Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Αὐτοεκτίμηση ἤ ταπείνωση; Πορεία ἀπό τήν τραγωδία στήν κάθαρση!

Αὐτοεκτίμηση ἤ ταπείνωση; Πορεία ἀπό τήν τραγωδία στήν κάθαρση!




Αὐτοεκτίμηση ἤ ταπείνωση; Πορεία ἀπό τήν τραγωδία στήν κάθαρση!


 Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου πού ἔγινε στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Παντελεήμονος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γλυφάδας στίς 14-03-2010

Νά κάνω μιά μικρή εἰσαγωγή -θά τήν ἔλεγα ἱστορική, μέ δυό γραμμές μονάχα- ἡ ὁποία μπορεῖ νά σᾶς βοηθήσει νά κατανοήσετε τό νόημα, νά κάνω μιά ἀναγωγή γνωστή σέ σᾶς· ἔτσι νά πάω λίγο στήν κοινωνική σκέψη τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδας, ὅπου, ξέρετε, κατά τήν Ἀριστοτέλεια ρήση ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὄν κοινωνικό. Ἕνας βασικός ὁρισμός, πού τουλάχιστον γιά τά μέτρα τῆς φιλοσοφίας τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδας εἶναι κάτι πολύ οὐσιαστικό καί προχωρημένο, ἀφοῦ τό ὄν τό κοινωνικό ἀναιρεῖ τόν ἐγωισμό καί τόν ἀποκλεισμό.

Αὐτό εἶναι καλό βέβαια γιά τήν Ἀρχαία Ἑλλάδα ὅπου λείπει ὁ Χριστιανισμός, ἀλλά μέσα στό χῶρο τοῦ Χριστιανισμοῦ τό ὄν τό κοινωνικό δέν εἶναι ἀρκετό, νά εἶναι κοινωνικό ὄν. Καί θά μπορέσω νά δώσω -παρόλο πού θά μποροῦσα νά πῶ πολλές ὁρολογίες- τό πέρασμα ἀπό τήν Ἀρχαία Ἑλλάδα, ἀπ᾽ αὐτή τήν κοινωνικότητα πού ἀποκλείει μορφές ἐγωισμοῦ, κλεισμένων ἀνθρώπων -σχετικά πάντοτε- θά μποροῦσα νά κάνω τό πέρασμα τό θεολογικό καί οὐσιαστικά τό ἀνθρωπολογικό στό χῶρο τῆς Καινῆς Διαθήκης μέσα ἀπό τήν πολύ γνωστή φράση τῶν Πατέρων πού [λένε ὅτι] ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἁπλῶς ὄν κοινωνικό, εἶναι «ζῶον θεούμενον» (Παν. Νέλλας). Καί μόνο αὐτή ἡ ἀντιπαράθεση μπορεῖ νά σᾶς δώσει ἕναν ὁρισμό γιά νά καταλάβετε πώς ἀκόμη καί κοινωνικοί νά εἴμαστε -πού τό κοινωνικό ξεπερνάει ἕναν ἀτομισμό, ἔχεις παρέες, γνωρίζεσαι, μιλᾶς, ἔχεις κουράγιο νά σταθεῖς πλάι στόν ἄλλον- ἄν δέν εἶναι τό θεούμενον, καί ἐκεῖ πέρα τά πράγματα εἶναι μισά. Ἔχουμε λοιπόν στήν ἐξέλιξη τῆς ἱστορίας τῆς κοινωνιολογίας τῶν ἀνθρώπων τό ὄν τό κοινωνικόν, τό Ἀριστοτελικό καί τό Ἀρχαῖο Ἑλληνικό καί τό ξεπέρασμα πού εἶναι ζῶον θεούμενον. Ἐνῶ τό ὄν εἶναι κάτι πολύ ἀφηρημένο: ἕνα ὄν, ἕνα πλάσμα. Τό ζῶον εἶναι, θά ἔλεγα, καί βλαπτικό γιά τήν ἰσορροπία τοῦ ἐγωισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Νά σέ ποῦν τώρα ζῶον αὐτή τή στιγμή, θά θυμώσεις πάρα πολύ. Καί μάλιστα εἶναι ζῶον, θεούμενον, ὅμως. Ἄρα ἡ πορεία, ὁ συσχετισμός ἔχει σχέση μέ τό Θεό. Οὔτε ἔχει σχέση μέ τήν κοινωνία, γιατί οὔτε ἡ κοινωνία εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἀξιοκρατία. Ποιά εἶναι τά μέτρα τῆς κοινωνίας. Ποιοί εἶναι οἱ ὁρισμοί τῆς κοινωνίας. Πῶς ἐγώ θά θεραπεύσω τόν ἑαυτό μου μέ ἕνα μέτρο πού λέγεται κοινωνία καί ποιά εἶναι αὐτή ἡ κοινωνία. Γιατί γιά νά ἔχεις θεραπεία, πρέπει νά ἔχεις καλά φάρμακα καί καλή ἰατρική.


