. Ἄ, δέν ἔχω καμιά ἀντίρρηση, παρόλο πού ἔχω νά ἀντείπω καί ἐδῶ κάτι. Ὅτι ἐφόσον ἔχει αὐτό τό κουσούρι δηλαδή, καί εἶναι ἀπό τά προσωπικά δεδομένα πού δέν πρέπει νά παρουσιαστεῖ καί δέν πρέπει νά κολλήσει τό ἔργο του ὡς καθηγητοῦ στήν ἕδρα ἤ ὡς ὑπουργοῦ στό ὑπουργεῖο. Ἕνα πράγμα εἶμαι ἐγώ σίγουρος, ξέροντας τή θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας μας: αὐτός ἔχει θολωμένο μυαλό, ἐφόσον ζεῖ μιά διαστροφή, ἐπειδή εἶναι αὐτό κάτι ἰδιωτικό του. Δέν τό λέει πουθενά, δέν τό δημοσιεύει, δέν τό διαφημίζει ὅπως οἱ ἄλλοι, πού εἶναι οἱ συνδικαλιστές τῆς ἱστορίας αὐτῆς. Καθόλου. Τό κρύβει γιά τόν ἑαυτό του. Δέν μπορεῖ νά εἶναι καλός ὑπουργός οὔτε μπορεῖ νά εἶναι καλός καθηγητής -κατά τά μέτρα τῆς ὁλότητας δηλαδή, τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ κοιτάγματος- γιατί δέν ἔχει καθαρό μυαλό. Δέν εἶναι τά πράγματα τόσο ἁπλά.
Φανταστεῖτε δηλαδή νά συζητούσαμε καί νά λέγαμε, ἕνας ἀρχιμανδρίτης ἔχει ἕνα κουσούρι τέτοιο, δέν τό λέει σέ κανένα, τό κρατάει γιά τόν ἑαυτό του· ἔχει τό προσωπικό δικαίωμα νά τό κάνει. Διαστροφή θά ἦταν αὐτό. Κάπου ἀκούστηκε κάτι τέτοιο, κάτι τέτοιο ἀκούστηκε, μέ μιά μικρή ἐγκύκλιο, δέν θέλω νά πῶ πολλά πράγματα. Κάτι, κάτι ἀκούστηκε. Τί θά γίνει δηλαδή; Θά ἔχουν κουσούρια καί αὐτοί; Ἀκόμα πιό βαθύ, ἐάν εἶναι ἐκκλησιαστικό δηλαδή. Εἶναι δυνατό; Ὁ ὑπουργός δέν ἔχει τέτοια δογματική, λέει ἐγώ θά εἶμαι ὑπουργός, θά εἶμαι ἕνας τέτοιος, θά κάνω καλά τό ἔργο μου, θά εἶμαι ὑπουργός τάδε καί τά λοιπά. Δέν γίνεται, δέν ἔχει σταθερό μυαλό. Πόσῳ μᾶλλον νά πεῖ ἡ Ἐκκλησία ἔχω μερικούς ἀρχιμανδρίτες πού ἔχουν κουσούρια τέτοια. Εἶναι προσωπική τους ἐρωτική ζωή, δέν μπορῶ νά τούς πῶ τίποτα. Εἶναι ἀξιόλογοι, εἶναι πολύ καλοί ἱεροκήρυκες, κάνουν πολύ καλό φιλανθρωπικό ἔργο. Μά τί τρέλα εἶναι αὐτή; Εἶναι ἀνόητο τό Πηδάλιο, δηλαδή, τό ὁποῖο λέει «αὐτός ὁ ὁποῖος ἀνακαλύπτεται νά ἔχει ἕνα τέτοιο πράγμα, καθαιρεῖται γιά τό καλό τοῦ λαοῦ καί γιά τό καλό τῆς ψυχῆς του»; Ἡ Ἐκκλησία δέν τιμωρεῖ, τό ξέρετε, ἀπό τό Πηδάλιο αὐτό λέμε. Θέλει νά θεραπεύσει καί τόν ἁμαρτάνοντα καί τόν περίγυρό του, δηλαδή. Δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνα κουσούρι πού εἶναι προσωπικό του. Στήν Ἐκκλησία δέν ἔχουμε «εἶναι προσωπικό δεδομένο, ἀφῆστε με νά τό ἔχω· νά ἔχω ἕνα προσωπικό ἐρωτικό βίτσιο καί νά εἶμαι ἕνας πολύ καλός ἱεροκήρυκας». Νά σᾶς λείψει ὁ ἱεροκήρυκας ἀπό τήν ἐνορία σας; Νά σᾶς λείψει αὐτός πού τρέφει τόσους φτωχούς; Νά σᾶς λείψει αὐτός πού εἶναι τόσο καλός σέ τόσα-τόσα καλά; Μά πῶς θά σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος; Ἄς μήν ἀκούσουν ὁλόκληρες γειτονιές κήρυγμα· καί νά μή φᾶνε οἱ πεινασμένοι φαγητό, ἄν αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν πρόκειται νά σωθεῖ. Ἔτσι μετρᾶμε; Μέ ἀριθμητικά μέσα; Αὐτό, κάτι πῆγε νά γίνει γύρω ἀπό αὐτή τήν ἱστορία. Καί σηκώθηκε ἕνας ἄλλος ἱεράρχης καί εἶπε: «τί τρέλες λέτε τώρα ἐκεῖ πέρα; Τί θά πεῖτε ἐκεῖ πέρα;». Μιά ἱστορία γιά δραματικές καταστάσεις εἶναι αὐτή, ἀλλά δέν μποροῦμε νά δεχόμαστε αὐτά, τουλάχιστον μέσα στό χῶρο τῆς δικῆς μας ζωῆς καί τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ὑπάρχουν ἐδῶ πέρα προσωπικά δεδομένα. Τό Πηδάλιο εἶναι σαφές, εἶναι θεραπευτικό. Ἐγώ δέν θέλω νά τιμωρηθεῖ κανείς, ἀλλά θέλω νά χρησιμοποιηθεῖ τό Πηδάλιο, γιά θεραπεία τοῦ ἁμαρτάνοντος καί τοῦ λαοῦ· αὐτό μήν τό ξεχνᾶμε. Ὅταν ὅλα αὐτά τά ξεχάσουμε, καταλήγουμε πιά σέ τέτοιες κοσμικές καταστάσεις.
Καί βλέπετε ἦταν τό πρῶτο αὐτό τό στοιχεῖο τό «εὐλογοῦμεν», πού δέν μποροῦμε νά εὐλογήσουμε κανέναν τέτοιο «γάμο» διαστροφικό καί μετά πᾶμε στό ἄλλο τό στοιχεῖο, αὐτό τό στοιχεῖο τό «παρακαλοῦμεν», πού τόσο ὡραῖα τό ἀναλύει ἐδῶ πέρα ὁ ἀπόστολος Παῦλος· πού εἶναι θέμα καρδιᾶς λέει τό «παρακαλοῦμεν», πρός ἐνίσχυσιν καρδίας, ὥστε νά βεβαιωθεῖ περί τῆς ἀληθείας. «Παρακαλεῖτε τόν λαόν μου» λέει ὁ Θεός. Βλέπετε; Νά στερεωθεῖ ὁ λαός στήν καρδιά του, νά ἔχει «παρακαλοῦμεν», νά στερεωθοῦν, νά ἔχουν παράκληση. Παράκλητος εἶναι τό Ἅγιο τό Πνεῦμα. Γι᾽ αὐτό ἐμεῖς τήν ὥρα πού μᾶς διώκουν, τήν ὥρα πού μᾶς ὀνειδίζουν, ἐμεῖς παρακαλοῦμεν. Βλασφημούμενοι, παρακαλοῦμεν. Μᾶς βλασφημεῖ καί ἐμεῖς τί παρακαλοῦμεν; Δέν παρακαλοῦμε, σέ παρακαλῶ μήν βλασφημεῖς, δέν λέμε τέτοιο πράγμα. Ἐμεῖς παρακαλοῦμε νά ἔρθει ὁ Παράκλητος πάνω του κι ὅπως ἔρθει ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά φωτίσει τόν ἄνθρωπο καί νά ἀλλάξει ζωή· γι᾽ αὐτό ἐμεῖς βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν.
Καί εὐλογοῦμε, λοιπόν, ὄχι τό «γάμο» του καί εὐλογοῦμε τόν ἄνθρωπο νά βρεῖ τό σκοπό τῆς ζωῆς του καί βλασφημούμενοι, πού γελᾶνε μαζί μας γιά τίς ντεμοντέ ἀντιλήψεις πού ἔχουμε -ἔτσι μοῦ εἶπαν κάποιοι «ἔχετε πολύ καθυστερημένες ἰδέες, πάτερ, ἀνήκετε στόν τρίτο αἰώνα». Λέω «κι ἄν ἦταν στόν τέταρτο πείραζε; Θά ἤμουν μέ τόν ἅγιο Χρυσόστομο. Καλά θά ἤμουν καί τότε». Καί μοῦ λέει: «μή μᾶς φέρνεις πιό κοντά στό σήμερα». Μά τί λέτε, καλέ; Τέτοιες τρέλες ἀκούω κάθε μέρα, τέτοιες τρέλες ἀκούω. Καί πῶς περνᾶνε οἱ τρέλες; Μερικά πράγματα θεωροῦνται πιά αὐτονόητα καί ἐμεῖς πού λέμε κάτι ἄλλο μᾶς θεωροῦν ντεμοντέ. Δέν μέ πειράζει νά εἶμαι ντεμοντέ, δέν μέ θίγει καί τό χαίρομαι πάρα πολύ. Ἐξάλλου τά ροῦχα πού βλέπετε εἶναι ντεμοντέ, φοράω τά ράσα τῆς παλιᾶς ἐποχῆς, δέν μέ πειράζει. Εἶμαι δηλωμένος ντεμοντέ. Σύμφωνοι; Ἀλλά ζῶ στή σημερινή ἐποχή καί πρέπει αὐτό πού λένε ἐκεῖνοι εἶναι ντεμοντέ, νά τό κάνω σήμερα βαθιά θεραπευτικό. Καί ἄν ἡ θεραπευτική μου εἶναι πολύ σύγχρονη γιά τίς δεκάδες ψυχασθένειες καί τά γεμάτα ψυχιατρεῖα, νά ρωτήσω γιατί εἶμαι ντεμοντέ ἐγώ; Ἄν ἔχω θεραπευτικές προτάσεις γιά ὅλους αὐτούς, πού εἶναι μαζεμένοι γύρω στό χῶρο μου, μέ τά χαπάκια καί τό χῶρο τῆς θεραπείας τῆς ψυχασθένειας, νά ρωτήσω γιατί εἶμαι ἐγώ ντεμοντέ; Ἐπειδή βλέπουν τά ροῦχα μου καί βλέπουν τίς εἰκόνες μου τῆς ἐκκλησίας μου; Ἐπειδή φέρω μιά βαθιά παράδοση πάνω στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μου; Αὐτό πού κάνουμε σάν πράξη ζωῆς νά ρωτήσουν. Ἄν ἡ Ἐκκλησία δέν ἔκανε τίποτε καί στεκόταν νά συντηρεῖ καί νά διατηρεῖ παραδόσεις, θά εἶχαν δίκαια ὅτι εἴμαστε ντεμοντέ. Ζοῦμε μέ τρόπους παλιούς, φορᾶμε παλιά ροῦχα, φορᾶμε τά ἄμφια, μιά παράδοση, τή Λειτουργία τοῦ Χρυσοστόμου καί τά λοιπά, αὐτά πού γράφτηκαν πρίν ἀπό δέκα καί δεκαπέντε αἰῶνες, θά ἤμασταν ντεμοντέ. Ὅλα αὐτά τί εἶναι ὅμως; Αὐτό εἶναι ἕνα ἐξωτερικό περίβλημα, μέσα στό ὁποῖο λειτουργεῖται μιά ζωντανή θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐάν αὐτό τό ξεχάσουμε, εἴμαστε ντεμοντέ πραγματικά καί ἐκεῖ αὐτοαναιρούμεθα ἐμεῖς. Μιλᾶμε ἁπλῶς λόγια κουφά, δέν δίνουμε ἀπαντήσεις στό λαό μας, δέν θεραπεύουμε τό λαό μας καί τότε εἴμαστε ντεμοντέ καί δέν ἔχουμε λόγο γιά τά πράγματα. Καί ὅλα αὐτά σᾶς τά λέω γιατί τά ζῶ αὐτές τίς μέρες· «εἶστε ντεμοντέ», «δέν καταλάβατε τίς νέες ἀντιλήψεις», ὅτι σήμερα μιά νέα ἀντίληψη εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά εἶναι καί ὁμοφυλόφιλοι. Λέω «καί ὁ Θεός ἀφοῦ τό ἤξερε γιατί ἔκανε τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα καί δέν ἔκανε δυό ἄνδρες νά εἶναι ὁμοφυλόφιλοι, γιατί δέν τό ἔκανε αὐτό;». «Ἔ, μή μοῦ λές τώρα πώς τούς ἔφτιαξε ὁ Θεός» λέει. «Ὑπάρχει καί ἡ νέα ἀντίληψη» μοῦ λέει. «Δέν ὑπῆρχε Ἀδάμ καί Εὔα, ἦταν σύμβολα». Ὡραῖα, δηλαδή τά φαντάσματα ἔκαναν τόν Κάιν, τόν Ἄβελ, τίς οἰκογένειες καί τά λοιπά· τά λένε καί θεολόγοι τώρα. Μιά τρέλα ἀπίθανη! Ἀπό ποῦ νά πιάσεις; Ἀπό παντοῦ μπάζει τό πλοῖο δηλαδή! Καί πρέπει νά μαζεύεις τά νερά, ἀλλά τί νά κάνουμε; Τουλάχιστον νά εἴμαστε ντεμοντέ καί νά θεραπεύουμε μέ σύγχρονες μεθοδολογίες, πού δέν τίς ἔχουν ὅλοι οἱ σύγχρονοι θεραπευτές, πού ἀφήνουν τούς ἀνθρώπους γεμάτους μέ χαπάκια νά σέρνονται μεταξύ ψυχιατρείου καί μεταξύ ὕπνου καί ὑπνηλίας. Τίποτα ἄλλο.
Ἄν ἔχουν ἀπαντήσεις νά μοῦ τό ποῦνε. Ἔτσι, λοιπόν, δέχομαι τόν ὅρο ντεμοντέ καί ὅλα τά σχετικά, τά δέχομαι. Κατά τά ἄλλα ἐπιτρέψτε μου νά φορῶ παπούτσια clarks καί νά μήν εἶμαι ντεμοντέ, γιά νά πῶ δέν εἶμαι ντεμοντέ. Δέν εἶναι ἔτσι; Κάτι εἶναι κι αὐτό, κάτι, μέ διασώζει καί αὐτό, ἔτσι; Τό ρολόι μου εἶναι swatch, προσέξτε, μήν τό ξεχνᾶτε αὐτό. Δέν εἶμαι ντεμοντέ ἀπό αὐτό καί μόνο. Δέν μέ σώζει αὐτό, ἀλλά ὁ τρόπος τῆς Ἐκκλησίας πού θεραπεύει τό λαό της, εἶναι τό πιό σύγχρονο καί τό πιό ἐπίκαιρο. Ἔτσι, λοιπόν, ἐμεῖς «βλασφημούμενοι, παρακαλοῦμεν».
Καί πρίν νά ὁλοκληρώσω τή σημερινή μας ἀνάλυση, νά πῶ κάτι πού ἀφορᾶ ὅλη αὐτή τήν ἱστορία. Γιατί λέει, τό ἀκούσαμε αὐτές τίς ἡμέρες «καλά, τό πολύ-πολύ, ἄν ἔχουν κάποιο πρόβλημα αὐτοί, νά τό ρωτήσουν σέ κάποιον εἰδικό. Ἐσύ λές πού αὐτοί εἶναι προβληματικοί, ἐπειδή ζοῦν μιά διαστροφή. Βεβαίως, ἄν εἶναι ἔτσι, ἄν εἶναι ἔτσι ὅπως τό λές -ἄς ἀκούσουμε καί κάτι ἀπό αὐτό πού λές- ἔ, τότε νά πᾶνε σέ κάποιον εἰδικό καί νά ποῦν αὐτό τό ὁποῖο ἔχουν νά ποῦν. Νά δοῦμε θά τούς πεῖ εἶναι ἔτσι ἤ ὄχι;». Καί ἔρχεται ἐδῶ πέρα ὁ Ὅρος 229, τό ἐρώτημα 229 τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Τό ἐρώτημα εἶναι ὡς ἑξῆς: «Εἰ χρή τάς ἀπηγορευμένας πράξεις ἀνεπαισχυντότερον ἐξαγορεύειν πᾶσιν, ἤ τισί, καί ποίοις τούτοις», εἶναι αὐτές πού εἶναι οἱ πράξεις οἱ ἀπαγορευμένες καί ἀναίσχυντες· νά μπορεῖς νά τίς ἐξαγορεύεις, νά τίς λές. Ἀγορεύω, ἐξ-ἀγορεύω. Ἀγορεύω, λέω ἐξ, ἐκτός, τό βγάζω ἔξω μου, αὐτό σημαίνει ἐξαγορεύω. «Πᾶσιν, ἤ τισί, καί ποίοις τούτοις». Ἄν αὐτό πού ἔχεις μέσα σου καί σοῦ λέει κάποιος εἶναι πάθος καί λές δέν εἶναι πάθος καί λέει, ἄντε, ἄς δεχθῶ τήν κουβέντα σου. Νά πᾶνε νά τό ποῦν σέ ἕναν εἰδικό, λέει. Ἐσύ τί λές, νά τό πεῖ σέ ἕναν εἰδικό; Θά τοῦ πῶ, ὄχι. Γιατί ποιός εἶναι εἰδικός, δηλαδή; Ἐγώ ἀκολουθῶ τό Μέγα Βασίλειο· λέει ὁ μόνος εἰδικός εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος «ἐξαγόρευσις τῶν ἁμαρτημάτων γίνεσθαι ὀφείλει ἐπί τῶν δυναμένων θεραπεύειν, κατά τό γεγραμμένον· ὑμεῖς οἱ δυνατοί, τά ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν· τουτέστι, αἴρετε διά τῆς ἐπιμελείας»· θά τό λές αὐτό, θά τό ἐξαγορεύεις, ὅπου ὑπάρχει χῶρος, δυνατότητα θεραπείας. Ὄχι νά τό κουβεντιάσεις, νά πεῖς εἶμαι ἔτσι καί αὐτοί οἱ παπάδες μοῦ λένε ὅτι ζῶ μιά διαστροφή, ἔτσι εἶναι; Τί θά σοῦ πεῖ ὁ ἄλλος; Καί νά σοῦ πεῖ εἶναι κακό πράγμα, πάλι δέν κάνει τίποτα. Μπορεῖ νά θεραπεύσει; Ἐδῶ εἶναι τό ἐρώτημα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.
Αὐτά μποροῦν νά ἀναλυθοῦν μόνο ἀπό τό χῶρο τῆς θεραπευτικῆς καί ὁ μόνος χῶρος πού ἔχει θεραπευτική εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ὁ μόνος χῶρος. Γιατί καί ἄλλοι ἄνθρωποι, ἄς τό πῶ ἔτσι, ἀνθρώπινα, λογικά σκεπτόμενοι, λένε: «τί πράγματα εἶναι αὐτά πού μᾶς περνᾶνε τώρα;». Κριτική κάνουν· ἔχουν ἐργαλεῖα θεραπείας; Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία. Νά φανταστεῖτε πού εἶναι σέ χῶρο ἰατρικῆς λέει, τί τρέλες εἶναι αὐτές; Ἔχουν τρόπο θεραπείας; Ἐφόσον τό θέμα, προσέξτε, δέν εἶναι σωματικό. Δέν εἶναι σωματικό, δέν εἶναι ὅπως λένε: «ἐμεῖς τό εἴχαμε ἔτσι προκαθορισμένο, εἶναι γενετικός κώδικας», δέν εἶναι αὐτή ἡ ἱστορία. Εἶναι ἐπίκτητο ψυχικό. Πῶς θά τό θεραπεύσουν; Βλέπετε; Οὔτε αὐτοί πού πραγματικά κάνουν μιά κριτική, δέν μποροῦν νά θεραπεύσουν. Ὁ Μέγας Βασίλειος εἶναι καθαρός ἐδῶ καί λέει: «αὐτό μπορεῖ νά ἀναφερθεῖ μόνο στό χῶρο πού μπορεῖ νά γίνει θεραπεία»· καί ἡ θεραπεία ὑπάρχει· καί ἡ θεραπεία γίνεται· καί ἡ θεραπεία εἶναι ὑπαρκτή· καί εἶναι ἐφαρμοσμένη καί ἐφαρμόσιμη. Ὅποιος ἐφαρμόσει ἀκριβῶς τή θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας μας θεραπεύεται· καί μόνο ἄν ξεκινήσει ἀπό τή ρίζα, γιατί εἶναι ἔτσι αὐτός ὁ ἄνθρωπος. Ἀλίμονο ἄν ξεκινήσεις καί πεῖς, εἶναι γενετικός προκαθορισμός, ἔχασες τά πάντα, εἶναι μιά ἱστορία τελειωμένη. Ἀφοῦ εἶναι γενετικός προκαθορισμός, εἶναι προκαθορισμένη ἡ ἁμαρτία του, τόν προκαθόρισε ὁ Θεός. Εἶναι λάθος, εἶναι αἵρεση. Εἶναι μιά ἐπίκτητη κατάσταση διαστροφῆς, ἡ ὁποία θεραπεύεται. Καί θά ξεκινήσεις ἀπό τά κέντρα. Ἐφόσον εἶναι βίτσιο σωματικῆς ἐπιθυμίας, θά ξεκινήσεις ἀπό τό τί εἶναι βίτσιο καί θά ξεκινήσεις ἀπό τά περιφερειακά τά βίτσια τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ καί θά πᾶς στό κέντρο.
Ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεραπευτική. Ἀρκεῖ νά ἔχει τή σοφία τῆς παραδόσεώς Της καί νά χρησιμοποιήσει τά ὄργανα τῆς θεραπείας. Μή μοῦ λένε ἐμένα, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία μόνο λόγια λέει. Ἔχει θεραπευτική ἡ Ἐκκλησία. Φυσικά θά τό ἐξομολογηθεῖ, ἀλλά πρέπει νά γίνει καί θεραπευτική πάνω στόν ἄνθρωπο αὐτό. Ὑπάρχει τρόπος καί εἶναι ὁ μόνος τρόπος αὐτός πού λέει ἐδῶ ὁ Μέγας Βασίλειος.
Ἄρα δέν εἶναι θέμα κουβέντας, νά τό κάνεις μιά κουβέντα, νά κάνεις μιά ψυχανάλυση, νά σοῦ βρεῖ ὁ ψυχαναλυτής, γιατί κατέληξες ἐκεῖ· κι ἄν ἀκόμα ὁ ψυχαναλυτής δέχεται πού εἶναι ἐπίκτητο καί θά ἀρχίσει τίς ἀναλύσεις τώρα, γιατί καί τά λοιπά. Εἶδε μιά πράξη κάποτε, κάποιος τόν πείραξε κάποτε, θά κάνει μιά ἀναδρομή γιά χρόνια, θά κάνει ἀναλύσεις ἐκεῖ πέρα καί τό βρῆκε· καί βρῆκε, παιδάκι μου κατέληξες ἐκεῖ γιατί συνέβη κάτι στήν ἡλικία πού ἦταν ἑφτά, ὀχτώ, ἐννιά, δέκα χρονῶν. Ἔτσι λέει, ὁ πρόεδρος τῶν ὁμοφυλοφίλων, ὅτι: «κάποιος, κάποτε, μέ πείραξε καί ἐκεῖ κατέληξα». Ὁ ἴδιος δηλαδή ὁμολογεῖ πού εἶναι ἐπίκτητο καί οἱ περισσότεροι αὐτό λένε. Τό ὁμολόγησε αὐτό τό πράγμα. Ὁ ψυχαναλυτής, μπορεῖ νά θεραπεύσει;
Ἀλλά ἡ ἱστορία εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει λόγο καί ὑπάρχει θεραπευτική, ἀρκεῖ νά ξεκινήσει ἀπό: ποῦ εἶναι ἡ ἐπιθυμία καί τό βίτσιο. Ἐκεῖ εἶναι ἡ μεγάλη δουλειά πού κάνει ἡ Ἐκκλησία μας, ἀκριβῶς στήν κάθαρση ἀπό τά πάθη καί ἐκεῖ θά στραφοῦμε, πού εἶναι μιά ἱστορία πολύ παλιά τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἔχει συνεχιζόμενο κάλλος· γι᾽ αὐτό δέν ἀκούω καμία κουβέντα σέ αὐτά τά θέματα, δηλαδή εἶμαι ἀπόλυτος, τόσο πολύ, ἐπιτρέψτε μου, νά εἶμαι ἀπόλυτος. Ἀφοῦ βλέπεις ἡ Ἐκκλησία ἔχει λόγο καί ἔχει θεραπεία· ἀρκεῖ νά τό ξέρουμε πού ἔχουμε λόγο. Οὔτε νά λέμε «ἔτσι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, τί νά κάνουμε, σήμερα ἐκεῖ καταλήξανε, ἄ, τούς ἄθλιους» καί τά λοιπά. Δέν εἶπα οἱ ἄθλιοι, δέν τούς εἶπα διεστραμμένους. Εἶπα διαστροφή μόνο, προσέξτε, γιατί περιμένω τόν ἄνθρωπο πού εἶναι ἀσθενής νά τόν θεραπεύσουμε. Δέν μπορῶ νά τόν κυνηγάω, νά τόν δέρνω· καί αὐτός πού δέν μετανιώνει, εἶναι μιά προοπτική μετανοίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀνοιχτή σέ αὐτόν τόν ἄνθρωπο, δέν τόν διώχνει. Δέν μπορεῖ νά τόν παντρέψει ὅμως· καί δέν μπορεῖ νά δεχθεῖ ὅτι αὐτός μπορεῖ νά μετέχει στήν Ἐκκλησία, νά μεταλαμβάνει, ἀφοῦ δέν δέχεται Χριστό. Ἀφοῦ δέν θέλει νά θεραπευτεῖ, πῶς θά πάρει Χριστό, πού εἶναι ἀκριβῶς ὁ δρόμος τῆς θεραπείας· φάρμακο ἀθανασίας εἶναι ἡ θεία Κοινωνία.
Κάπως ἔτσι θέλω νά ὁρίσω αὐτήν τήν ἐπικαιρότητα, ἀξιοποιώντας ὅπως κάνουμε πάντοτε τήν ἀκραία ἐπικαιρότητα καί τοῦ Πηδαλίου, ἀλλά καί τῶν Ὅρων κατ᾽ ἐπιτομήν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί φυσικά νά σᾶς θυμίσω, γιατί μερικοί λένε: «ποῦ τό λέει ἡ Ἁγία Γραφή;». Ἕνα σωρό φράσεις ἔχει ἡ Ἁγία Γραφή γιά τήν ἀρσενοκοιτία ἤ γιά τή μορφή τῆς ὁμοφυλοφιλίας· καί μάλιστα τό τελευταῖο κεφάλαιο τῆς Ἀποκαλύψεως ἔτσι τελειώνει, ἔξω οἱ μοιχοί, οἱ πόρνοι καί οἱ ἀρσενοκοῖτες. Τό ὁρίζει σάν καίριο σημεῖο διαστροφῆς, μή θεραπευτικῆς, δηλαδή, κοινωνικῆς ἐκφράσεως. Ἕνας ὁ ὁποῖος κλείνεται στόν ἑαυτό του, σέ ἕνα βίτσιο του, δέν μπορεῖ πιά νά ἀγαπήσει, νά ἀφεθεῖ μές στήν κοινωνία, νά καταλάβει τόν ἄλλο καί διαστρέφεται ὅλη ἡ κοινωνία. Δέν εἶναι δικό μου πιά τό βίτσιο, ἀλλάζει μιά ὁλόκληρη ψυχολογία τῆς κοινωνίας. Δέν τό καταλαβαίνετε αὐτό; Δηλαδή, μιά αὔξηση αὐτοῦ τοῦ πάθους, θά φέρει ἀνθρώπους τελείως ἰδιοτελεῖς, πού κινοῦνται μόνο μέ σαρκικές ἐπιθυμίες καί θέλουν νά χρησιμοποιοῦν τούς ἄλλους. Τό ἴδιο πράγμα ὑπάρχει καί στήν ἐλεύθερη σεξουαλικότητα, εἶναι ἴδιο τό μοντέλο, ἴδιο τό μοντέλο εἶναι. Τό ἄλλο ἤδη τό δέχθηκαν οἱ περισσότεροι -γιατί συμβαίνει, ἐντάξει, ἔχει καί δυό γυναῖκες καί τρεῖς, καί τί νά κάνουμε; Φτάνουμε τώρα σέ πιό προχωρημένη κατάσταση, ὅπου τά παιδιά μας διαστρέφονται καίρια καί προβάλλεται συνέχεια αὐτό τό φαινόμενο, σάν μοντέρνο καί νέο φαινόμενο -καί εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἔτσι, δέν ἔχουν τίποτε, εἶναι ὑγιεῖς ἄνθρωποι, μπορεῖ νά εἶναι καί καθηγητές καί τά λοιπά.
Δέν εἶναι τά πράγματα τόσο ἁπλά καί αὐτό νά τό σκεφτοῦν πάρα πολλοί ἄνθρωποι καί νά ὑπάρξουν καί ἄλλες φωνές.
Αὐτά νά ᾽στε καλά, νά ᾽στε εὐλογημένοι!