Ἔτσι λοιπόν τό πέρασμα στήν Ὀρθοδοξία μας μέσα ἀπό τό «ζῶον θεούμενον» εἶναι καταπληκτικό γιά τή θεραπευτική αὐτοῦ τοῦ ἐπικίνδυνου δεδομένου τοῦ ἀνθρώπου πού -τό λέω στήν ἀρχή- νά μή θέλει νά εἶναι κοινωνικός ἤ νά εἶναι μονάχα κοινωνικός κατά τά μέτρα τῆς κοινωνικότητας· οὔτε αὐτό μᾶς ἀρκεῖ στήν Ἐκκλησία. Μπορεῖ νά εἴμαστε μιά κοινωνία καί νά τρωγόμαστε, νά ἀντέχει ὁ ἕνας τόν ἄλλον γιατί πρέπει νά ζήσουμε, νά δουλέψουμε, νά εἴμαστε στό σπίτι μέσα γιατί δέν μποροῦμε νά κάνουμε κάτι ἄλλο, ἀλλά καί νά τρωγόμαστε. Ἄρα τό κοινωνικό δέν ἀρκεῖ, ἀρκεῖ τό θεούμενον.

Θά σταθῶ περισσότερο σήμερα στόν ἐγωισμό καί θά δώσω καί κάποια παραδείγματα. Ἀλλά ἐπειδή ἔβαλα στήν ὁρολογία μου αὐτή τή λέξη τοῦ αὐτοσεβασμοῦ, πρέπει νά κάνω μιά ἀντιπαράθεση γιατί αὐτή ἡ λέξη σήμερα εἶναι πάρα πολύ καίρια καί πάρα πολύ ἐπικίνδυνη, εἰδικά γιά τό χῶρο τῆς σύγχρονης παιδαγωγίας. Ἡ λέξη «αὐτοσεβασμός» [αὐτοεκτίμηση], ὅσο μπορῶ νά θυμηθῶ, μπῆκε σέ ἐπίσημες δομές ἐκπαιδευτικές καί σέ ἐκπαιδευτικά κείμενα μέσα, ἐδῶ καί τέσσερα-πέντε χρόνια καί δέν εἶναι μόνο μία τέτοια ἰσορροπία ἐκπαιδευτική, ἀλλά ἀφορᾶ πάρα πολλούς ἄλλους φορεῖς, σχολές ψυχολογίας, ψυχοθεραπείας κ.λπ. Ἔχουμε μερικές σχολές μάλιστα στή Γλυφάδα οἱ ὁποῖες ἔχουν ὡς motto τους, δηλαδή ὡς ρητό τους, τόν αὐτοσεβασμό τοῦ ἀνθρώπου. Ἄν δοῦν μάλιστα σέ ἕνα σχολεῖο ἕνα παιδί τό ὁποῖο εἶναι λίγο μαζεμένο, λίγο φοβισμένο, λένε ὅτι αὐτό δέν ἔχει αὐτοσεβασμό. Τί εἶναι ὁ αὐτοσεβασμός; Ὁ αὐτοσεβασμός ξεχνάει πρῶτα- πρῶτα τήν κοινωνία, ξεχνάει τό ζῶον τό θεούμενον, ξεχνάει τήν κοινωνία καί λέει νά ἀναμετρηθεῖς μέ τόν ἑαυτό σου, ἐνῶ ὁ Ἀριστοτέλης ἀναμετριέται τουλάχιστον μέ τήν κοινωνία, ὅποια καί νά ᾽ναι. Ὅποια καί νά ᾽ναι. Νά ἀντέξεις αὐτόν πού εἶναι πλάι σου καί ἔστω νά χτυπιέσαι κάτω, δέν εἶναι καλό βέβαια. Ἡ Ἐκκλησία ἀναμετριέται μέ τό Θεό. Στόν αὐτοσεβασμό, πού εἶναι δομή τῆς σύγχρονης παιδαγωγίας μας καί πάρα πολύ ἐπικίνδυνη, ἀναμετριέσαι μόνο μέ τόν ἑαυτό σου. Ὑπάρχει λοιπόν ἕνα πρῶτο κλείσιμο πού, ἀντί νά θεραπεύσει, φέρνει μιά τραγωδία. Ὅσες φορές μελέτησα κείμενα αὐτῶν τῶν σχολῶν τοῦ αὐτοσεβασμοῦ, σᾶς λέω στή Γλυφάδα ἔχουμε ἀρκετές καί μιά μάλιστα σχολή εἶναι πάρα πολύ ἐπικίνδυνη, καταστροφική γιά τή λειτουργία της, ἀκριβῶς αὐτό τό ἔργο γίνεται. Βλέπουν ἕναν ἄνθρωπο πού εἶναι φοβισμένος, ἔχει κάτι, ἤ δέν ἀντέχει τούς ἄλλους, ἔχει αὐτό τόν ἐγωισμό πού εἶναι καταλυτικός γιά τή ζωή μας, λένε δέν ἔχει αὐτοσεβασμό κ.