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

“Όταν εύχεται κανείς για τον πλησίον του… “


geron_porfyrios

…. μια καλή δύναμη βγαίνει απ’ αυτόν και πηγαίνει στον αδελφό και τον θεραπεύει και τον δυναμώνει και τον ζωογονεί.”
Ο άνθρωπος έχει τέτοιες δυνάμεις, ώστε να μπορεί να μεταδώσει το καλό ή το κακό στο περιβάλλον του. Αυτά τα θέματα είναι πολύ λεπτά. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Πρέπει να βλέπομε το καθετί με αγαθό τρόπο. Τίποτα το κακό να μη σκεπτόμαστε για τους άλλους. Κι ένα βλέμμα κι ένας στεναγμός επιδρά στους συνανθρώπους μας. Και η ελάχιστη αγανάκτηση κάνει κακό. Να έχομε μέσα στην ψυχή μας αγαθότητα κι αγάπη· αυτά να μεταδίδομε.

Να προσέχομε να μην αγανακτούμε για τους ανθρώπους που μας βλάπτουν· μόνο να προσευχόμαστε γι’ αυτούς με αγάπη. Ό,τι κι αν κάνει ο συνάνθρωπος μας, ποτέ να μη σκεπτόμαστε κακό γι’ αυτόν. Πάντοτε να ευχόμαστε αγαπητικά. Πάντοτε να σκεπτόμαστε το καλό.
Δεν πρέπει ποτέ να σκεπτόμαστε για τον άλλο ότι θα του δώσει ο Θεός κάποιο κακό ή ότι θα τον τιμωρήσει για το αμάρτημά του. Αυτός ο λογισμός φέρνει πολύ μεγάλο κακό, χωρίς εμείς να το αντιλαμβανόμαστε.
Πολλές φορές αγανακτούμε και λέμε στον άλλο: «Δεν φοβάσαι τη δικαιοσύνη του Θεού, δεν φοβάσαι μη σε τιμωρήσει;». Άλλη φορά πάλι λέμε: «Ο Θεός δεν μπορεί θα σε τιμωρήσει γι’ αυτό που έκανες» ή «Θεέ μου, μην κάνεις κακό σ’ αυτόν τον άνθρωπο γι’ αυτό που μου έκανε» ή «Να μην πάθει αυτό το πράγμα ο τάδε».
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, έχομε βαθιά μέσα μας την επιθυμία να τιμωρηθεί ο άλλος. Αντί, όμως να ομολογήσομε το θυμό μας για το σφάλμα του, παρουσιάζομε με άλλον τρόπο την αγανάκτησή μας και, δήθεν, παρακαλούμε τον Θεό γι’ αυτόν. Έτσι, όμως, στην πραγματικότητα καταριόμαστε τον αδελφό.

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ: Μια ασθένια της ψυχής



ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ:
Μια ασθένια της ψυχής

Η ματαιοδοξία είναι μια ψυχική ασθένεια. Κυριεύει τούς ανθρώπους που έχασαν ή δεν απέκτησαν ποτέ ΦΟΒΟ ΘΕΟΥ. Το “βιβλίο της Ζωής” η Αγία Γραφή, γράφει: «ΑΡΧΗ ΣΟΦΙΑΣ ΦΟΒΟΣ ΚΥΡΙΟΥ». Ο σοφός επιθυμεί να ομιλεί για τον δημιουργό του. Ο ματαιόδοξος για τον εαυτό του. Ο φίλος σου κολλάει μόνο σ’ εκείνους, που του κάνουν τα κέφια και τον κολακεύουν. Μιλάει μόνο για τον εαυτό του, και θέλει να μιλάνε οι άλλοι μόνο γι’ αυτόν! Μαζεύει τις φωτογραφίες του που μπήκαν στις εφημερίδες! Και ξεχνάει ότι οι εφημερίδες βάζουν και φωτογραφίες εγκληματιών! Και διαβάζει στους άλλους γράμματα που του στέλνουν και τον εκθειάζουν. Και το αποτέλεσμα; Έγινε ανυπόφορος σ’ όλους! Όλοι τον αποφεύγουν. Γιατί θέλει όλοι γύρω του να ασχολούνται μ’ αυτόν.
Είναι αξιολύπητος άνθρωπος! ΕΧΕΙ ΑΝΑΓΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ! Γιατί αν χειροτερέψει η ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ του, θα κάμει κακό και στους άλλους αλλά και στον εαυτό του! Θύμισέ του στην κατάλληλη ευκαιρία από το βιβλίο των Παροιμιών τα λόγια του σοφού Σολομώντος: «Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης». Κάνε μαζί του έναν περίπατο στο νεκροταφείο. Και ειπέ του: «Να κάτω από τα πόδια μας είναι σαπισμένα πια τα στόματα μερικών ανθρώπων, που όσο ζούσαν μας εγκωμίαζαν!».
 
Θυμηθείτε και την εξής ιστορία της Ανατολής: 


Στην άκρη του δρόμου ήταν μία ψηλή φοινικιά. Και από κάτω της είχαν φυτρώσει αγκάθια, πολλά αγκάθια. που έφραζαν τον δρόμο. Περνούσαν από εκεί οι ταξιδιώτες. και τα αγκάθια τους τρυπούσαν και τους έγδερναν. Και αυτοί νευρίαζαν και έβριζαν τα αγκάθια Γιατί δεν βρέθηκε κανείς να τα κόψει, να μη τρυπούν τους ανθρώπους! 
Το επήραν επάνω τους τα αγκάθια! Και σήκωσαν κεφάλι στον φοίνικα! Και τον έβριζαν με καταφρόνια:

- Κρίμα στο ύψος σου! Τι σε ωφελεί, αφού κανείς δεν μιλάει για σένα! Ακούς πόσο κάθε μέρα οι άνθρωποι μιλάνε για μας. Έχομε τιμή. Συ δεν έχεις τίποτε!
 