λπ., κ.λπ. Ἔτσι λοιπόν ἀντί νά πᾶμε σέ μιά πορεία πρός τό ζῶον τό θεούμενον καί νά καλλιεργήσουμε τή θεολογία καί τή θεραπευτική τοῦ ἀνθρώπου πού εἶναι ἕνα ζῶον -χωρίς τό Θεό του, εἶναι ζῶον- καί νά γίνει θεούμενον, ξεχνᾶμε ἀκόμα καί τήν Ἀρχαία Ἑλλάδα καί τόν Ἀριστοτέλη καί πᾶμε πίσω, πᾶμε στόν αὐτοσεβασμό. Ἄρα τό μέτρο εἶμαι Ἐγώ.

Τώρα ξεκινώντας γιά νά ἀναλύσω αὐτή τήν ὁμιλία νά θυμίσω μερικά χωρία ἀπό τήν Καινή Διαθήκη πρῶτα-πρῶτα, πού θεωροῦν τόσο ἐπικίνδυνη αὐτή τήν ἔννοια τοῦ αὐτοσεβασμοῦ· δέν τή λένε «αὐτοσεβασμός», ἀλλά τά χωρία τά ὁποῖα διαγράφονται μέσα στή Γραφή εἶναι σαφέστατα ὁρισμένα καί συγκεκριμένα καί ὁρίζουν αὐτό τό στοιχεῖο τοῦ αὐτοσεβασμοῦ. Θυμηθεῖτε ἀπό τό ὄγδοο κεφάλαιο τοῦ κατά Μᾶρκον Εὐαγγελίου αὐτή τή φοβερή φράση πού δέν τήν καταλαβαίνουμε. Εἶναι τόσο γνωστή φράση, τήν ξέρετε ὅλοι. Λέει: «Ὅς γάρ ἄν θέλῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὅς δ᾽ ἄν ἀπολέσῃ τήν ἑαυτοῦ ψυχήν ἕνεκεν ἐμοῦ καί τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν» (Μάρκ. 8:35). Βλέπετε τί λέει; Ὅποιος θέλει νά σώσει τήν ψυχή του θά τή χάσει. Θά πεῖτε τί σημαίνει αὐτό; Ἐγώ θέλω νά σώσω τήν ψυχή μου καί θά τή χάσω; Ἀλλά λέει: «ἕνεκεν ἐμοῦ καί τοῦ εὐαγγελίου». Τί σημαίνει νά σώσει τήν ψυχή του; Νά μαζευτεῖ στόν ἑαυτό του, νά κάνει αὐτοανάλυση, νά κάνει ψυχανάλυση, νά σκέφτεται ποιός εἶναι, αὐτοσεβασμός, ἕναν κύκλο γύρω ἀπό τόν ἑαυτό του; «Ὅς γάρ ἄν θέλῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι» καί νά κλειστεῖ μέσα του καί δυστυχῶς πάρα πολλές τέτοιες ὁμάδες ἤ σχολές, λεγόμενες «θεραπευτικές» στό χῶρο τῆς ψυχῆς -δέν μποροῦν νά τή θεραπεύσουν, ἀλλά ἔτσι τό λένε- πάνω σ᾽ αὐτό τό μοντέλο στέκονται. Βλέπετε τό στοιχεῖο τῆς ψυχανάλυσης, εἶναι συνέχεια ἡ ἀνάλυση τοῦ ἑαυτοῦ σου· ποιός εἶσαι ἐσύ. Στήν κλασική φροϋδική ψυχανάλυση, κατά τήν πρακτική τοῦ Φρόυντ χρειαζόταν γιά πέντε χρόνια τρεῖς φορές τήν ἑβδομάδα ἐπί τρεῖς ὧρες ψυχανάλυση, νά μιλᾶς μόνος σου, νά ἀνακαλύπτεις τόν ἑαυτό σου μόνος σου. Ὁ θεραπευτής παραμένει σιωπηλός, ἀκόμα κι ὅταν ἐξελίχθηκε καί πῆρε δεκάδες μορφές. Ἀλλά εἶναι αὐτό: «ὅς γάρ ἄν θέλῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι». Ἐγώ ποιός εἶμαι, τί εἶμαι καί γιατί εἶμαι; Καί ἡ Ἐκκλησία λέει ἁπλά «ζῶον θεούμενον». Ἡ ἀναμέτρηση, ἡ σύγκριση, ἡ πορεία, ἡ στάση μπροστά στό Θεό. Ἐκεῖ θά ἀναμετρηθεῖς. Οὔτε κἄν