Τότε τους απάντησε ο φοίνικας:

- Πικρή είναι η δόξα σας, όπως είσθε και σεις πικρά. Καλύτερα να μη λένε τίποτε για μένα, παρά να λένε αυτά που λένε για σας. Οι άνθρωποι μιλάνε για μένα μόνο όταν μαζεύουν τους χουρμάδες μου! Ναι, είναι αλήθεια. Αραιά μιλάνε για μένα Μα πάντοτε γεμάτοι ευχαρίστηση και ευγνωμοσύνη! 

Οι αληθινοί άνθρωποι ενδιαφέρονται, για το πως θα πάρουν καλούς καρπούς για τη ζωή τους. Και όχι πως θα ακούσουν επαίνους.
Η δόξα ακολουθεί πάντοτε τους καλούς ανθρώπους. Μπορεί βέβαια να μην ακούγεται σ’ αυτή τη ζωή. Μα σίγουρα θα φανεί στην άλλη, στην αιώνια! Γι’ αυτό και ο Χριστός, όταν έκανε ένα καλό, συνήθως έλεγε στους ευεργετηθέντες:
Προσέξτε, να μη το πείτε σε κανένα!
Το ίδιο και οι άγιοι της Εκκλησίας. Καταλάβαιναν, τι σημασία είχαν τα λόγια αυτά του Χριστού. και απέφευγαν την ανθρώπινη δόξα σαν την φωτιά!

Κάποτε μια ευγενής κυρία επήγε από την Ρώμη στην Αίγυπτο, να ιδεί τον Άγιο Αρσένιο. Και νάτη, μπροστά στον άγιο! Και άρχισε να τον εγκωμιάζει! Μα ο άγιος, μόλις άκουσε τα λόγια της, μπήκε στο κελί του γρήγορα και έκλεισε την πόρτα!

‘Ένας άλλος ασκητής, συνεπής στο Ευαγγέλιο, έλεγε:
Κάθε εγκωμιαστική λέξη που λένε για μένα, μου ανοίγει αγιάτρευτη πληγή στην ψυχή μου.

Εκείνον που θα θελήσει να διορθώσει έναν τέτοιον άνθρωπο, θα τον βοηθήσει ο Θεός! Και σένα, πίστεψέ με, θα σε βοηθήσει ο Πανάγαθος Πατέρας μας να θεραπεύσεις τον φίλο σου από την ματαιοδοξία. Μα να το ξέρεις: Δεν θα τον θεραπεύσεις εσύ. Ο Ουράνιος Ιατρός θα τον θεραπεύσει χάρις στη δική σου προσευχή.


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΧΡΙΔΟΣ

Τί σημαίνουν διάφορες εκκλησιαστικές λέξεις; - ΧΡΗΣΙΜΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ -



Τί σημαίνουν διάφορες 
εκκλησιαστικές λέξεις;

- ΧΡΗΣΙΜΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ -


 
  Άβατον: Ιερός τόπος, στον οποίο δεν μπορεί κανείς να εισέλθει. Α. Μοναστήρι είναι η Μονή στην οποία απαγορεύεται η είσοδος γυναικών και αντιθέτως, για γυναικείες Μονές, στις οποίες απαγορεύεται η είσοδος ανδρών. Α. Αγίου Όρους. Α. σε άνδρες και γυναίκες είναι και το Άγιo Βήμα των Ιερών Ναών στο οποίο πρέπει να εισέρχονται ΜΟΝΟ όσοι έχουν ειδική άδεια για να υπηρετήσουν το Λειτουργό Ιερέα. 

  Αββάς: Τίτλος, που αρχικά χρησιμοποιήθηκε στην Αίγυπτο και στη Συρία, γι’ αυτούς που εκτελούσαν χρέη πνευματικού οδηγού, όταν ο αναχωρητισμός άρχισε να μεταμορφώνεται σε κοινόβια. Αναγνωριζόταν η αγιότητα και η πείρα τους, είτε με εκλογή, είτε με φυσική αναγνώριση της αρετής τους, λόγω της μακροχρόνιας και ευλογημένης ασκήσεώς τους. Αργότερα ο όρος αντικαταστάθηκε στην πρώτη περίπτωση (εκλογή) από τη λέξη ‘ηγούμενος’. Ανάλογος της λέξεως Αββάς υπήρξε αργότερα στη Ρωσία ο όρος ‘Στάρετς’.

  Αίνοι: Καλούνται οι ψαλμοί ρμη' (148), ρμθ' (149) καί ρν' (150), όχι μόνο επειδή προτάσσεται στούς περισσότερους στίχους αυτών η λέξη ‘αινείτε’, αλλά και διότι οι τρεις αυτοί ψαλμοί είναι κατά το περιεχόμενο ένας αίνος και ένας ευχαριστήριος ύμνος στον Θεό. Στις Ιερές Μονές ψάλλονται, μόνοι ή μετά τροπαρίων, πανηγυρικά, στο τέλος του Όρθρου. Τα τροπάρια αυτά σαν εφύμνιο των στίχων των αίνων καλούνται στιχηρά των αίνων ή, κατά συνεκδοχή, ‘αίνοι’. Στους Ιερούς Ναούς των πόλεων, συνήθως, αυτοί οι ‘αίνοι’ μόνο ψάλλονται. Όταν τελεiται Όρθρος καθημερινής καί δέν ύπάρχουν τροπάρια αiνων, αναγινώσκονται ή ψάλλονται οι αίνοι (οι τρεις ψαλμοί).

  Ακηδία: Με τη στενή έννοια είναι η αμέλεια, η αφροντισιά, η αδιαφορία, η παραίτηση από κάθε πνευματική εργασία (ψαλμωδία, προσευχή, μελέτη, εκτέλεση κανόνα κ.λπ.). Με την ευρύτερη έννοια είναι η γενική ψυχοσωματική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αρνητική τοποθέτηση του ανθρώπου στη ζωή: αϋπνία, ανορεξία, απελπισία, μελαγχολία, ‘συγκεχυμένες’ σκέψεις και τάση αυτοκαταστροφής.  

  Ακροβυστία: Το τμήμα της πόσθης, του ανδρικού γεννητικού οργάνου, το οποίο κατά την περιτομή κόβεται, ή, το κομμένο τμήμα της πόσθης (βλ. Περιτομή).

  Ακροστιχίς, ίδα: Τα αρχικά γράμματα των Κοντακίων ή τών Κανόνων, ή των Ιαμβικών στίχων, που σχηματίζουν την αλφάβητο ή το όνομα του Υμνογράφου ή κάποια άλλη λέξη.

  Αλληλουάριο: Τριπλό αλληλούϊα, που ψάλλεται ως εφύμνιο βιβλικών ή ψαλμικών στίχων ή μετά το Αποστολικό Ανάγνωσμα. Όταν παρεμβάλλονται και ψάλλονται και οι δύο στίχοι που υπάρχουν (ή προβλέπονται, στούς ‘Αποστόλους’ τώω καθημερινών) μετά τον ‘Απόστολον’ των Κυριακών, ψάλλεται τρεις φορές (επί τρία).

  Αλληλούϊα: Εβραϊκή λέξη που σημαίνει ‘Αινείτε τον Θεόν’. Μπήκε στη χριστιανική λατρεία μαζί με τους ψαλμούς από την ιουδαϊκή λατρευτική πράξη. π.χ. στον Εξάψαλμο, στη Θ΄ Ώρα, στις στάσεις του Ψαλτηρίου κ.λπ. και ιδιαίτερα στις ακολουθίες της Μεγ. Τεσσαρακοστής.

  Αμαρτία: Η διακοπή των σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό, που γίνεται με λόγια, με έργα ή με τη διάνοια. Είναι η ανυπακοή του πλάσματος προς τον Πλάστη.  

  Συνέπειες της αμαρτίας: Η ρήξη ανάμεσα στον ά.νθρωπο καιί στοδν Θεό εισάγει και μια ρήξη ανάμεσα στα μέλη της ανθρώπινης κοινωνίας (αρχής γενομένης από το πρώτο ζευγάρι. Γεν. β΄, 18.23΄ γ΄, 16΄ δ΄, 8.24), αλλά και την εμφάνιση μεταξύ Θεού και ανθρώπου τρίτου προσώπου· του διαβόλου. Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και την ανθρώπινη βούληση-προαίρεση-διάθεση καταπολεμείται η αμαρτία και επανέρχεται ο άνθρωπος στην περιοχή του θείου θελήματος, λόγω της νίκης του Χριστού κατά της αμαρτίας, του διαβόλου και του κόσμου (Ιω. Ιστ΄, 33).

  Αμήν: Εβραϊκή λέξη που έμεινε αμετάφραστη και σημαίνει: ναι, βέβαια, μακάρι, σίγουρα, είθε να γίνει, γένοιτο. Όταν κανείς λέει Αμήν, διακηρύσσει ότι θεωρεί αληθινό αυτό που μόλις ειπώθηκε, έτσι ώστε να επιβεβαιώνει μια πρόταση, ή να μετέχει, με αυτή τη λέξη, σε μια προσευχή.

  Άμωμος: Ο ριη΄ (118) ψαλμός. Ονομάστηκε έτσι επειδή αρχίζει με τη λέξη «Άμωμοι εν οδώ...». Διαβάζεται στο Μεσονύκτικό, στις κηδείες και στις Παννυχίδες.

  Αναβαθμοί: Α. λέγονται οι δέκα πέντε ψαλμοί ριθ΄- ρλγ΄ (119-133) τής Π. Διαθήκης που ψάλλονταν κατά τις αναβάσεις των Ιουδαίων στην Ιερουσαλήμ σε περιπτώσεις μεγάλων εορτών. Σήμερα στη θέση των ψαλμών ψάλλονται 75 τροπάρια των αναβαθμών της Οκτωήχου, τα οποία ο υμνωδός ερρανίσθη από τους 15 ψαλμούς και ψάλλονται στον Όρθρο κάθε Κυριακής (7 ήχοι x 9 τροπάρια + ο πλ. τοy δ; χ 12 = 75 Αναβαθμοί). Οί Α. αύ- τοί άνά τρείς αποτελούν ένα άντίφωνο (7 ~χοι x 3 + ο πλ. τού δ' x 4 = 25 Αντίφωνα). Οι ωδές αυτές τών Α. ψαλλόμενες στις Εκκλησίες συμβολίζουν την ψυχική ανάταση των χριστιανών όχι στο Ναό τον επίγειο, αλλά σ’αυτόν τον αχειροποίητο Ναό του Θεού, τον Ουράνιο.

  Ανάγνωσμα: Περικοπή από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, από τις Επιστολές (ή Πράξεις) και το Ιερό Ευαγγέλιο που διαβάζεται στις Ακολουθίες της Εκκλησίας και στη Θεία Λειτουργία.

  Αναγνώστης: Κατώτερος Κληρικός, καθιερωμένος στο λειτούργημα αυτό με χειροθεσία Επισκόπου. Είναι επιφορτισμένος με την ανάγνωση των διαφόρων αναγνωσμάτων (χύμα ή έμμελώς) της Λατρείας μας.

  Ανάθεμα ή Αφορισμός: Είναι η έσχατη εκκλησιαστική ποινή σε χριστιανούς που παραποίησαν την εκκλησιαστική τους συνείδηση και βαρειά-αμετανόητα αμαρτάνουν, ή περιέπεσαν σε αίρεση. Αφορισμός ανθρώπου σημαίνει αποκοπή από το σώμα της Εκκλησίας και τη χριστιανική κοινότητα. Αίρεται μετά από ειλικρινή και έμπρακτη μετάνοια. Ανάθεμα = Εις Θεόν ανατίθημι· για την τελική από Αυτόν κρίση.

  Ανακομιδή: Η μεταφορά των λειψάνων ενός Αγίου στον τόπο ή στο Ναό του Αγίου.

  Ανάμα ή Νάμα: Το κατάλληλο κόκκινο κρασί που προσφέρεται για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας.

  Αναστασιματάριο: Μουσικό εκκλησιαστικό βιβλίο που περιέχει αναστάσιμους ύμνους από την Οκτώηχο.

  Ανάσταση νεκρών: Είναι κατ' εξοχήν χριστιανική διδασκαλία και δόγμα της πίστεώς μας. Την έκήρυξε ο Χριστός και την επιβεβαίωσε με τη δική Του Ανάσταση. Θα πραγματοποιηθεί κατά τή β΄ Παρουσία του Kυρίου. Τότε οι νεκροί θ’αναστηθούν για ν’ ακολουθήσει η τελική κρίση. Όσοι εκείνη την περίοδο θα ζουν, «εν ριπή οφθαλμού» θ’αποκτήσουν και αυτοί τα νέα αναστημένα σώματα, τα οποία θα είναι τα ίδια, με αυτοσυνειδησία ταυτόχρονα όμως θα είναι και εντελώς καινούργια (όπως του Χριστού μετά την Ανάστασή Του), φωτεινά και λαμπρά. Ο άνθρωπος τότε θα γίνει ισάγγελος, εφ’όσον στην τελική κρίση συγκαταριθμηθεί μετά των δικαίων, οπότε θα του χαριστεί η αιώνιος ζωή.

  Αναφορά: Λέγεται η θεία Ευχαριστία διότι η θυσία αναφέρεται = προσφέρεται στον Θεό. Α. ονομάζεται και το κυριότερο μέρος της Θείας Λειτουργίας: η Λειτουργία του Μυστηρίου. Αρχίζει όταν ακούγεται η εκφώνηση: «Στώμεν καλώς· στώμεν μετά φόβου· πρόσχωμεν την αγίαν Αναφοράν εν ειρήνη προσφέρειν». Τελειώνει, όταν λέγεται το: «Και έσται τα ελέη του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού μετά πάντων ύμών».

  Αντερί: Ένδυμα των Κληρικών και Μοναχών, το οποίο καλύπτει το σώμα τους πριν από το ράσο. Λέγεται και ζωστικό.

  Αντίδωρο: Μικρό τεμάχιο από το πρόσφορο που αγιάστηκε στην Προσκομιδή, ή κατ' οικονομία μπροστά στο Σώμα και Αίμα του Κυρίου κατά την ψαλμωδία του «Άξιόν έστιν...» της Θείας Λειτουργίας· προσφέρεται αντί του Δώρου. Παλαιότερα προσφερόταν μόνο σε όσους δεν κοινωνούσαν. Το τρώμε νηστικοί. Όσοι κοινωνούν το λαμβάνουν μόνοι τους και το τρώνε αμέσως για να κατέβουν μέσα τους μαζί με αυτό και τυχόν εναπομείναντες στο στόμα τους Μαργαρίτες (βλ. λέξη). 

  Αντίφωνα: Είναι τροπάρια που ψάλλονται από τους δύο χορούς στην Εκκλησία κατ’ ανταπόκριση. Δύο γνωστά αντίφωνα της Θείας Λειτουργίας είναι «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς» και «Σώσον ημάς, Υιέ Θεού, ο αναστάς εκ νεκρών, ψάλλοντάς Σοι Αλληλούϊα». Στα Α. αυτά προηγούνται στίχοι από τους ψαλμούς. Στον Όρθρο της Κυριακής μετά τα Ευλογητάρια και την Υπακοή ψάλλονται τα Α. των Αναβαθμών όπως αναλύθηκε προηγουμένως στους Αναβαθμούς (τρία Α. κάθε φορά x 3 τροπάρια), ακολουθεί το προκείμενον και αναγινώσκεται το Εωθινό Ευαγγέλιο.

  Απάθεια: Είναι η απελευθέρωση της ψυχής από την έλξη των παθών, η αποδέσμευση από την αμαρτία. Είναι δωρεά του Θεού στον άνθρωπο που αγωνίζεται φιλοπόνως με νηστεία, προσευχή, αγρυπνία, σιωπή και ιδιαιτέρως με την ταπεινοφροσύνη.

  Απαρχές: Μικρές ποσότητες από τους πρώτους, καλύτερους, καρπούς των προϊόντων της γης, οι οποίοι προσφέρονται σαν δώρο ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας στον Θεό. Η αφιέρωση στον Θεό των πρώτων καρπών εξαγιάζει όλη τη συγκομιδή, γιατί το μέρος αντιστοιχεί στο όλο (Ρωμ.ια΄, 16). Η προσφορά των πρωτοτόκων, των ζώων και των ανθρώπων, δηλ. «παν διανοίγον μήτραν» είναι μία ειδική εφαρμογή του νόμου για τις απαρχές (Εξ. Κβ΄, 28 εξ.). Στίς 6 Αυγούστου προσφέρονται και ευλογούνται στους Ναούς τα σταφύλια, στις 14 Σεπτεμβρίου οι σπόροι, το Πάσχα το τυρί και τα αυγά κ.λπ.

  Απόστιχα: ή «από στίχου» ή «τα του στίχου» είναι τροπάρια που ψάλλονται στον Εσπερινό μετά τα Πληρωτικά και στον Όρθρο καθημερινής προ της απολύσεως (όταν διαβάζονται οι ψαλμοί των Αίνων). Οι στίχοι που προηγούνται στα διάφορα τροπάρια διαφέρουν σε ποσότητα και ποιότητα. Των Α. οι στίχοι είναι συνήθως κατ' έκλογήν, ενώ των στιχηρών τροπαρίων οι στίχοι είναι κατά συνέχεια από τον στιχολογούμενο ψαλμό. Τα Α. διακρίνονται: Σε Αναστάσιμα (αναφερόμενα στην Ανάσταση του Kυρίου), σε Σταυρώσιμα (στα πάθη και στο Σταυρό του Κυρίου), σε Αποστολικά (στους Αποστόλους), σε Μαρτυρικά, Νεκρώσιμα και Κατανυκτικά (που αναφέρονται στις μετά κατανύξεως δεήσεις μας).

  Αποστολικές Διαταγές: Κανονικολειτουργική συλλογή του Δ' αιώνα. Είναι κείμενο ψευδεπίγραφο (βλ. λέξη).

  Αποστολικοί Πατέρες: Λέγονται οι Επίσκοποι και oι Εκκλησιαστικοί συγγραφεiς του Α΄ καί Β΄ μ.Χ. αιώνα. Τρεις είναι οι κυρίως Α.Π., διάδοχοι των Αποστόλων: Ο Κλήμης επίσκοπος Ρώμης (†101), ο Πολύκαρπος επίσκοπος Σμύρνης († 156) και ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος επίσκοπος Αντιοχείας († 113). Άλλοι Α.Π. είναι ο Παπίας, ο Βαρνάβας, ο Ερμάς και ο Φιλόθεος Βρυένιος. Οι περισσότεροι υπήρξαν συγγραφείς «λόγω περιστάσεων».  

  Αρτοκλασία: Αγιαστική πράξη και τελετή ευλογίας των βασικών προϊόντων της γης (σίτου, οίνου και ελαίου) σ’ανάμνηση της ευλογίας των πέντε άρτων από τον Χριστό (Ματ.ιδ΄,19-20). Οι πιστοί προσφέρουν τα δώρα τους στον Χριστό και η Εκκλησία Του τα ευλογεί και εύχεται για την πλούσια καρποφορία τους στούς εορτάζοντες και σ’όλο τον κόσμο από τον Θεό που «ευλογεί, αγιάζει και τρέφει τα σύμπαντα». Στον Εσπερινό τελείται πριν από τα Απόστιχα και στον Όρθρο μετά τη Δοξολογία.

  Αρχή (βάζω αρχή): Η ανανέωση της αποφάσεως του πιστού για την εφαρμογή του θείου θελήματος με περισσότερη συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του, μετά από κάθε πτώση ή χαλάρωση του ζήλου και της αγωνιστικότητάς του.

  Βάπτισμα: Το πρώτο και βασικό ιερό Μυστήριο της Εκκλησίας, με το οποίο ο άνθρωπος απαλλάσσεται από την ενοχή του προπατορικού αμαρτήματος και γίνεται μέλος της Εκκλησίας του Χριστού. ‘Σύμφυτος’ με το θάνατο, την ταφή και την Ανάσταση του Σωτήρα (Ρωμ. στ΄, 3, 4΄Κολ. Β΄, 12). Πραγματοποιείται με την τριπλή κατάδυση και ανάδυση στο αγιασμένο νερό της κολυμβήθρας ή του βαπτιστηρίου στο όνομα της Αγίας Τριάδος. (Η κατάδυση συμβολίζει το θάνατο και την ταφή του Χριστού και η ανάδυση την ανάσταση μαζί Του). Με το βάπτισμα ο πιστός γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος (Α΄ Κορ. στ; 19), το θετό παιδί του Πατέρα (Γαλ. δ΄, 5 καί εξ.), ο αδελφός και συγκληρονόμος του Χριστού, που ζει από τη ζωή του Χριστού και μέλλει να μοιραστεί τη δόξα Του (Ρωμ.η΄, 2.9.10.17΄ Εφ. β΄, 6). Το όνομα στο παιδί δίνεται, (πρέπει να δίνεται), την όγδοη ημέρα από τη γέννησή του. Το βάπτισμα ανάγκης, (το αεροβάπτισμα), γίνεται στον αέρα, όταν το παιδί κινδυνεύει να πεθάνει. Υψώνεται τρίς στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ενώ προηγουμένως έχουμε πει: βαπτίζεται ο δούλος του Θεού τάδε. Τελείται από κάθε πιστό άνδρα ή γυναίκα.  

  Βασκανία: Το μάτιασμα του ολιγόπιστου από ανθρώπους οι οποίοι επηρεάζουν με λόγια, με έργα ή με τη σκέψη τούς συνανθρώπους τους, επικαλούμενοι αντίθεες-σατανικές δυνάμεις. Η Εκκλησία παραδέχεται τη δυνατότητα αυτών των ανθρώπων να βασκάνουν συνανθρώπους τους, έχει ειδική ευχή την οποία διαβάζουν οι Ιερείς (δεν είναι καλό να διαβάζεται από λαϊκούς) και τονίζει ότι όσοι μετέχουν στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας (Εξομολόγηση-Θεία Κοινωνία) δεν προσβάλλονται, διότι είναι δυνατοί· τους προστατεύει ο παντοδύναμος Θεός (μόνο οι αδύνατοι οργανισμοί προσβάλλονται σέ περίπτωση επιδημίας π.χ. γρίππης).

  Βεελζεβούλ: Είναι ο σατανάς, ο διάβολος.

  Βήλον: Το βυσσινί ή κεραμιδί υφασμάτινο καταπέτασμα (ή αυλαία) που κρέμεται στην Ωραία Πύλη του Ιερού και χωρίζει μαζί με τα βημόθυρα το Άγιο Βήμα από τον κυρίως Ναό.

  Βημόθυρα: Oι δύο σκαλιστές και πολλές φορές εικονογραφημένες πόρτες της Ωραίας Πύλης.

  Γάμος: Τελετουργική πράξη κατά την οποία η Εκκλησία παρέχει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος στους νυμφευομένους. Είναι ένα από τα επτά Μυστήρια της Εκκλησίας μας και τελείται μαζί με τη μνηστεία (τους αρραβώνες). Παλαιότερα ήταν συνδεδεμένος μαζί με τη Θεία Λειτουργία. Σκοπός του είναι η πνευματική ολοκλήρωση των συζύγων (γεγονός που οδηγεί στη σωτηρία) και η τεκνογονία. Για τους πιστούς ο γάμος είναι «μέγα μυστήριον εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν» (Εφ.ε΄, 12). Η σχέση Εκκλησίας και Χριστού αποτελεί ζωντανό παράδειγμα υποταγής και αγάπης, που πρέπει να μιμούνται οι σύζυγοι. Για τη σύναψη Γ. δεν πρέπει να υπάρχουν κωλύματα (συγγενείας κ.λπ.), διότι αυτά τον εμποδίζουν. Η διάλυσή του είναι σοβαρή παράβαση με πολλές συνέπειες· «ο ουν ο Θεός συνέζευξεν άνθρωπος μη χωριζέτω» (Μαρ.ι΄, 9). Γι’ αυτό πριν φθάσει κανείς στο γάμο πρέπει να γνωρίσει καλά τι άνθρωπο παίρνει και τι υποχρεώσεις αναλαμβάνει. Η Εκκλησία επιτρέπει τη διάλυσή του, χωρίς και να την επιβάλλει, μόνο για λόγους μοιχείας. «Κατ' οικονομία», αργότερα, δέχθηκε και άλλους λόγους που πρότεινε το κράτος.

  Γενέθλιος ημέρα: Είναι η ημέρα μαρτυρίου ή κοιμήσεως ενός Αγίου. Είναι ημέρα εισόδου του στην Ουράνιο Βασιλεία-Εκκλησία. Οι Ορθόδοξοι αυτά τα γενέθλια εορτάζουμε που συμπίπτουν με την ονομαστική μας εορτή, την εορτή του Αγίου μας που φέρουμε το όνομά του. Οι Προτεστάντες που δεν έχουν Αγίους εορτάζουν και τιμούν ανθρωποκεντρικά την ημέρα γεννήσεώς τους σ’ αυτό τον κόσμο. Εμείς ζούμε και εορτάζουμε θεανθρωποκεντρικά.

  Γιαχβέ: Εβραϊκή ονομασία του Θεού την οποία έδωσε στον εαυτό Του ο ίδιος ο Θεός (Εξ. γ΄,13-15· λδ΄,6 εξ.). Την αποκάλυψε στο Μωϋσή μέσα στην έρημο και στην οδύνη της εξορίας.

  Γονυκλισία: Ευλαβική στάση με κάμψη των γονάτων κατά την ώρα της προσευχής, σε ένδειξη ταπεινώσεως, μετανοίας και συντριβής μπροστά στον Θεό. Και ο Κύριος «θεις τα γόνατα προσηύχετο» (Λουκ. Κβ΄,41). Γενική Γ. στην Εκκλησία γίνεται στον Εσπερινό της Πεντηκοστής (επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος). Δε γίνεται Γ. από το Εσπέρας του Σαββάτου μέχρι το εσπέρας της Κυριακής και την περίοδο του Πεντηκοσταρίου. Βλ. και σελ. 186 (περί γονυκλισίας).  

  Δαίμονες: Ήσαν κάποτε το δέκατο τάγμα των Αγγέλων. Εξ αιτίας του αρχηγού τους Εωσφόρου (=ο φέρων την έω, την αυγή) εξέπεσαν της ιδιότητάς τους και κατέστησαν πονηρά πνεύματα, λόγω αλαζονείας και εωσφορικής υπερηφανείας. Ο Εωσφόρος ή Διάβολος ή Σατανάς έκτοτε και οι δαίμονές του, μετά την πτώση του ανθρώπου, αντιμάχονται το έργο του Θεού και εχθρεύονται από καταβολής κόσμου τον άνθρωπο. Σαν πνευματικές υπάρξεις διαθέτουν μεγαλύτερες ικανότητες από τον άνθρωπο και επηρεάζουν το λογισμό του (τη σκέψη του), οδηγώντας τον στην αμαρτία, στην απελπισία, στην απώλεια. Όποιος όμως μετέχει στα Μυστήρια της Εκκλησίας (Εξομολόγηση και Θ. Κοινωνία) εξουδετερώνει τις επιδράσεις ή επιθέσεις των Δ. χάρη στο απολυτρωτικό έργο του Χριστού, το Σταυρό και την Ανάστασή Του. Διότι ο Χριστός με την επίγεια ζωή και το έργο Του, αντιμετωπίζει προσωπικά το Σατανά και τον νικά (Ματ. δ΄ 11) μαζί με τους δαίμονες, που εξουσιάζουν την αμαρτωλή ανθρωπότητα, και τους νικά στο δικό τους χώρο. Αυτό είναι το νόημα των πολυαρίθμων επεισοδίων με τους δαιμονιζομένους. Αντιμετωπίζοντας την ασθένεια (των δαιμονισμένων) αντιμετωπίζει και θριαμβεύει πάνω στο Σατανά. Όμως ο αγώνας κατά του διαβόλου και των δαιμόνων θα τελειώσει, σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο, με την τελευταία πράξη της «ιστορίας της σωτηρίας», την «Ημέρα του Κυρίου» (Α΄ Κορ. ιε΄, 24-28).

  Δέκα εντολές: Είναι ο πρώτος γραπτός νόμος του Θεού που δόθηκε στο Μωυσή, στο όρος Σινά, τρεις μήνες μετά την έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο. Λεπτομέρειες υπάρχουν στα ιθ΄ και κ΄ κεφάλαια της Εξόδου.

  Εντολή 1η: Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου· ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού (κ' 2-3).  

  2η: Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα ου προσκυνήσεις αυτοίς, ουδέ μη λατρεύσεις αυτοίς (στιχ. 4-5).  
  3η: Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω· ου γαρ μη καθαρίση Κύριος ο Θεός σου τον λαμβάνοντα το όνομα αυτού επί ματαίω (στιχ.7).

  4η: Μνήσθητι την ημέραν των σαββάτων αγιάζειν αυτήν· εξ ημέρας έργα και ποιήσεις πάντα τα έργα σου· τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω τω Θεώ σου· ου ποιήσεις εν αυτή παν έργον (στίχ. 8-10).

  5η: Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα ευ σοι γένηται και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης της αγαθής, ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι (στίχ. 12).

  6η: Ου μοιχεύσεις (στίχ. 13).

  7η: Ου κλέψεις (στίχ. 14).

  8η: Ου φονεύσεις (στίχ. 15).

  9η: Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή (στίχ. 16).

  10η: Ουκ επιθυμήσεις όσα τω πλησίον σου εστί (στίχ. 17).

  Δεσποτικές εορτές: Oι εορτές που είναι αφιερωμένες στο πρόσωπο του Δεσπότου Χριστού.

  Διάκριση: Η ενέργεια του να διακρίνω, να ξεχωρίζω το ένα από το άλλο, σαν προτιμότερο ή καταλληλότερο για την περίσταση· το χάρισμα του διακρίνειν ή προφητεύειν. Είναι καρπός της βαθειάς ταπεινώσεως και της απάθειας. Προϋποθέσεις για την απόκτησή της: η γνώση του νόμου του Θεού (γραπτού και παραδόσεως), η ορθή δογματική συνείδηση και η προσωπική πνευματική εμπειρία, σέ συνδυασμό με την υποταγή σε πνευματικό οδηγό.

  Δίπτυχο: Απλό ή επισημότερο χαρτί διπλωμένο στη μέση, όπου γράφονται, στη γενική πτώση, τα ονόματα ζώντων (αριστερά) καί τεθνεώτων (δεξιά). Το δίνουμε μαζί ή χωρίς Πρόσφορο στον Εσπερινό του Σαββάτου συνήθως (ή άλλης μεγάλης εορτής) στους Ιερούς Ναούς, για να μνημονεύσει ο Ιερέας τα ονόματα στην Ιερά Προσκομιδή.

  Διωγμοί: Οι διώξεις, τα μαρτύρια και οι θάνατοι των Χριστιανών από ειδωλολάτρες ή αλλοθρήσκους Βασιλείς και άρχοντες. Το μυστήριο του διωγμού διακρίνεται από το μυστήριο του πόνου. Ο πόνος αποτελεί πρόβλημα που κτυπάει όλους τους ανθρώπους, ακόμη και τους δίκαιους. Ο διωγμός χτυπάει τους δίκαιους, επειδή είναι δίκαιοι.

  Δοξαστικό: Το ιδιόμελο τροπάριο, στο οποίο προηγείται o στίχος «Δόξα Πατρί...». Στον Εσπερινό ψάλλεται μετά τα Εσπέρια και τα Απόστιχα. Στον Όρθρο ψάλλεται στη Λιτή και, στους «Αίνους» ή στα Απόστιχα. Εωθινό Δ. ονομάζεται το δοξαστικό τροπάριο των «Αίνων», που έχει θέμα το αντίστοιχο ευαγγελικό ανάγνωσμα από τα ένδεκα εωθινά Ευαγγέλια.

   Δωδεκάορτο: Οι δώδεκα Δεσποτικές εορτές που αναφέρονται στα σπουδαιότερα γεγονότα της ζωής του Κυρίου. Βλ. σελ. 146.

  Δωρεά: Πίσω από κάθε Δ. η Αγία Γραφή μας διδάσκει να αναγνωρίζουμε μια θεϊκή πρωτοβουλία· «Πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθέν εστι καταβαίνον εκ σου του Πατρός των φώτων» (Ιάκ.α΄ 17). Συνεπώς ο ανθρώπινος εγωισμός σφάλλει όταν ισχυρίζεται ότι προηγείται της χάρης του Θεού. Όταν o άνθρωπος αποδέχεται τη θεϊκή αυτή πρωτοβουλία γίνεται ικανός για μια μεγαλύτερη γενναιοδωρία από τον Θεό και έτσι καλείται με τη σειρά του ν' ασκήσει και αυτός τη δωρεά (Α΄Ιω. γ΄, 16). «Ό,τι καλό έχεις ή επιτυγχάνεις να το αποδίδεις στον Θεό» (Γέροντας Παΐσιος).

  Εβδομάδα: Η περίοδος των επτά ημερών που, ολόκληρο το χρόνο, αρχίζουν από Δευτέρα και τελειώνουν την Κυριακή. Εξαίρεση του κανόνα αυτού αποτελεί η περίοδος που αρχίζει την Κυριακή του Πάσχα και τελειώνει την Κυριακή της Πεντηκοστής. Σ’ αυτό το διάστημα η εβδομάδα αρχίζει την Κυριακή. Μ’ αυτό τον τρόπο αριθμούνται οι ημέρες, οι Κυριακές και οι εβδομάδες στο «Ευαγγέλιο», που χρησιμοποιείται στους Ι.Ναούς για την ανάγνωση κάθε ημέρα των περικοπών.

  Εισοδικό: Το τροπάριο που ψάλλεται στα συλλείτουργα μετά το «Σοφία ορθοί», στη μικρή Είσοδο.

  Είσοδος: Μικρά: Η μεταφορά του Ευαγγελίου διά μέσου του Ναού στην Αγία Τράπεζα, κατά την ώρα της ψαλμωδίας του γ΄ Αντιφώνου.

  Μεγάλη: Η μεταφορά των προσκομισθέντων τιμίων Δώρων από την Προσκομιδή στην Αγία Τράπεζα, κατά τη διάρκεια του Χερουβικού Ύμνου.  

  Εκφώνησις: Η τελευταία φράση μιας λειτουργικής ευχής που λέγεται σε εμμελή απαγγελία. Το κυρίως μέρος της ευχής λέγεται χύμα, είτε μυστικώς, είτε χαμηλόφωνα, είτε εκφώνως (δυνατά).

  Εορτολόγιο: Ο ετήσιος κύκλος των χριστιανικών εορτών που αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου. Περιλαμβάνει τις κινητές και ακίνητες εορτές.