τό Ἀριστοτελικόν, νά ἀναμετρηθεῖς μέ μιά κοινωνία πού ἔχει κάποιες θεωρίες. Ἐδῶ εἶναι: «ὅς γάρ ἄν θέλῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι». Καί: «ὅς ἄν θέλῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν». Πού σημαίνει, πάρτε το πολύ ἁπλά καί κρατῆστε το γιά τά καθημερινά σας προβλήματα -γιατί εἶναι αὐτό ἔτσι; Γιατί εἶναι ἀλλιῶς; Γιατί ἐγώ παθαίνω αὐτό; Γιατί μοῦ συμβαίνει; Αὐτό εἶναι αὐτό πού λέει ὁ Χριστός· καταλυτικό καί, συγχωρέστε με πού τό λέω, τό ξέρετε ἐσεῖς ἀπό τήν προσωπική σας ζωή, τό κάνετε κάθε μέρα. «Γιατί σέ μένα;», «γιατί αὐτό ἔτσι;», «γιατί μοῦ φέρεται ἔτσι;» Εἶναι αὐτό πού λέει ὁ Χριστός, εἶναι καταλυτικό. Εἶναι τό πρῶτο χωρίο πού καταθέτω γιά τήν ἀναίρεση τοῦ αὐτοσεβασμοῦ γιά νά πάω στή θεραπεία, πού εἶναι ἡ ταπείνωση.

Βέβαια νά θυμηθῶ καί ἄλλα χωρία. Θυμάστε ἐκεῖνο τό χωρίο πού καλοῦνται ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι νά ἔρθουνε στό τραπέζι καί ἄλλο πράγμα σκέπτονται. Τούς καλεῖ ὁ Θεός καί λέει ὁ ἕνας: «ἀγρόν ἠγόρασα, καί ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καί ἰδεῖν αὐτόν·» (Λουκ. 14:18), στροφή γύρω ἀπό τά δικά του. Ὁ ἄλλος λέει: «ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καί πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά·» (Λουκ. 14:19), γύρω ἀπό τόν ἑαυτό του καί τά πράγματά του καί ὁ ἄλλος: «γυναῖκα ἔγημα» (Λουκ. 14:20). Αὐτά τά χωρία, εἰδικά στήν πατερική θεολογία, παρόλο πού τά ξέρουμε καί τά χρησιμοποιοῦμε, ἔχουν ἕνα κάλλος βαθύτατα θεραπευτικό καί μάλιστα ἔχουν λόγο ἀπέναντι σέ τέτοιες ὑποψίες θεωρίας πού λένε: «νά ἐμεῖς τώρα ἔχουμε τρόπο νά θεραπεύσουμε αὐτόν πού δέν ἔχει αὐτοσεβασμό». Ὅλοι αὐτοί στρέφονται στόν ἑαυτό τους, στά πράγματά τους, στά βόδια τους, στή γυναίκα τους, στά χωράφια τους. Νά λοιπόν ἕνα ἄλλο ὑπόδειγμα στροφῆς. Προσέξτε τήν ἀντιπαράθεση πού κάνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ὅταν ὁμιλεῖ γιά τήν πορνεία λέει: «ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἕν σῶμά ἐστιν;... ὁ δέ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἕν πνεῦμά ἐστι…» (Α᾽ Κορ. 6:16-17). Κάνει ἀντιπαράθεση, προσέξτε, τῆς προσκολλήσεως σέ ἕνα ἄλλο πρόσωπο καί τό λέει πορνικό, σέ σχέση μέ τό Θεό. Κάτω ἀπό αὐτή τή θεολογία ὁποιαδήποτε ἄλλη προσκόλληση καί ὄχι μονάχα σεξουαλική, πού θά τό νομίσετε ἐδῶ πέρα -ἀπό ἐκεῖ ξεκινᾶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος- προσκόλληση