  Ευδοκία: Είναι η καλή διάθεση, η επιδοκιμασία, η εύνοια, η πλήρης ευαρέσκεια. Ό,τι έγινε, γίνεται και θα γίνει, λαμβάνει χώρα είτε «κατ' ευδοκία Θεού» είτε «κατά παραχώρησή Του». Στην «ευδοκία» ενεργεί ο Θεός «επηρεασμένος» από την υπακοή του ανθρώπου, ενώ στην «παραχώρηση» ο Θεός υποχωρεί, επειδή «Τον επηρεάζει» το θέλημα του ανθρώπου (ο εγωϊσμός του). Ό,τι κάνει ο άνθρωπος «κατ’ ευδοκία Θεού» τον αγιάζει και τον οδηγεί στη σωτηρία. Ό,τι κάνει «κατά παραχώρηση του Θεού» τον οδηγεί στη δοκιμασία ή στην απώλεια της σωτηρίας του, εάν δεν μετανοήσει.

  Ευλογία: Η έκφραση ευχής ή καλού λόγου (εύ + λόγος) σ’ αντίθεση προς τον κακό λόγο, την κατάρα. Πρόκειται για την τελευταία ορατή χειρονομία του Χριστού πάνω στη γη, αυτή που αφήνει στην Εκκλησία Του, το δώρο της ευλογίας Του (Λκ. Κδ΄, 50). Γι’ αυτό προφανώς αργότερα και ο Απ.Παύλος μας συμβουλεύει: «Ευλογείτε και μη καταράσθε» (Ρωμ. ιβ΄,14). Η Ε. προέρχεται από τον Θεό, ή τους ανθρώπους και δέχονται την Ε., ο Θεός, οι άνθρωποι, ή άλογη και η άψυχη φύση. Ο άνθρωπος ευλογεί τον Θεό με την έννοια του υμνείν, του δοξολογείν και του μακαρίζειν τον Θεό. Η Ε. έχει μεγάλη δύναμη και επίδραση· φέρει χαρά, ευτυχία, επάρκεια, γονιμότητα, ενώ η κατάρα στέρηση, δυστυχία, συμφορά. Στη Θεία Λειτουργία η Ε. του Θεού μεταδίδεται στους πιστούς από το Λειτουργό με τη σταυροειδή κίνηση του χεριού ή του σταυρού ευλογίας. Το ζητούμενο στη ζωή του πιστού είναι η Ε. του Θεού, που εξασφαλίζεται με την ταπεινή εκτέλεση του θελήματός Του. Ο ευλογημένος άνθρωπος αποκαλύπτει την ανεξάντλητη μεγαλοδωρία του Θεού και τις αναφαίρετες δωρεές του Αγίου Πνεύματος.  

  Ευλογία: λέγεται και η Προσφορά, το Αντίδωρο και ό,τι κανείς προσφέρει με τέτοια διάθεση.

  Ευσέβεια: Η Ε. θεωρείται από τους σύγχρονους μας σαν μία πιστότητα και ακρίβεια στην εκτέλεση των θρησκευτικών μας καθηκόντων, που συχνά περιορίζονται στις ασκήσεις ευσέβειας και μάλιστα ορισμένες ημέρες και ώρες του 24ώρου. Στην Αγία Γραφή η Ε. ακτινοβολεί περισσότερο: περιλαμβάνει ακόμη τις σχέσεις του ανθρώπου με τους συνανθρώπους του. Ο Χριστός είναι ο κατ’ εξοχήν «ευσεβής» ως εκτελών πάντοτε το θέλημα του Πατρός και στο πρόσωπό Του η Ε. του Χριστιανού βρίσκει την πηγή και το πρότυπό της. Αυτόν μιμούνται τα πρόσωπα που αναφέρονται στα χωρία (Λουκ. Β΄,25· Πράξ. β΄, 5· ι΄, 2· κβ΄, 12 και η΄, 2), η λατρεία τους εμπνέεται από υιϊκό πνεύμα προς τον Θεό (Γαλ. δ΄, 6) και η δικαιοσύνη τους είναι «πίστις δι' αγάπης ενεργουμένη» (Γαλ. ε΄, 6). Τέτοια είναι η αληθινή χριστιανική Ε. και έχει δύο χαρακτηριστικά: Πρώτον, ελευθερώνει τον πιστό από την αγάπη προς το χρήμα (η ψεύτικη Ε. είναι άπληστη στο κέρδος) και δεύτερον, δίνει τη δύναμη να υπομένει ο άνθρωπος τους διωγμούς (ειρωνείες, πιέσεις, διώξεις κ.λπ.), που είναι o κλήρος αυτών που θέλουν να ζήσουν ευσεβώς (Β΄ Τιμ. γ΄, 12). Έτσι ο αληθινά ευσεβής Χριστιανός μιμείται τον Χριστό και έτσι αποκαλύπτει στους αδελφούς του το πρόσωπο του ουρανίου Πατέρα μας.

  Ημερολογίο: Το 44 π.Χ. άρχισε να ισχύει το Ιουλιανό Ημερολόγιο. Βάσει αυτού η Α΄ Οικ. Σύνοδος καθόρισε τον εορτασμό του Πάσχα. Το ΙΣΤ΄ αι. καθιερώθηκε το Γρηγοριανό Η., από τον Πάπα Γρηγόριο τον ΙΓ΄ το οποίο σταδιακά υιοθετήθηκε από τα διάφορα κράτη. Το νέο Η., η Ελλάδα το καθιέρωσε το 1923 και η Εκκλησία της Ελλάδας το Μάρτιο του 1924. Ένα τμήμα του πληρώματος της Εκκλησίας παρέμεινε πιστό στο παλαιό Η., το Ιουλιανό. Αυτοί είναι οι λεγόμενοι παλαιοημερολογίτες, οι οποίοι δεν έχουν «κοινωνίαν» με καμμία Αυτοκέφαλη Εκκλησία, ενώ θα μπορούσαν νά έχουν, όπως έχει το Άγιον Όρος, το οποίο, παρ’ότι ακολουθεί το παλαιό ημερολόγιο, «κοινωνεί» και με την Ελληνική και με τις λοιπές Ορθόδοξες Εκκλησίες. Το χειρότερο όμως με τους παλαιοημερολογίτες είναι ότι και μεταξύ τους δεν έχουν «κοινωνίαν», εφ’όσον έχουν τεμαχιστεί σε πολλές αυτοκέφαλες παρατάξεις, μερικές από τις οποίες έχουν αλληλοαφοριστεί και επιπλέον έχουν ένα φανατισμό ξένο προς το πνεύμα της Ορθοδοξίας για ένα ζήτημα μάλιστα (της διαφοράς των 13 ημερών), το οποίο δεν είναι δογματικό.

  Θάνατος: Το φαινόμενο του χωρισμού της ψυχής από το σώμα. Υπάρχει και ο λεγόμενος «θάνατος» της ψυχής, που σημαίνει χωρισμό του ανθρώπου από τον Θεό. Ο Θ. είναι συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος, διότι ο άνθρωπος, που δημιουργήθηκε με τη δυνατότητα της αθανασίας, σταδιακά θα την αποκτούσε, εάν δεν παρήκουε την εντολή του Θεού, οπότε δε θα γνώριζε θάνατο. Έτσι, μόνος του απομακρύνθηκε από το φως της Ζωής και ζούσε στο σκοτάδι του θανάτου, στον πόνο, στο μόχθο, στη φθορά. Εάν ζούσε επ’άπειρον (και δεν πέθαινε), η ζωή του μ’αυτές τις συνθήκες θά ήταν κυριολεκτικά ένα μαρτύριο και μιά αιώνια καταδίκη. Γι’αυτό ο θάνατος θεωρείται και είναι ευεργεσία του Θεού στον άνθρωπο. Μετά την Ανάσταση του Χριστού ο Θ. ονομάζεται ύπνος· κάποια ημέρα όλοι oι κεκοιμημένοι (oι νεκροί) θα ξυπνήσουν (βλ. Ανάσταση τών νεκρών).

   Θέλημα: Eίναι η βουλητική δύναμη της ψυχής μας ή το αντικείμενο στο οποίο συγκεντρώνεται η βούλησή μας. Η ελεύιθερη βούληση είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του «κατ’εικόνα» που, μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, υποδουλώθηκε στο διάβολο. Μετά την απόλυτη όμως υποταγή του ανθρώπινου θελήματος του Θεανθρώπου στο θέλημα του Πατρός, αποκαταστάθηκε η «πεπτωκυΐα» βούληση στο «κατά φύσιν». Από τότε η συμφωνία της ανθρώπινης βουλήσεως με το θέλημα του Θεού «εν Χριστώ», απελευθερώνει τον άνθρωπο από τα δεσμά του διαβόλου και της διεστραμμένης ελευθερίας του. Η Πατερική πείρα χαρακτήρισε το θέλημα του μεταπτωτικού ανθρώπου, σαν χάλκινο τείχος που χωρίζει τον άνθρωπο από τον Θεό και τον αγώνα (του ανθρώπου) για την εκκοπή του ιδίου θελήματος, σαν μαρτύριο και σταυρό. Ο αγώνας αυτός αποτελεί βασικό στοιχείο της ορθόδοξης πνευματικότητας. Διότι όταν κανείς ικανοποιεί το θέλημά του, αρχικά απολαμβάνει την τέρψη της ηδονής, η οποία όμως είναι εφήμερη, παραπλανητική και καταλήγει γρήγορα σε απογοήτευση και πίκρα. Γι’ αυτό και η εκκοπή του θελήματος αξιολογείται περισσότερο από τη νηστεία και την προσευχή, oι οποίες χωρίς την υπακοή αυξάνουν τον εγωκεντρισμό και ενισχύουν τη φιλαυτία. Αυτός που επιμένει στο θέλημά του έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό του και δεν μπορεί να γνωρίσει το θέλημα του Θεού. «Εάν συνταιριαστεί το δικαίωμα με το θέλημα είναι θάνατος, μεγάλος κίνδυνος, μεγάλος φόβος. Τότε πέφτει εντελώς ο άθλιος άνθρωπος».

  Θεομητορική εορτή: Οι εορτές που είναι αφιερωμένες στο πρόσωπο της Θεομήτορος, της Παναγίας: Γενέσιο, Εισόδια, Ευαγγελισμός, Υπαπαντή, Σύλληψη Αγίας Άννης, Κοίμηση.

  Θεοτοκάριο: Λειτουργικό βιβλίο που περιέχει 56 ασματικούς κανόνες στους οκτώ ήχους, αφιερωμένους στή Θεοτόκο. Ψάλλονται συνήθως στα Μοναστήρια μετά τον Εσπερινό, κάθε ημέρα (εκτός Μ. Εβδομάδας, Διακαινησίμου και Δωδεκαημέρου).

  Θεοτοκίο: Τροπάριο που εγκωμιάζει τη Θεοτόκο και κατακλείει τις ομάδες των τροπαρίων ή τις ωδές των κανόνων με στίχο το «Και νυν και αεί...».

  Θρησκόληπτος: Είναι αυτός που έχει αρρωστημένες θρησκευτικές αντιλήψεις. Παρουσιάζει προσκόλληση σε τύπους και φανατισμό. Όταν προχωρήσει το κακό γίνεται ψυχική αρρώστεια, η οποία ονομάζεται «θρησκοληψία».

  Ιεροπραξία: Είναι κάθε αγιαστική πράξη (τελετή ή ευχή) του Κληρικού που γίνεται κατά την άσκηση του έργου της Λατρείας ή βάσει του Ευχολογίου. Η πράξη αυτή προσλαμβάνει χαρακτήρα μυστηριακό ή συμβολικό και με ορατό σημείο (τη συγκεκριμένη αγιαστική πράξη), η αόρατη χάρη του Θεού κοινωνείται από τον πιστό («εκχεώ από του Πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα» Πρ.β΄, 17). Με τη στενή έννοια οι αγιαστικές πράξεις διακρίνονται των Μυστηρίων κατά το ότι με τα τελευταία που είναι θεοσύστατα, τα δώρα του Αγίου Πνεύματος παρέχονται ασφαλώς και με τη μαρτυρία της Εκκλησίας. Ενώ οι αγιαστικές πράξεις, που έχουν συσταθεί από την Εκκλησία, είναι, γενικά, προαιρετικές και oι περισσότερες έχουν ιδιωτικό χαρακτήρα, σε αντίθεση με τα Μυστήρια.

Απαρίθμηση αγιαστικών πράξεων - ιεροπραξιών.
α. Καθιέρωση και ευλογία τόπων, στοιχείων και αντικειμένων λατρείας:
Εγκαίνια Ναού, καθιερώσεις Αντιμηνσίου, Εικόνων, Σκευών λατρείας, μεγάλος και μικρός Αγιασμός, Λειτουργικές ευλογίες σίτου, οίνου και ελαίου, ή καρπών, βαΐων κ.λπ.
β. Λειτουργικός αγιασμός των πιστών:
Συμμετοχή στις καθημερινές ακολουθίες των Ιερών Ναών (Εσπερινού-Όρθρου ή Παρακλήσεων), συμμετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας -κυρίως Εξομολόγηση και Θ. Κοινωνία- αλλά και στα λοιπά Μυστήρια, επιδίωξη συμμετοχής σε χειροθεσίες, οφφικιακές ευλογίες, μυστήρια ιερωσύνης, γάμου, σε μοναχικές αφιερώσεις κ.λπ.
γ. Ιδιωτικός αγιασμός της ζωής του χριστιανού. Η Εκκλησία εκχέει την ευλογία του Θεού στο σύνολο της ιδιωτικής, οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής του πιστού: Ευλογεί οίκους, οχήματα, αγρούς, ποίμνια, συγκομιδές, δέντρα, καρπούς. Προστατεύει τη ζωή των χριστιανών από κάθε δαιμονική επίδραση, εξορκίζει τους δαιμονισμένους, εξαγνίζει τόπους και ό,τι ακάθαρτο.
Απευθύνει προς τον Θεό προσευχές για κάθε περίσταση ή ανάγκη του πιστού: έναρξη κάθε εργασίας ή σπουδών, για ασθενείς, ταξιδεύοντες, κατά των πλημμυρών, σεισμών, χαλάζης, υπέρ των κεκοιμημένων κ.λπ.
Η ιεροπραξία με την οποία τελούνται τα Μυστήρια της Εκκλησίας λέγεται Ιερουργία ή Ιεροτελεστία.
Η ιεροπραξία με την οποία ο Επίσκοπος διά της επιθέσεως της χειρός στην κεφαλή προχειρίζει τον πιστό σε εκκλησιαστικό αξίωμα κατωτέρας τάξεως (Αναγνώστου, Ψάλτου, Υποδιακόνου κ.λπ.) λέγεται Χειροθεσία (τελείται έξω του ιερού Βήματος).
Η ιεροτελεστία με την οποία ο Επίσκοπος διά της επιθέσεως της χειρός στην κεφαλή προχειρίζει τον χειροτονούμενο, σε ένα από τους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης λέγεται Χειροτονία.

 
  Καθαγίασις: Η μεταβολή σε άγιο κάποιου αντικειμένου. Ειδικώτερα Κ. λέγεται η μεταβολή των τιμίων Δώρων σε Σώμα και Αίμα του Χριστού κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας.

  Καθαίρεσις: Η μεγαλύτερη ποινή που επιβάλλεται στους κληρικούς των τριών βαθμών. Ο τιμωρούμενος επανέρχεται στην τάξη από την οποία προήλθε (λαϊκός ή μοναχός).

  Κάθισμα: Του Ψαλτηρίου. -Τροπάριο που ψάλλεται μετά την ανάγνωση (ή μη) του Ψαλτηρίου κατά τη διάρκεια του οποίου ο λαός κάθεται. Κ. υπάρχει και μετά την γ΄Ωδή. Τα Κ. είναι ποικίλου περιεχομένου.
-Το ερημητήριο του Μοναχού στο οποίο ασκείται αυστηρότεοα.
-Το εξάρτημα μιας Μονής έξω από τη Μονή, που έχει και Ι.Ναό.


  Κανίον: Δοχείο με ροδόσταγμα για ραντισμό των εικόνων, του επιταφίου κ.λπ.

  Κανόνας: Κ. της Αγίας Γραφής: Η συλλογή ή ο κατάλογος των βιβλίων της Π. και Κ. Διαθήκης που αναγνωρίστηκαν από την Εκκλησία σαν θεόπνευστα, αυθεντικά και γνήσια.

  Κ. είναι και ο εκκλησιαστικός ύμνος που αποτελείται από 8 ή 9 Ωδές.

  Κ. λέγεται και η ιδιωτική προσευχή που γίνεται με κομποσχοίνι επί πλέον της κανονικής, μετά την πρωϊνή (Προοιμιακή και Μεσονυκτικό) η βραδυνή (Απόδειπνο). Περιλαμβάνει την επανάληψη της ευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό» και μετάνοιες, τις οποίες θέτει και ρυθμίζει ο Πνευματικός.

  Κάρα: Τα οστά της κεφαλής ενός Αγίου.  

  Καρκινική επιγραφή: Η επιγραφή που διαβάζεται και από τις δύο πλευρές όμοια, π.χ. ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ.

  Κατακλαστόν: Το τεμάχιο του πρόσφορου της Προσκομιδής, από το οποίο ο Λειτουργός εξάγει τις μερίδες ζώντων και τεθνεώτων. Παλαιότερα Κ. ονομαζόταν το αντίδωρο, λόγω ετυμολογίας· κατακλάω = τσακίζω, κόβω σε μικρά τεμάχια. Σήμερα Κ. λέγεται και το τεμάχιο του προσφόρου, το οποίο εμποτίζεται στο νάμα και το τρώγουν μετά τη θεία Μετάληψη οι Κληρικοί εντός του Ιερού (παλαιότερα εδίδετο και στους λαϊκούς).

  Κατάκριση: Το να κατηγορεί κανείς το συγκεκριμένο άνθρωπο λέγοντας ότι αυτός είναι π.χ. ψεύστης ή πόρνος κ.λπ.

  Καταλαλιά: Το να διαδίδει κανείς με λόγια τις αμαρτίες και τα σφάλματα του πλησίον του και να λέει ότι ο τάδε είπε π.χ. ψέματα, πόρνευσε κ.λπ.

  Κατάλυση: Κατάργηση της νηστείας σύμφωνα με το τυπικό της Εκκλησίας: Κ. οίνου και ελαίου, Κ. ιχθύος, Κ. εις πάντα. Στο διάστημα αυτό τρώγεται ό,τι καθορίζεται από τα σχετικά βιβλία. Όταν ο Διάκονος ή ο Λειτουργός Ιερέας στην Αγία Πρόθεση τρώει τα υπόλοιπα του Αγίου Σώματος και Αίματος του Κυρίου πού απέμειναν στο Άγιο Ποτήριο μετά τη Μετάληψη των πιστών, λέμε ότι κάνει κατάλυση ή καταλύει (στο διάστημα αυτό o καταλύων το Άγιο Ποτήριο δέν επιτρέπεται να ομιλεί).

  Κατζίο: Ιδιόμορφο θυμιατήριο χειρός χωρίς αλυσίδες. Μ’αυτό θυμιατίζουν το Ιερό, τις Εικόνες και τους πιστούς στις ακολουθίες συνήθως των Μεγάλων Ωρών και τη Μ. Τεσσαρακοστή.

  Κιβώριο: Ο θόλος ή ο ουρανός που καλύπτει -όπου υπάρχει- την Αγία Τράπεζα.

  Κιβωτός της Διαθήκης: Η Κ. ήταν ένα ορατό σημείο της παρουσίας του Θεού στο Ισραήλ. Ήταν ένα κιβώτιο διαστάσεων 1,25 x 0,75 x 0,75 μ. όπου φυλάσσονταν οι πλάκες με τις δέκα εντολές, που έλαβε ο Μωϋσής στο όρος Σινά. Η Κ., κάτω από τη Σκηνή του Μαρτυρίου, ήταν το κινητό Ιερό με το οποίο ο Θεός της Διαθήκης ήταν παρών, προστάτευε τους Ιερείς, τους οδηγούσε, τους γνώριζε τον λόγο Του και άκουε τίς προσευχές τους.

  Κλήρος: Το σώμα των Κληρικών της Ορθ. Εκκλησίας. Διακρίνεται σε Ανώτερο Κλήρο: Διάκονος, Πρεσβύτερος, Επίσκοπος και σε Κατώτερο Κλήρο: Υποδιάκονος, Πρωτοψάλτης, Ιεροψάλτης, Λαμπαδάριος (αριστερός ψάλτης), Αναγνώστης, Νεωκόρος κ.λπ.

  Κόγχη: Το ημικύκλιο που σχηματίζεται στο Άγιο Βήμα πίσω από την Αγία Τράπεζα.

  Κοιμητήριο: Το νεκροταφείο. Επειδή κατά τή Β΄ Παρουσία του Κυρίου όλοι οι νεκροί θα αναστηθούν, ο θάνατος θεωρείται ύπνος και επομένως ο χώρος όπου ενταφιάζονται οι Χριστιανοί ονομάζεται Κ.

  Κοινωνικό: Ο ύμνος που ψάλλεται όταν κοινωνούν οι πιστοί. Βλέπε και σελ. 112. Ερμηνεία Θ. Λ.

  Κόλαση: Η λόγω εγωϊσμού μη ανταπόκριση της ανθρώπινης αγάπης στη Θεία αγάπη. Σημαίνει και τιμωρία με την έννοια της αυτοτιμωρίας. Συνοδεύεται από πόνο και μοναξιά, σ’αντίθεση με τον Παράδεισο, που σημαίνει κοινωνία-επικοινωνία με τον Θεό και τους ανθρώπους.

  Κόλλυβα: Βυζαντινή ονομασία του βρασμένου σιταριού, που περιέχει και ξηρούς καρπούς. Η προσφορά κολλύβων συνδέεται με την αρχαία συνήθεια των Απαρχών και γίνεται στη μνήμη εορταζομένων Αγίων, οπότε ευλογούνται από το Λειτουργό με μία ωραιότατη ευχή (μνημονεύονται και οι προσφέροντες αυτά και εκείνοι για τους οποίους προσφέρθηκαν) και στη μνήμη των κεκοιμημένων μας, όχι μόνο στα Ψυχοσάββατα, αλλά και σ’άλλες τακτικότερες ημέρες υπέρ των ψυχών των συγγενών μας.
Το σιτάρι συμβολίζει την Ανάσταση των νεκρών. Όπως δηλαδή συμβαίνει με το σιτάρι που θάπτεται στη γη και την Άνοιξη φυτρώνει, έτσι θα γίνει και με τους κεκοιμημένους.
 

  Κολλυβάδες: Το κίνημα των Μοναχών του Αγίου Όρους που υπερασπίστηκε την παράδοση της Εκκλησίας μας όσον αφορά στην τέλεση των μνημοσύνων (Κολλύβων) κατά την ημέρα του Σαββάτου και όχι της Κυριακής.

  Κουρά: Η είσοδος ενός Λαϊκού (άνδρα ή γυναίκας) στην τάξη των Μοναχών γίνεται με «κουρά», δηλαδή με τελεία αποκοπή των μαλλιών, σε ένδειξη τελείας αφοσιώσεως στον Θεό. Σήμερα συμβολικά κόβονται σταυροειδώς ολίγα μαλλιά, από τέσσερα σημεία της κεφαλής του. Στην αρχή, μετά από καθορισμένη δοκιμασία γίνεται ρασοφορία (διαβάζονται δύο μόνο ευχές και ο εισερχόμενος Μοναχός ενδύεται το χιτώνα και το μοναχικό σκούφο) και μετά από ορισμένα ευδόκιμα χρόνια γίνεται η κουρά ή η ακολουθία του Μεγάλου Σχήματος. Kαι oι δύο «κουρές» γίνονται με Χειροθεσία από Επίσκοπο ή Πρεσβύτερο (συνήθως Μεγαλόσχημο).  

  Κυριακοδρόμιο: Η ετήσια σειρά των Αναγνωσμάτων της Κυριακής (Εωθινών Ευαγγελίων, Αποστόλων και Ευαγγελίων). Κυριακοδρόμιον λέγεται και το βιβλίο που περιέχει κηρύγματα στα ανωτέρω αναγνώσματα.

  Κωλύματα Ιερωσύνης: Στο μυστήριο της Ιερωσύνης δε χωρεί οικονομία. Ο υποψήφιος Ιερεύς πρέπει:
α. Να είναι Χριστιανός Ορθόδοξος.
β. Να έχει νόμιμη ηλικία (25Δ, 30Π, 35Ε).
γ. Να διακρίνεται για την ορθόδοξη πίστη του.
δ. Να είναι αρτιμελής και να μην πάσχει ψυχικώς.
ε. Να μην έχει προγαμιαίες σχέσεις και εντός του γάμου να μην έχει παρά φύση (σχέσεις).
Άλλα κωλύματα Ιερωσύνης είναι: Η Αποστασία από την πίστη, η Αίρεση, ο φόνος, ο Ευνουχισμός, η Πορνεία η Μοιχεία, η Αρπαγή γυναικός, η Αθεμιτογαμία, η Διγαμία, η Φαρμακεία, η Μαντεία, η Γοητεία, η Ψευδομαρτυρία, η Τυμβωρυχία, η Ιεροσυλία.

  Μάκτρον: Το κόκκινο ύφασμα που μας βοηθάει να μεταλαμβάνουμε χωρίς τον κίνδυνο να πέσει κάτω (από κάποια απροσεξία) η θεία Κοινωνία. Εάν πιάνουμε σωστά το Μ. (με τα δύο χέρια και κάτω από το πηγούνι μας) οι Μαργαρίτες (στην περίπτωση της απροσεξίας) θα πέσουν πάνω σ’αυτό και όχι στο δάπεδο.  

  Μαργαρίτης: Ελάχιστο τεμάχιο-ψίχουλο από τον Αμνό, το Σώμα του Κυρίου, το οποίο μπορεί να αποσπαστεί και να παραμείνει στο στόμα μας μετά τη Θεία Μετάληψη, είτε στο Αντιμήνσιο μετά τη συστολή, είτε και στο Μάκτρο μετά τη Θεία Μετάληψη ή την κατάλυση. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή απ’όλους μήπως παραπέσει οπουδήποτε κάποιος Μ. από απροσεξία.

  Μαρτύριο: Παλαιά έτσι λεγόταν ο τάφος κάποιου Μάρτυρος, αλλά και ο τρόπος θανάτου του Μάρτυρος: Ακρωτηριασμός, Αλυσόδεμα, Απαγχονισμός, Αποκεφαλισμός, Βρασμός σε καζάνι με πίσσα ή ασβέστη, Εξάρθρωση σκελών, Καλάμια στα νύχια, Κατασπάραξη από άγρια θηρία, Κάψιμο με πυρακτωμένα σίδερα, Κρέμασμα με σχοινιά, Λιθοβολισμός, Μαστίγωση, ξυλοδαρμός με ρόπαλα, Ξύσιμο σαρκών με ξυστήρες, Περιλούσιμο με καυτό λάδι ή μολύβι, Πνιγμός μέσα σε σάκκο με φίδια, Πυρπόληση, Πείνα, Δίψα, Σούβλισμα, Σταύρωση, Τηγανισμός, Τύφλωση, Φυλάκιση κ.α. Μ. σημαίνει και μαρτυρία ή ομολογία.  

  Μεγαλυνάρια: Αρχίζουν συνήθως με τη λέξη «μεγάλυνον». Μ’αυτά προτρέπονται οι πιστοί να ανυμνήσουν τον Κύριο ή την Παναγία από καρδίας ή να εγκωμιάσουν τον Άγιο.  

  Μελισμός: Η τομή του Αγίου Άρτου σε τέσσερα τεμάχια πριν από τη Θεία Κοινωνία (μετά το «Τα Άγια τοις αγίοις»).  

  Μερίδες: Μικρά τεμάχια ή ψίχουλα που κόβονται από την προσφορά στην Προσκομιδή προς τιμή της Παναγίας, των Αγίων, των ζώντων και των κεκοιμημένων.

  Μετακομιδή: Η μεταφορά Αγίων Λειψάνων μετά την Ανακομιδή τους σε νέα θέση (καταλληλότερη ή ασφαλείας).

Μετάσταση Θεοτόκου: Η μεταφορά της Παναγίας από τον τάφο στον ουρανό, στην ουράνια Βασιλεία του Θεού, που σημαίνει Ανάσταση και Ανάληψή της.

  Μετάφραση των Ο' (εβδομήκοντα): Η μεταγλώττιση της Παλαιάς Διαθήκης από τα Εβραϊκά στα Ελληνικά. Έγινε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου επί Πτολεμαίου Β΄ τον Β΄ π.Χ. αίώνα.

  Μοιχεία: Η γενετήσια σχέση και μείξη ενός από τους δύο συζύγους με κάποιο τρίτο πρόσωπο αλλά και το αντίθετο. Μοιχός είναι και αυτός που επιθυμεί να ενωθεί με πρόσωπο διαφορετικό από τον/τη σύζυγό του (Ματθ. ε΄, 28).

  Μύρον: Το αγιασμένο έλαιο με τα 40 μυρωδικά που καθαγιάζεται τη Μ.Πέμπτη στον Πατριαρχικό ναό με ειδική τελετή και διανέμεται σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες. Μ’αυτό γίνεται η χρήση του νεοβαπτισμένου κατά την τέλεση του Μυστηρίου του Χρίσματος. Το μείγμα συμβολίζει τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.

  Νάμα: Το ειδικά κατασκευασμένο κρασί που χρησιμοποιείται για την τέλεση της θείας Εύχαριστίας.  

  Όγδοη Ημέρα: Η άχρονη περίοδος που θ’αρχίσει με τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, δηλ. η Αιωνιότητα. Αυτή θά είναι και η ολοκλήρωση του δημιουργικού έργου του Θεού (7 δημιουργικές μέρες + 1 = 8). Το επταδικό σύστημα των επτά ημερών έσπασε με την Ανάσταση του Χριστού που έγινε την πρώτη ημέρα μετά το Σάββατο (7+1=8), δηλ. την Κυριακή, που θεωρείται 8η Ημέρα. Μ’αυτό τον τρόπο περάσαμε στην ημέρα της αιωνιότητας, η οποία θα γίνει πραγματικότητα με την κοινή Ανάσταση. Κάθε Κυριακή στη Θεία Λειτουργία συμμετέχουμε στην «Ευλογημένη Βασιλεία» του Τριαδικού Θεού και προαπολαμβάνουμε τη ζωή καί τη χαρά της ένδοξης Αιωνιότητας, της πραγματικής Ο.Η.

  Οικονομία: Η μικρή παρέκκλιση από την απόλυτη εφαρμογή ενός ιερού Κανόνα (και όχι η κατάργησή του), που γίνεται από την Εκκλησιαστική Διοίκηση ή τον Πνευματικό, για την ψυχική ωφέλεια και βοήθεια του συνόλου του Πληρώματος ή ενός μέλους της Εκκλησίας.
Θεία Οικονομία, ονομάζεται το σύνολο των γεγονότων και πράξεων με τις οποίες ο Θεός ενήργησε την απολύτρωση και τη σωτηρία μας: Ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, ζωή, διδασκαλία, Πάθος, Σταύρωση, Ανάσταση, Ανάληψη, Πεντηκοστή.

  Οίκος: Τροπάριο ενός Κοντακίου, εκτός από το προοίμιο. Συνήθως είναι 24 Οίκοι (Ακάθιστος Ύμνος).  

  Ομολογία: Η διακήρυξη της μεγαλωσύνης του Θεού και των σωτήριων ενεργειών Του, μια δημόσια και επίσημη ομολογία πίστεως στον Θεό και στο έργο Του. (Και η εξομολόγηση πρέπει να διακρίνεται από αυτή τη διακήρυξη της αγιότητας του Θεού). Eίναι μια ουσιαστική πράξη του πιστού, χωρίς να συνδέεται αναγκαστικά με τη γνώση και αρίθμηση των ενεργειών του Θεού, αλλά προϋποθέτει αρχικά μια έμπρακτη στάση ανοίγματος του ανθρώπου στις πρωτοβουλίες του Θεού και αποδοχής τους. Η Ο. απευθύνεται άμεσα στον Θεό, ενώ η μαρτυρία, που κι’αυτή έχει ως αντικείμενο τις ενέργειες του Θεού, στρέφεται πρώτα προς τους ανθρώπους.

  Ομοούσιον: Χριστολογικός όρος που καθιερώθηκε από την Α΄ Οικ. Σύνοδο (325 μ.Χ.) και σημαίνει ότι ο Χριστός έχει την ίδια ουσία (ομού-ουσία) με τον Θεό Πατέρα, είναt δηλ. κατά φύση Θεός. Μετέχει της θείας Ουσίας και Υπάρξεως και δεν είναι «Κτίσμα», όπως εδίδασκε ο Άρειος.

  Όνειρα: Η αρχαιότητα και η σύγχρονη επιστήμη αποδίδουν μεγάλη σπουδαιότητα στα όνειρα. Η πρώτη, γιατί τα βλέπει σαν ένα τρόπο επικοινωνίας του ανθρώπου με τον υπερφυσικό κόσμο, ενώ η δεύτερη σαν μια εκδήλωση του βάθους της προσωπικότητας του ανθρώπου. Οι δύο αυτές προοπτικές δεν είναι ασυμβίβαστες: όταν ο Θεός ενεργεί πάνω στον άνθρωπο, ενεργεί στα βάθη της ψυχής του. Η Π.Δ. μνημονεύει στον Ισραήλ αποκαλύψεις και νυκτερινές οπτασίες του Θεού, που γίνονται με όνειρα: σε Πατριάρχες, Βασιλείς, Προφήτες, σε ιδιώτες (Ιώβ δ΄, 12-21 και Σειρ. μ΄ 7), αλλά και σε εθνικούς (Γεν.μ΄ καί μα΄). Η προφητική όμως σκέψη διακρίνει τα όνειρα σε αληθινά και ψεύτικα και τα θεωρεί δευτερεύουσα μορφή αποκαλύψεως (οι Πατριάρχες είχαν όνειρα, αλλά δεν υπήρχε τότε προφητικός λόγος).
Η Κ.Δ. δεν αναφέρει κανένα όνειρο του Ιησού, αλλά το όνειρο δεν απουσιάζει από την Κ.Δ. (όνειρα ανάλογα προς την Π.Δ.: Ματ.α΄, 20΄ β΄; 13. 19. 22, Πεντηκοστή, Πράξεις των Αποστόλων, οράματα Απ. Παύλου).
Γνωρίζει λοιπόν η Κ.Δ. τον τρόπο αυτό της αποκαλύψεως, που ο Θεός χρησιμοποίησε κυρίως στα χρόνια της Π.Δ., αλλά μετά την έλευση του Χριστού που όλα αποκαλύφθηκαν στο πρόσωπο και το Νόμο Του, το όνειρο, όχι μόνο θεωρείται δευτερεύουσα πηγή αποκαλύψεως αλλά και περιττή. Ισχύει λοιπόν και σήμερα αυτό που η Σοφία Σειράχ πριν από 2.300 χρόνια ετόνισε. «Μη δίνεις την καρδιά σου στα όνειρα όσοι στήριζαν τις ελπίδες τους σ’αυτά πλανήθηκαν και απατήθηκαν!» (Σειρ. λδ΄, 6.7). Έχουμε το Ευαγγέλιο και τον Πνευματικό που μας καθοδηγούν.

  Ορθολογισμός: Δοξασία, η οποία αποκρούει τη γνώση εξ αποκαλύψεως και δέχεται τη δυνατότητα ερμηνείας των της πίστεως με τον ορθό λόγο, με τη λογική. Για τον πνευματικό άνθρωπο, ο εμπαθής ορθολογισμός και η πεποίθηση στο φρόνημα και στις δυνάμεις του είναι μεγάλο εμπόδιο στην ψυχική του πρόοδο.  

  Όρος: Δογματική απόφαση μιας Οικουμενικής Συνόδου.  

  Ουρανός: Αν ο ουρανός σημαίνει την περιοχή των αστρονόμων και των αστροναυτών και συγχρόνως τη διαμονή, όπου ο Θεός συγκεντρώνει τους εκλεκτούς Του, αυτό δεν είναι σύγχυση, αλλά απήχηση μιας ανθρώπινης εμπειρίας, παγκόσμιας και αναγκαίας: ο Θεός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο διαμέσου ολόκληρης της δημιουργίας Του.
Η Αγία Γραφή διακρίνει απόλυτα το φυσικό ουρανό -«ο ουρανός και η γη...»- από τον ουρανό του Θεού. Ο πρώτος όμως επιτρέπει συνήθως στον άνθρωπο να σκεφθεί το δεύτερο. Πάντως για τον πιστό Χριστιανό «Ημών το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλ. γ΄, 20). Είναι η νέα Ιερουσαλήμ που αποτελείται από «καινούς ουρανούς και καινήν γην» (Β΄ Πετ. γ΄, 13) και θα έχουν νόημα τα καινά για μας, εάν υπάρξει τώρα, στη γη, ουσιαστική κοινωνία (μυστηριακή) με τον Κύριό μας.

  Οφφίκιον: Το αξίωμα, ο τίτλος, το διακριτικό γνώρισμα που φέρουν ορισμένοι Κληρικοί για την εκκλησιαστική τους δράση ή διάκριση π.χ. Αρχιμανδρίτης, Πρωτοπρεσβύτερος, Πνευματικός κ.λπ.  

  Πάθος: Η ισχυρή συναισθηματική κίνηση του θυμικού (της βουλήσεως) του ανθρώπου. Ο έχων το Π. ή ο υφιστάμενος το Π. περιέρχεται σε κατάσταση ψυχοσωματικών διεργασιών «αβουλήτως», δηλ. χάνοντας τη νηφαλιότητα και την κυριαρχία του λόγου, καθώς επίσης (χάνοντας) την ικανότητα της αυτοπειθαρχίας. Αυτό σημαίνει ότι, είτε ενστικτώδεις ορμές, είτε φιλοσοφικοθρησκευτικές πεποιθήσεις, είτε αγαθές ή πονηρές δυνάμεις, που βρίσκονται εκτός του ανθρώπου, επενεργούν και φέρνουν σ’αυτόν την κατάσταση του πάθους (της οργής, του μίσους, του έρωτος, της χαρτοπαιξίας, της μέθης, των ναρκωτικών κ.λπ.). Προέρχεται από το ρήμα πάσχω=δεν ενεργώ, υφίσταμαι κάποια εξωτερική επενέργεια, εξαιτίας της οποίας διατελώ σε παθητική κατάσταση.

  Παννυχίδα: Ακολουθία που διαρκεί ολόκληρη τη νύκτα την παραμονή μεγάλης εορτής, σε περιπτώσεις θεομηνίας μεγάλων απειλουμένων κινδύνων-συμφορών κ.λπ. η ολονυκτία, η αγρυπνία.  

  Παράδοση Ιερά: Η διδασκαλία του Χριστού και των Αποστόλων που παραδόθηκε στην Εκκλησία, είτε «από στόμα σε στόμα», είτε με τα Ιερά Ευαγγέλια, τα συγγράμματα των Πατέρων και τις αποφάσεις των Οικ. Συνόδων. Είναι το σύνολο των αληθειών της χριστιανικής πίστεως, μέρος των οποίων έχει καταγραφεί στην Αγία Γραφή. Η Ιερά Π. αποτελεί τη βασική πηγή της χριστιανικής πίστεως. (Πριν γραφούν τα Ευαγγέλια και οι Επιστολές των Αποστόλων δεν υπήρχε Αγία Γραφή-Καινή Διαθήκη· υπήρχε όμως Εκκλησία και λειτουργούσε και ενεργούσε βάσει της Ιεράς Παραδόσεως).

  Παρρησία: Στην αρχική της έννοια σημαίνει το θάρρος της παραστάσεως και της εκφράσεως γνώμης. Ο Αδάμ στον Παράδεισο έβλεπε «εν παρρησία το του Θεού πρόσωπον» (Γρηγόριος Νύσσης). Μετά την πτώση η αμαρτία έγινε τείχος και χώρισε τον άνθρωπο από τον Θεό και τον υποδούλωσε στο φόβο, στην ενοχή, στην ανασφάλεια και στην πονηρία και η παρρησία έγινε ελευθεροστομία. Γι’ αυτό στη θεία Λειτουργία Τον παρακαλούμε να μας αξιώσει κάποτε, να μπορέσουμε και πάλι «μετά παρρησίας... τολμάν επικαλείσθαι Σε τον επουράνιον Θεόν...». Σωστή παρρησία έχουν οι Άγιοι με την οποία μεσιτεύουν στον Θεό για μας, ενώ ο πιστός Χριστιανός συμπεριφέρεται «χωρίς υπερηφάνεια καί παρρησία, χωρίς περιέργειες και φιλονικίες» (Αββά Δωρόθεος).  

  Πειρασμός-Δοκιμασία: Η ενέργεια του πειράζειν ή δοκιμάζειν κάποιον. Ο Π.-Δ. έχει τη σημασία της δοκιμασίας [ο Θεός δοκιμάζει τον άνθρωπο, για να γνωρίσει τα βάθη της καρδιάς τον (Δτ. η΄, 2) και για να του δώσει ζωή (Ιακ. α΄, 12) αλλά και της παρακινήσεως για διάπραξη της αμαρτίας (Ιακ. α΄, 14)]. Σαν δοκιμασία προέρχεται από τον Θεό και έχει παιδαγωγικό σκοπό και χαρακτήρα. Σαν παρακίνηση προέρχεται (α) από το διάβολο, (β) από προσωπα ή πράγματα πού περιβάλλουν τον άνθρωπο και (γ) από τον εαυτό μας, κάθε φορά που ενεργούμε αμαρτωλά, εγωϊστικά ή υπερήφανα, κάθε φορά που δεν υποχωρούμε από την άποψή μας ή δε ζητούμε συγγνώμη... Οι Δ. στη ζωή μας είναι αναπόφευκτες. Συντελούν στο πέρασμα από τη δοσμένη από τον Θεό ελευθερία, στη βιωμένη ελευθερία. Προσαρμόζουν τον άνθρωπο στο μυστήριο του Θεού, στο πέρασμα: από τον εγωισμό στην αγάπη. Γι’αυτό καταλήγουν να έχουν (πρέπει να έχουν) πασχάλιο χαρακτήρα.

  Περιτομή: Η Π. εφαρμόζεται από πολλούς λαούς και είναι μια θρησκευτική τελετουργία, που σημαίνει ότι κάποιος ανήκει σε μια κοινότητα. Σωματική Π. είναι η εκτομή (κόψιμο) τμήματος του δέρματος που περιβάλλει τη βάλανο του αρσενικού γεννητικού οργάνου. Oι Εβραίοι την τελούσαν βάσει της εντολής του Θεού (Γεν. ιζ΄, 9-11.23-27) την όγδοη ημέρα της γεννήσεως του βρέφους. Η Πνευματική Π. ταυτίζεται με το βάπτισμα του Χριστιανού, επενεργώντας στο βαπτισμένο την «απέκδυσιν του σώματος των αμαρτιών της σαρκός» (Κολ. β΄,11 κ.έ.), για να τον κάνει να ζήσει για πάντα μαζί με τον Χριστό. Π. της καρδιάς σημαίνει αποκλειστική αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Η σύνδεση της σωτηρίας με την (σωματική) Π. (που θέλανε οι Ιουδαΐζοντες) σημαίνει ότι δεν υπολογίζεται η επαγγελία που έλαβε ο Αβραάμ δωρεάν από τον Θεό πριν περιτμηθεί, αλλά κυρίως ότι, (εάν συνδεθεί), εκμηδενίζεται ο Σταυρός του Χριστού, ο οποίος σώζει, γιατί πραγματοποιεί αυτή τη χαριστική επαγγελία (Γαλ. ε΄,11).  

  Πόνος: Ο χριστιανός δεν είναι καθόλου στωικος, ώστε να υμνεί το μεγαλείο των ανθρώπινων θλίψεων, αλλά είναι μαθητής του «αρχηγού της πίστεώς μας», ο Οποίος «αντί της προκειμένης αυτώ χαράς, υπέμεινεν σταυρόν» (Εβρ. ιβ΄, 2). Ο Χριστιανός βλέπει κάθε πόνο με το πρίσμα του Ιησού Χριστού και το πάθος Του. Ο Ιησούς δεν καταργεί τον πόνο, γιατί είναι σε θέση να τον μεταβάλει σε χαρά. Δεν καταργεί τον πόνο, αλλά φέρνει την παραμυθία (Ματ. ε΄, 5), δεν καταργεί τα δάκρυα, αλλά στεγνώνει μερικά στο πέρασμά Του (Λουκ. ζ΄, 13· η΄, 52), έως ότου «αφαιρέση Κύριος ο Θεός παν δάκρυον από παντός προσώπου» (Ησ. κε΄,8· Απ. ζ΄,17). Ο πόνος στην Αγία Γραφή μπορεί να μακαρίζεται, γιατί επιτρέπει να φανερωθούν τα έργα του Θεού και προετοιμάζει τους ανθρώπους να δεχτούν τη βασιλεία Του.  

  Πορνεία: Η γενετήσια μείξη μεταξύ αγάμων.

  Πρεσβεία (τα): Η ιεραρχική σειρά των Κληρικών ή των Εκκλησιών. Σαν βάση για τα Π. των Κληρικών λαμβάνεται ο χρόνος της χειροτονίας τους. Προηγούνται μεταξύ ομοίων βαθμών οι παλαιότερα χειροτονηθέντες. (Πρεσβεία χειροτονίας). Στις Εκκλησίες τα Π. καθορίστηκαν με αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων (Πρεσβεία τιμής). Πρεσβεία Αγίων είναι το προνόμιο που έχουν οι Άγιοι να μεσιτεύουν για τους ζώντες στον Θεό. Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει στον Πάπα και Πατριάρχη Ρώμης πρεσβεία τιμής και όχι πρεσβεία εξουσίας (το λεγόμενο Πρωτείο)· πρώτος μεταξύ ίσων. Τα πρεσβεία των «πρεσβυγενών» (=αρχαίων) Πατριαρχείων είναι: Ρώμης, Κων/πόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.

  Προλήψεις: Λαϊκές κυρίως αντιλήψεις πού αποδίδουν καλή ή κακή σημασία σε διάφορα φαινόμενα (τυχαία γεγονότα, κραυγές ζώων ή πουλιών κ.λπ.) ή αντικείμενα (πέταλα αλόγων, κόκκαλα νυκτερίδων κ.λπ.) ή αριθμούς (Τρίτη, 13 κ.λπ.). Οι Π. συνδέονται με τη Μαγεία και τη Μαντεία, είναι κατάλοιπα από τις αρχαίες ειδωλολατρικές και πανθεϊστικές αντιλήψεις, λέγονται και δεισιδαιμονίες. Σήμερα έχουν συνήθως κακή σημασία καί δημιουργούν φόβο. Ο Χριστιανισμός ελευθερώνει τον άνθρωπο από τις πρωτόγονες αυτές αντιλήψεις.

  Πρόνοια Θεία: Ενέργεια της Τριαδικής Θεότητας, που αναφέρεται στη φροντίδα και επιμέλεια του Θεού για τη διακυβέρνηση και συντήρηση της Δημιουργίας Του και, ειδικότερα, για τη ζωή και τη σωτηρία του ανθρώπου. Ο Θεός που φροντίζει τόσο για τα άνθη του αγρού και τα πετεινά του ουρανού, πολύ περισσότερο φροντίζει για τον άνθρωπο που είναι ασύγκριτα ανώτερος αυτών. Δεν πρέπει συνεπώς να ανησυχεί ο πιστός άνθρωπος για το μέλλον του και για το μέλλον της οικογενείας του, διότι ο Θεός με την πανσοφία και παντοδυναμία Του θα εξασφαλίσει το μέλλον του πολύ καλύτερα από αυτόν. Αρκεί ο άνθρωπος να υπακούει στις εντολές του Θεού: ν’αγωνίζεται πρώτα για τη Βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη Του· τότε όλα τα άλλα θα τακτοποιούνται! Δεν μπορεί επομένως να είναι ο άνθρωπος ολιγόπιστος ή απαισιόδοξος, όταν έχει εμπιστοσύνη στη Θεία Πρόνοια.

  Πρόσωπον ή Υπόστασις: Όροι που χρησιμοποιούνται για τη δήλωση του μυστηρίου της Τριαδικότητας του Θεού. Ο Θεός είναι «Μονάς», ως προς την ενιαία και αδιαίρετη «ουσία» (ή φύση) Του και «Τριάς», διότι διακρίνεται σε τρία Ιlρόσωπα ή υποστάσεις, τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα, τα οποία αποτελούν τη μία, ενιαία, ομοούσια, αχώριστη και αδιαίρετη θεότητα.  

  Πρωτευαγγέλιο: Η πρώτη καλή και χαρμόσυνη είδηση για τη γέννηση του Σωτήρα του κόσμου από τη γυναίκα (την Παρθένο Μαρία) μετά το αμάρτημα της Εύας και την πτώση των Πρωτοπλάστων, θεωρείται το χωρίο Γεν. γ΄ 15: «Έχθραν θήσω ανά μέσον σου (του όφεως) και ανά μέσον της γυναικός και ανά μέσον του σπέρματός σου και ανά μέσον του σπέρματος αυτής· αυτός σου τηρήσει την κεφαλήν και συ τηρήσεις αυτού την πτέρναν». Έτσι προαναγγέλθηκε η έλευση του Θεανθρώπου στη γη και αυτό είναι το πρώτο ευαγγέλιο!

  «Π.» λέγεται με διαφορετική έννοια και το απόκρυφο ευαγγέλιο του Ιακώβου του Αδελφοθέου.  

  Ριπίδιον: Ειδικό αντικείμενο (σαν «βεντάλια») που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα οι Διάκονοι για να διώχνουν τυχόν έντομα που πετούσαν επάνω από το Άγιο Ποτήριο, την ώρα της Αγίας Αναφοράς. Σήμερα, σε ανάμνηση του γεγονότος αυτού, ο Λειτουργός κινεί τον «Αέρα» πάνω από τα Τίμια Δώρα, την ώρα που ακούγεται η εκφώνηση «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου...».

  Σάββατο: Λέξη εβραϊκή που σημαίνει αργία για θρησκευτικό σκοπό αλλά και ανάπαυση. Μετά τις έξι ημέρες της Δημιουργίας ο Θεός αναπαύθηκε τήν έβδομη ήμέρα, το Σάββατο. Αλλά και o Χριστός το Σάββατο αναπαύθηκε μετά τη Σταύρωσή Του και εκήρυξε στους μέχρι τότε κεκοιμημένους στον Άδη. Γι’αυτό κάθε Σάββατο η Εκκλησία θυμάται τους αναπαυμένους, τους κοιμηθέντας και τελεί τα μνημοσυνά τους.

  Σαρανταλείτουργο: Η τέλεση σαράντα Θ.Λειτουργιών έπί 40 συνεχείς ήμέρες ύπέρ ύγείας καί άναπαύσεως ζώντων καί τεθνεώ- των.

  Σαραντισμός: Η μικρή ακολουθία που τελείται στο Νάρθηκα του Ναού και τελειώνει στον κυρίως Ναό, όταν μία μητέρα φέρει το βρέφος της μετά τη συμπλήρωση των σαράντα ημερών από τη γέννησή του. Η Εκκλησία ευλογεί το βρέφος στον πρώτο αυτό εκκλησιασμό του και δέεται για τον καθαρισμό της μητέρας, ώστε να αξιωθεί και των Αγίων Μυστηρίων. Ευχές υπάρχουν και μπορεί να διαβάζονται στις Κλινικές και για την πρώτη ημέρα της γέννησης του παιδιού και για τη συμπλήρωση των οκτώ ημερών. Ευχή υπάρχει και γι’αυτές που αποβάλλουν.

  Σκηνή του Μαρτυρίου: Ο φορητός Ναός των Εβραίων 4x4x12 μέτρων που τον χρησιμοποίησαν στην έρημο και μέχρι τήν οικοδόμηση του ναού του Σολομώντα. Τα 2/3 ήταν τα Άγια, όπου λειτουργούσαν οι Ιερείς και το 1/3 τα Άγια των Αγίων, όπου υπήρχε η Κιβωτός της Διαθήκης (οι δύο πλάκες του Νόμου)· σ’αυτά μόνο ο Αρχιερέας έμπαινε μια φορά το χρόνο.