εἶναι μιά πορνικότητα. Στήν Ἐκκλησία ἡ πορνικότητα εἶναι αὐτό πού ξέρουμε στά σωματικά τά μεγέθη, ἀλλά στή θεολογία τῶν Πατέρων ξεπερνιέται. Βλέπετε, «ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἕν σῶμά ἐστιν;... ὁ δέ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ…», ἴδια λέξη. Προσέξτε τή φράση τοῦ δευτέρου κεφαλαίου τῆς Γενέσεως: «Καί προσκολληθήσεται πρός τήν γυναῖκα αὐτοῦ, καί ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν» (Γεν. 2:24). Ἀλλά εἶναι ἡ προσκόλληση μέσα ἀπ᾽ τό μάτι τοῦ Θεοῦ, μέσα ἀπ᾽ τό κοίταγμα τοῦ Θεοῦ, ἡ ἴδια λέξη εἶναι, πάλι δηλαδή ἡ στροφή γύρω ἀπό τόν ἑαυτό μου. Ποῦ προσκολλοῦμαι, ποιά εἶναι τά προβλήματά μου, πῶς θά καλύψω τά προβλήματά μου.

Θυμηθεῖτε ἐκεῖνο τό χωρίο τοῦ ἄφρονος πλουσίου (Λουκ. 12:16-21) πού σκεπτόταν τόν ἑαυτό του «στραφείς ἐν ἑαυτῷ», βλέπετε δέν μιλάει μέ κανέναν, «στραφείς ἐν ἑαυτῷ», στρέφεται στόν ἑαυτό του καί λέει ἔχω αὐτό καί θά οἰκοδομήσω καί θά γκρεμίσω, θά χτίσω. Μιλάει μέ τόν ἑαυτό του. Κάνει μιά ἰδιότυπη αὐτοανάλυση καί ἔχει ἕνα στοιχεῖο αὐτοεκτιμήσεως: μπορῶ νά κάνω καί αὐτό καί αὐτό καί αὐτό. Βλέπετε, χωρία τά ὁποῖα ἔρχονται νά ἀντιμετωπίσουν σήμερα τέτοιες λεγόμενες νεοφανεῖς θεωρίες μ᾽ ἕναν τρόπο καταλυτικό καί ἀποδεικνύεται ἀκριβῶς τό κάλλος τῶν εὐαγγελικῶν κειμένων. Βλέπετε, ὁ Φαρισαῖος «σταθείς πρός ἑαυτόν» (Λουκ. 18:11), προσέξτε τίς λέξεις. Ὅταν διαβάζετε τό Εὐαγγέλιο νά πάρετε τό γενικό νόημα· ξέρετε τήν ἱστορία -καί ποιός δέν τήν ξέρει;- τοῦ Τελώνη καί τοῦ Φαρισαίου, ἀλλά θά προσέξετε τίς λέξεις κατά τήν ἑρμηνευτική μεθοδολογία τῶν Πατέρων. Προσέξτε ἡ ἑρμηνευτική μεθοδολογία τῶν Πατέρων εἶναι νά ξέρουμε μέν τό νόημα, ἀλλά γιά νά καταλάβετε τό νόημα πρέπει νά ἀναλύσετε τό ὑλικό πού δομεῖ αὐτό τό νόημα. Βλέπω ἐδῶ πέρα ἕνα κτίσμα, ἀπό τί ὑλικό φτιάχτηκε. Οἱ Πατέρες ξεκινᾶνε ἀπό τό ὑλικό καί προσέξτε καί πάλι στό Φαρισαῖο «σταθείς πρός ἑαυτόν ταῦτα προσηύχετο». Βλέπετε προσηύχετο, ἀλλά ὄχι στό Θεό. Εἶναι μιά στάση αὐτοεκτιμήσεως. Θά μπορούσατε νά δεῖτε τό Φαρισαῖο ὡς τό ἀπόλυτο μοντέλο τῆς αὐτοεκτιμήσεως. Γιατί στέκεται «πρός ἑαυτόν», μάλιστα προσευχόμενος. Ἄς τό πῶ ἔτσι, ἄν εἶναι ἡ φράση δόκιμη, δέν εἶναι δόκιμη, κάνει μιά ψυχαναλυτική προσευχή. Ἀλλά ἀναλύει τόν ἑαυτό του καί κάνει αὐτοεκτίμηση. Ἔχουμε πάρα πολλά τέτοια χωρία, καταθέτω μερικά ἀπό αὐτά, ἔτσι γιά νά ἐπιβεβαιώσω τό λόγο πού σᾶς λέω.