  Σκήνωμα: Το ιερό λείψανο κάποιου Αγίου.

  Στιχηρά: Είναι τροπάρια που ψάλλονται στον Εσπερινό (τα Εσπέρια) και στον Όρθρο (οι «Αίνοι»), στα οποία προτάσσονται στίχοι από τους ψαλμούς στη σειρά (ενώ των Αποστίχων κατ’εκλογήν). Τα Σ. τροπάρια διακρίνονται σε Αναστάσιμα, Ανατολικά, Δεσποτικά, Σταυρώσιμα, Αποστολικά, Κατανυκτικά και Σ. Αγίων, που υμνούν τους Αγίους. Υπάρχουν και Αυτόμελα και Προσόμοια.

  Συγγένεια: Ο οικογενειακός δεσμός ή οικογενειακή σχέση. Υπάρχει Σ. «έξ αίματος» που δημιουργείται από την καταγωγή του ενός απο τον άλλο, με τις γεννήσεις και Σ. «εξ αγχιστείας» που δημιουργείται με το γάμο μεταξύ του συζύγου και των συγγενών «εξ αίματος» της συζύγου του· και αντίστροφα. Ο βαθμός συγγένειας είναι συνάρτηση του αριθμού των γεννήσεων που έχουν μεσολαβήσει. Όταν δηλ. λέμε συγγένεια 2ου ή 3ου βαθμού, εννοούμε ότι έχουν μεσολαβήσει 2 ή 3 γεννήσεις. Τα αδέλφια έχουν μεταξύ τους συγγένεια 2ου βαθμού, διότι έχουν προέλθει απο δύο γεννήσεις. Τα ξαδέλφια έχουν συγγένεια 4ου βαθμού, διότι μεσολαβούν 4 γεννήσεις, ο θείος και ανεψιός έχουν συγγένεια 3ου βαθμού (3 γεννήσεις), παππούς-εγγονός 2ου βαθμού κ.ο.κ.
Το ίδιο ισχύει και για τη συγγένεια εξ αγχιστείας. Για να βρούμε τη συγγένεια εξ αγχιστείας του άνδρα με τους συγγενείς της γυναίκας του, μετράμε γεννήσεις που μεσολαβούν στο «σόϊ» της.

  Σύμβολον: Παραστάσεtς ή σχήματα προσώπων ή αντικειμένων που έχουν αλληγορική-συμβολική σημασία. Εκτός από τα θρησκευτικά σύμβολα (ΙΧΘΥΣ, αμνός, φοίνιξ, περιστερά, κ.λπ.) υπάρχουν μαθηματικά, μουσικά κ.λπ. σύμβολα.

  Σ. της πίστεως: ονομάζεται η περιληπτική σαφής και αυθεντική έκθεση των βασικών δογμάτων της Χριστιανικής πίστεως.

  Σύνοδος: Συνάθροιση πολλών Επισκόπων για την επίλυση τοπικών ή γενικών προβλημάτων της Εκκλησίας.

  Σ. ενδημούσα: Οι ενδημούντες (οι παραμένοντες στην πρωτεύουσα) Επίσκοποι που καλούνται εκτάκτως από τον Οικ. Πατριάρχη για να επιλύσουν αναφυόμενα τρέχοντα προβλήματα.

  Σ. Οικουμενική: Η σύνοδος που εκαλείτο από τον Αυτοκράτορα ή Πατριάρχη του Βυζαντίου, για να επιληφθεί δογματικών ή ηθικών θεμάτων. Οι αποφάσεις της (=Όρoι) είναι υποχρεωτικές για ολόκληρη τη χριστιανική Εκκλησία, καθ’ όσον η Οικ. Σ. είναι το ανώτατο διοικητικό όργανο της Εκκλησίας. Μέχρι το 787 συνήλθαν επτά Οικ. Σ. Ήδη προετοιμάζεται να συνέλθει η μέλλουσα πανορθόδοξος Οικουμενική Σύνοδος για αντιμετώπιση των πολλαπλών αναφυέντων προβλημάτων.

  Σ.τοπική: Αποτελείτο από Επισκόπους που ρύθμιζαν τοπικά τα αναφυόμενα προβλήματα διοικητικού χαρακτήρα.

  Συστολή: Το συμμάζεμα (από το συστέλλω=συμμαζεύω) από το Αντιμήνσιο όλων των Μαργαριτών και από το Δισκαριο όλων των Μερίδων μέσα στο Άγιο Ποτήριο. Γίνεται από το Διάκονο ή τον Ιερέα.

  Σχίσμα: Ο αποχωρισμός μιας ομάδας πιστών από την ενότητα της Εκκλησίας και σύμπτυξη ίδιας θρησκευτικής κοινότητας για λόγους διαφωνίας σε δογματικά ή διοικητικά θέματα. Πολλές φορές το Σ. καταλήγει σε αίρεση. Τα μεγαλύτερα Σ. ήταν: του Αγ. Φωτίου (867), του Μιχαήλ Κηρουλαρίου το Μέγα Σ. (1054), του Προτεσταντισμού (1517) και η απόσχιση των αντιχαλκηδονείων.

  Τιτουλάριος: Ο Επίσκοπος χωρίς ποίμνιο που εκτελεί αρχιερατικά καθήκοντα.

  Τριαδικός Κανών: Ο Κανόνας που έχει ως υμνολογικό θέμα την Αγία Τριάδα. Διαβάζεται την Κυριακή στην ακολουθία τού Μεσονυκτικού.

  Τροπάριο: Μικρό λειτουργικο άσμα που διαβάζεται ή ψάλλεται σ’ όλες τις εκκλησιαστικές ακολουθίες. Διακρίνονται,(α) κατά το περιεχόμενο σε: αναστάσιμα, νεκρώσιμα, μαρτυρικά, θεοτοκία, σταυροθεοτοκία κ.λπ., (β) κατά το χρόνο ή το μέλος, με το οποίο εκτελούνται, σε: εωθινά, εσπέρια, προσόμοια κ.λπ., (γ) κατά τους προτασσόμενους στίχους σε: στιχηρά ή απόστιχα και (δ) κατά τον τρόπο χρήσεως σε: Απολυτίκια, Κοντάκια, Μεγαλυνάρια.

  Τυπολάτρης: Ο άνθρωπος που είναι προσηλωμένος στους τύπους της λατρείας και αδιαφορεί για την ουσία της. Προσκολλάται στους τύπους σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μοιάζει με θρησκόληπτο ή ειδωλολάτρη.

  Υπακοή: Δεν είναι εξαναγκασμός ούτε παθητική υποταγή. Είναι αντίθετα ελεύθερη αποδοχή της θείας οικονομίας. Η Υ. δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να καταστήσει τη ζωή του διακoνία του Θεού. Έχει αξία όταν γίνεται σε κάτι που μας φαίνεται παράλογο. Στο λογικό δεν έχει αξία η Υ., διότι είναι συμφωνία· και είναι παράλογο να μην υπακούσει κανείς σ’αυτή την περίπτωση.

  Ύψωμα: Τα πρόσφορα που προσφέρονται για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και υψώνονται στην ιερά Πρόθεση.
Μετά τη λήψη του Αμνού και των Μερίδων Παναγίας και Ταγμάτων τα εναπομένοντα (πρόσφορα), επειδή υψώθηκαν, λέγονται και ύψωμα, ενώ είναι και Αντίδωρο που διανέμεται μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας.

  Φανατισμός: Ανώμαλη και διαταραγμένη ψυχοδιανοητική κατάσταση που οφείλεται σε υπερβολική προσκόλληση ενός ατόμου ή ενός συνόλου σε ορισμένα πρόσωπα ή ιδέες (θρησκευτικές, κοινωνικές, πολιτικές κ.λπ.). Η Εκκλησία τον καταδικάζει, γιατί ο πιστός δεν πρέπει να προσκολλάται σε ανθρώπους αλλά στον Θεό, ούτε σε ιδέες, έστω και θρησκευτικές, γιατί ο Χριστιανισμός δεν είναι ιδεολογία, αλλά αποκεκαλυμμένη Αλήθεια καί Ζωή. O Χριστιανός δεν φανατίζεται· δεν πρέπει να φανατίζεται...

  Φήμη (του Επισκόπου): Η Διοικητική και Λειτουργική ευθύνη του Μητροπολίτου μιας επαρχίας, η οποία ψάλλεται κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας τρεις φορές και δείχνει τη λειτουργική του αναγνώριση από το πλήρωμα της επαρχίας του.

  Φυλακή: Ρωμαϊκός στρατιωτικός όρος ανάλογος με τον Ελληνικό Φρουρά-Σκοπιά. Υπήρχαν τέσσερις φύλακες τη νύκτα (τέσσερα νούμερα σκοπιάς) (1η Φ, 2η, 3η και 4η Φ., από 3 ώρες καθεμιά) και τέσσερις φύλακες την ημέρα. Σήμερα η νυκτερινή εναλλαγή των φρουρών γίνεται συνήθως κάθε δύο ώρες.

  Φυλακτό: Διάφορα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για την προστασία της ζωής ανθρώπων και ζώων. Είναι δύο είδών: τα μαγικά (δακτυλίδια, χάνδρες, κόκκαλα, πέταλα κ.λπ.) και τα χριστιανικά (Τίμιο ξύλο, λείψανα Αγίων κ.λπ.). Τα πρώτα καταδικάζονται από την Εκκλησία, ενώ τα δεύτερα γίνονται ισχυρότερα και αποτελεσματικότερα, όταν συντρέχει και η χριστιανική ζωή του ανθρώπου με συμμετοχή στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.

  Φύλο: Η μία ανθρώπινη φύση διακρίνεται σε δύο φύλα· το αρσενικό και το θηλυκό. Η διάκριση αυτή του ανθρώπου αποτελεί ένα μυστήριο τοθ Θεού, του οποίου γνωρίζουμε την αρχή από τη διήγηση της Δημιουργίας (Γεν. α΄, 26 κ.εξ.), ενώ από τον ίδιο τον Κύριο γνωρίζουμε (Ματ. κβ΄, 30) ότι στην άλλη ζωή, μετά την ανάσταση των νεκρών θα καταργηθεί η διάκριση των δύο φύλων και θα ζούμε σαν άγγελοι. Η κατασκευή των δύο ανθρώπινων φύλων είναι τέτοια, ώστε να διευκολύνεται η ένωση τους για ολοκλήρωση και αναπαραγωγή. Ο Θεός όμως καθόρισε τους όρους με τους οποίους επιτρέπονται και είναι δυνατόν να επιτευχθούν οι γενετήσιες σχέσεις, για να αποφευχθούν οι δυσάρεστες έως δυσμενέστατες συνέπειες από την πρόωρη ή κακή χρήση του ενστίκτου (ερωτικές απογοητεύσεις, ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, εκτρώσεις, συμβατικοί γάμοι, εξωσυζυγικές σχέσεις, διαλυμένες οικογένειες κ.λπ.).

Επειδή με το βάπτισμα ελάβαμε το Άγιο Πνεύμα και το σώμα του ανθρώπου έκτοτε θεωρείται ναός του Aγίου Πνεύματος, η Εκκλησία απαγορεύει τις προγαμιαίες σχέσεις, διότι «ει τις τον ναόν του Θεού φθείρει, φθερεί τούτον ο Θεός» (Α΄Κορ.γ΄,17). Ένα λεπτό προ του γάμου η σαρκική μείξη είναι αμαρτία, ένα λεπτό μετά το γάμο είναι νόμιμη και ευλογημένη πράξη! Το ίδιο δεν ισχύει και με το πτυχίο, το συμβόλαιο, το διάταγμα εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας; Όταν αυτά τα γνωρίζουν οι νέοι και θέλουν, με τη βοήθεια του Θεού και τη Μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, κατορθώνουν νά φθάνουν στο γάμο εγκρατείς, χωρίς να έχουν σαρκικές σχέσεις. Σ’αυτές τις περιπτώσεις όταν ο Ιερέας, ο αντιπρόσωπος του Θεού, τους στεφανώνει στη μέση του Ναού σαν νικητές, είναι πραγματικοί νικητές στο άθλημα τής παρθενίας και λαμβάνουν την «κατ’ευδοκία» ευλογία του Θεού και της Εκκλησίας, την πρώτη ευλογία! Σ’αύτές τίς περιπτώσεις ΟΛΑ πηγαίνουν και εξελίσσονται ευλογημένα και τα ανδρόγυνα αυτά δεν έχουν προβλήματα· τους τα λύει ο ίδιος ο Θεός!

  Φώτισμα: Το βάπτισμα.  

  Φωτισμός: Η είσοδος των ατόμων στο φως του Χριστού, πού είναι επακόλουθο του βαπτίσματος. Ο άνθρωπος που φωτίζεται αντιλαμβάνεται καλύτερα και ορθότερα. Γι’ αυτό ο λαός παλαιότερα έλεγε γιά κάθε μορφωμένο: αυτός φωτίστηκε! Γι’αυτό και ο αείμνηστος Ιουστίνος Πόποβιτς τόνιζε ότι, τότε θα έχουμε σωστή καθοδήγηση από τους πάσης φύσεως ηγέτες, όταν θα είναι φωτισμένοι ηγέτες!  

  Χάρις: Η εύνοια και η δωρεά του Θεού, που προσφέρεται στον άνθρωπο ελεύθερα, αλλά όχι και υποχρεωτικά. Σημαίνει επίσης και το αποτέλεσμα αυτής της εύνοιας που δείχνει ο Θεός προς τον άνθρωπο, στά πλαίσια του έργου για τη σωτηρία του. Η θεία Χ., που πηγάζει από τη σταυρική θυσία του Χριστού, προσφέρεται σε όλους τους ανθρώπους που πιστεύουν στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και προσπαθούν να τηρούν το νόμο Του. H σωτηρία του ανθρώπου είναι συνισταμένη της θείας Χ. και της συνεργείας του ανθρώπου.

  Χάρισμα: Το αποτέλεσμα της θείας Χάριτος, αλλά και η συγκεκριμένη δωρεά του Αγίου Πνεύματος προς τον άνθρωπο. Τα Χ. του Αγίου Πνεύματος είναι διάφορα, όπως τα Χ. ιαμάτων (=το θαυματουργικό Χ.), αντιλήψεις (=το Χ. της φιλανθρωπίας), κυβερνήσεις (=το διοικητικό Χ.), γένη γλωσσών (=το Χ. της πολυγλωσσίας) (Α΄ Κορ. ιβ΄, 28-31) που ήσαν ιδιαίτερα αισθητά στη ζωή της πρώτης Εκκλησίας. Oι χαρισματούχοι ποτέ δε λείπουν από την Εκκλησία και φαίνονται και σήμερα με το διορατικό, προορατικό και θαυματουργικό τους χάρισμα. Τα πρόσθετα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος είναι η εσωτερική πληροφορία, η εσωτερική χαρά, τα δάκρυα κατανύξεως, τα αισθήματα απεριορίστου ευγνωμοσύνης προς τον Θεό, οι ελλάμψεις του νου κ.λπ., τα οποία πολλοί πιστοί - συνειδητοί - ταπεινοί Χριστιανοί γεύονται και απολαμβάνουν στή ζωή τους. Είναι δωρεές-χαρίσματα του Θεού στον άνθρωπο που Αυτός αποφασίζει και τα χορηγεί, χωρίς εμείς να μπορούμε να τα «κατακτήσουμε» ή να Του τα ζητήσουμε.

  Χαρμολύπη: Η σύνθετη ψυχική κατάσταση του πιστού όπου μετά τα δάκρυα της μετανοίας και της συντριβής έρχεται η χαρά και η αγαλλίαση της συγχωρήσεως.

  Χύμα: Ο τρόπος αναγνώσεως ενός κειμένου ή ψαλμού σε πεζό λόγο, ή ανάγνωση.

  Χωρεπίσκοπος: Ο Επίσκοπος της χώρας ή των χωρίων ή του τμήματος μιας Επισκοπής. Ο αρχαιότατος αυτός τίτλος επιβιώνει στο βοηθό Επίσκοπο του Αρχιεπισκόπου Κύπρου: «Χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος». Αντικατάσταση του τίτλου σήμερα έχει γίνει με τους τιτουλάριους αρχιερείς που είναι βοηθοί των Μητροπολιτών.  

  Ψευδεπίγραφα: Κείμενα στα οποία ο συντάκτης τους υπέγραψε με ψευδές όνομα. Στά Ψ. Ευαγγέλια, Πράξεις, Επιστολές καί Αποκαλύψεις οι συντάκτες τους έθεσαν υπογραφή κάποιου άλλου εγκυρότερου προσώπου, συνήθως Αποστόλου, για να δώσουν σ’αυτά μεγαλύτερη αξία.

  Ψυχή: Το ένα από τα δύο συστατικά στοιχεία του ανθρώπου (το άλλο είναι το θνητό σώμα), που χαρακτηρίζει κυρίως τον άνθρωπο και που δόθηκε αποκλειστικά σ’αυτόν από τον Θεό και Δημιουργό του κατά τη στιγμή της συλλήψεώς του. Η Ψ. μετά το θάνατο του σώματος δεν πεθαίνει, συνεχίζει να ζει στην άλλη ζωή μέχρι την κοινή Ανάσταση των νεκρων, οπότε θά ενωθεί με το αναστημένο σώμα.

 Πρεσβ. Γεωργίου Κουγιουμτζόγλου, Λατρευτικό Εγχειρίδιο (Στοιχεία αγωγής για την τάξη και τη λατρεία της Εκκλησίας), εκδ. Συναξάρι, Θεσσαλονίκη 1998.