Ἀκόμη βλέπετε καί στή θεραπεία τῶν δέκα λεπρῶν πού ὁ ἕνας γυρνάει πίσω. «Οὐχί οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δέ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ;» (Λουκ. 17:17-18). Βλέπετε, δέν εἶναι ἡ αὐτοτελής θεραπευτική. Ναί, θεραπεύτηκαν, ἀλλά δέν θεραπεύτηκαν, γιατί δέν ἀπέδωσαν καί δέν ἔστρεψαν τή θεραπεία τους πρός τό Θεό. Πόσες φορές -τό ξέρουμε- ὁ Χριστός λέει (τοῦ παραλυτικοῦ): περπάτα, «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι» (Λουκ. 5:20). Καί λένε γύρω: «τί σχέση ἔχει ἡ ἁμαρτία μέ τό περπάτα;». Ἄν εἶσαι λοιπόν τόσο δυνατός νά τόν γιατρέψεις, πές του: «περπάτα». Γιατί τοῦ λές πρῶτα: «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι», τώρα: «πάρε τό κρεβάτι σου καί περπάτα». Γιατί ἡ στροφή του ἡ θεραπευτική ὀφείλεται στή στροφή του πρός τό Θεό.

Καί φυσικά κορυφαῖο κομμάτι γύρω ἀπό αὐτά τά θέματα εἶναι τό πάρα πολύ γνωστό χωρίο πού παρατίθεται στά εὐαγγελικά κείμενα ὄχι μία φορά μόνο, σᾶς διαβάζω τό κείμενο ἀπό τό Λουκᾶ - ποιά εἶναι ἡ δομή τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Τό ξέρετε ὅλοι τό κείμενο, ἀλλά νά τό κρατήσετε σάν -ὄχι ὑποδειγματικό κείμενο- σάν τό κείμενο ὁδηγό γιά τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ποιά εἶναι ἡ πρώτη ἐντολή; «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου» (Μάρκ. 12:30). Βλέπετε «ἐξ ὅλης». Καί παραθέτει ὅλα τά μεγέθη τῆς ψυχῆς, ψυχή, διάνοια, τά πάντα. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο. Καί μετά θά ἔρθει ἡ δεύτερη ἐντολή: «ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Μάρκ. 12:31). Πού σημαίνει ἄν δέν ὑπάρχει ἡ πρώτη καί ὁποιοδήποτε κοινωνικό κοίταγμα καί Ἀριστοτελικό κοίταγμα εἶναι ἀφηρημένο καί δέν εἶναι θεραπευτικό, γιατί δέν στρέφεις τόν ἑαυτό σου ἐκεῖ πού εἶναι φτιαγμένος νά στρέφεται. Βλέπετε στήν Ἐκκλησία μέσα -πού ἡ Ἐκκλησία Αὐτή θεραπεύει καί μόνο Αὐτή τίς ψυχές- ἡ βασική θεραπευτική τομή εἶναι τόν ἁμαρτωλό, τό μετανοημένο, αὐτόν πού προσπαθεῖ, νά τόν στρέψουμε πρός τόν Θεό. Δέν καθόμαστε νά ἀναλύουμε τά προβλήματά του, πᾶμε παρακάτω. Ἀλλά νά στρέψουμε τό νοῦ μας στό Θεό. Λέει: «τώρα ἁμάρτησα, τί νά κάνω;» - «Νά κάνεις προσευχή». - «Τί σχέση ἔχει;» μοῦ λέει. Ἀκόμη καί ἐπιτίμιο νά βάλω, δέν εἶναι τό ἐπιτίμιο μιά τιμωρία, γιά νά ἀποκατασταθεῖ ἡ ἰσορροπία τῆς ἁμαρτίας πού ἔκανες. Αὐτό ὁ Θεός τό συγχωρεῖ. Τό ἐπιτίμιο εἶναι ἕνα μέτρο θεραπευτικό, τίποτε ἄλλο. Ἀλλά πρέπει νά στραφεῖς στό Θεό.

Προσέξτε πῶς ὁ Θεός λειτουργεῖ αὐτή τή θεραπευτική· ἕνα παράδειγμα μόνο σᾶς λέω. Ὅταν ὁ Θεός λέει στούς Ἑβραίους, περίπου λίγες μέρες μετά τήν ἔξοδο ἀπό τήν Αἴγυπτο, γιά νά πᾶνε στή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, «Ἐλᾶτε τώρα νά μπεῖτε στή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας» καί αὐτοί στέλνουν κάποιους κατασκόπους καί βλέπουν αὐτοί ὅτι ἡ γῆ ἐκεῖ πέρα εἶναι πάρα πολύ δύσκολη, ἔχει ὀχυρώματα, ἔχει τειχίσματα, ἔχει στρατό κ.λπ. καί οἱ ἐκπρόσωποι πού γυρνᾶνε πίσω, λένε στό Μωυσῆ: «μά δέν μπορεῖ νά γίνει αὐτό τό πράγμα, ἐμεῖς πῶς θά μποῦμε σέ αὐτή τή χώρα; Αὐτοί ἔχουν ἄλογα, ἔχουν ὅπλα, ἔχουν τάνκς», θά τό ᾽λεγα ἔτσι. «Κι ἐμεῖς δέν ἔχουμε τίποτε». Μονάχα δύο ἀπό τούς ἐκπροσώπους πού ἔστειλαν ἀντιστέκονται, ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ καί ὁ Χάλεβ λένε: «ὄχι, ὄχι, ἀφοῦ τό εἶπε ὁ Θεός θά μποῦμε» καί οἱ Ἑβραῖοι ἀντιτίθενται. Ὁ Θεός, προσέξτε, τί λέει μετά: «δέν θελήσατε νά μπεῖτε τώρα;» -καί προσέξτε χωρίς ὅπλα θά μπαίνανε- «οὗτοι ἐν ἅρμασι καί οὗτοι ἐν ἵπποις, ἡμεῖς δέ ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν μεγαλυνθησόμεθα» (Ψαλμ. 19,8), τά λέμε αὐτά στά ψαλτήρια, τά ψάλλουμε Μεγάλη Ἑβδομάδα, αὐτά εἶναι δομή τῆς ζωῆς μας. Ἄν δέν τά θυμόμαστε αὐτά, τί θυμόμαστε; Λέει ὁ Θεός: «ὡραῖα, δέν θελήσατε νά μπεῖτε χωρίς ὅπλα τώρα, σαράντα χρόνια θά περιπλανάσθε στήν ἔρημο». Αὐτό δέν εἶναι τιμωρία, εἶναι θεραπευτική. Ὁ Θεός συγχωρεῖ ἐπί τόπου καί μάλιστα ἐπί τόπου ὁ λαός ζητάει ἔλεος ἀπό τό Θεό καί τοῦ λέει: «Θεέ μου συγχώρεσέ με». Δέν ἤξερε ὁ λαός καί ὁ Θεός λέει: «τόν συγχωρῶ». Τόν συγχωρεῖ μέν, ἀλλά σαράντα χρόνια στήν ἔρημο γιά λόγους θεραπευτικούς, προσέξτε, μπορεῖ νά ἔπαθες καρκίνο γιατί ἔτρωγες κάτι βλαβερό, ξέρω ᾽γώ, κάπνιζες, τί ἔκανες, ἔρχεται ὁ χειροῦργος, βγάζει τόν καρκίνο καί ἡ Ἐκκλησία θά σοῦ πεῖ: «ἐντάξει, ἀφοῦ τό ἔκοψες, συγχωρεῖται», ἀλλά γιά νά ἀποκατασταθεῖ ὁ τρωθείς ὀργανισμός, θέλει καιρό, θεραπευτική μεθοδολογία. Σαράντα χρόνια θεραπευτικῆς μεθοδολογίας. Βλέπετε, κείμενα βιβλικά πού στρέφονται στό Θεό ὅλοι. Ἀκόμη σέ μιά στιγμή κάμπτεται καί ὁ Μωυσῆς, περνᾶνε τά σαράντα χρόνια καί εἶναι ἔξω ἀπό τή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Εἶχε πεῖ: «ὅλοι αὐτοί πού ἀπίστησαν δέν θά μποῦν μέσα», παρά μόνο τά παιδιά τους καί αὐτοί οἱ δέκα ἐκπρόσωποι οὔτε αὐτοί θά μποῦν μέσα, παρά μόνο ὁ Χάλεβ καί ὁ ᾽Ιησοῦς τοῦ Ναυῆ θά μποῦν. Δέν λέει τίποτε γιά τόν Μωυσῆ. Ὁ Μωυσῆς δέν ἀπίστησε. Ἦταν λίγες μέρες πρίν νά μποῦν μέσα στή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας καί δέν εἶχαν νερό καί ὁ λαός πάλι γκρίνιαζε, γκρίνιαζε, γκρίνιαζε καί τόν κούρασαν πάρα πολύ τόν Μωυσῆ. Εἶχε κάνει τόσα θαύματα. Κι ἔχει ὁ Μωυσῆς μιά μικρή στιγμή -ἄς τήν πῶ ἔτσι ἄν ἐπιτρέπεται- μιά μικρή στιγμή ἀδυναμίας καί λέει ὁ Μωυσῆς: «ἔ, ἀπ᾽ αὐτή τήν πέτρα θά βγεῖ νερό;». Διαβάστε τό βιβλίο τῶν Ἀριθμῶν. Καί ὁ Θεός τοῦ λέει: «χτύπα τήν πέτρα καί ἀπ᾽ αὐτή τήν πέτρα θά βγεῖ νερό». Εἶχε κουραστεῖ. Χτυπάει τήν πέτρα πρώτη φορά καί δέν βγαίνει νερό. Τή δεύτερη χτυπάει καί βγαίνει. Τί σημαίνει αὐτό; Γιά ἕνα λεπτό εἶχε μιά μικρή ἀπιστία καί τοῦ λέει ὁ Θεός: «γιά αὐτή τήν ἀπιστία οὔτε ἐσύ θά μπεῖς στή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας». Αὐτό τί σημαίνει; Ἡ ἀπόλυτη στροφή στό Θεό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖο καταξιώνει τή δυνατότητα νά ξεπεράσουμε καί τό κοινωνικό ὄν τοῦ Ἀριστοτέλη, νά μήν πέσουμε στήν παγίδα καί τήν τραγωδία τοῦ αὐτοσεβασμοῦ καί τῆς αὐτοαναλύσεως καί νά στρεφόμαστε στό Θεό - αὐτό πού κάνει συνέχεια ἡ Ἐκκλησία.

Ἁπλῶς νά θυμηθῶ καί ἕνα-δυό ἀκόμη χωρία τέτοια, τά ὁποῖα, τά ξέρετε μέν, ἀλλά τά λέμε ἔτσι ρητορικῷ τῷ λόγῳ καί τά χρησιμοποιοῦμε στά κατηχητικά. Τί εἶναι ἡ φράση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου; «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. 2,20). Μιά φράση πού φαίνεται πάρα πολύ ὡραία, πάρα πολύ ρομαντική, πάρα πολύ δυνατή λέξη. Τό καταλάβατε, τό νιώσατε τί εἶναι αὐτό; «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Εἶναι αὐτή ἡ ἀπόλυτη στροφή τοῦ ἀνθρώπου πρός τό Θεό. Μέ ὅλα τά δεδομένα. Ἄν κάπου καμφθεῖτε, ἄν αὔριο ἀπελπιστεῖτε γιά τήν οἰκονομική κρίση τή λεγομένη, γιά κάποια ἀρρώστια, γιά κάποια δυσκολία, γιατί κάποιος σᾶς μίλησε ἄσχημα καί καμφθεῖτε γιά λίγα λεπτά, σταματάει αὐτή ἡ συνέχεια, τό διηνεκές τῆς στροφῆς αὐτῆς. Βλέπετε, ἡ καρδιά σας σταμάτησε ποτέ; Λίγα δευτερόλεπτα νά σταματήσει θά πεθάνετε. Ἡ ἀνάσα σας σταμάτησε ποτέ; Λίγα δευτερόλεπτα νά σταματήσει θά πεθάνετε. Ἔ, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος εἶναι φτιαγμένος γιά αὐτή τή διηνεκή, ἀδιάλειπτη στροφή πρός τό Θεό σέ ὅλα του, προσέξτε. Μήν πεῖτε δέν γίνεται αὐτό τό πράγμα, μά μόνο ἔτσι γίνεται, εἰδάλλως τά ἄλλα εἶναι μιά ἀρρωστημένη κατάσταση καί ζώντας μέσα στήν Ἐκκλησία -πολλές φορές σέ θίγει ὁ ἄλλος, σοῦ μιλάει καί σοῦ λέει κάτι ἄσχημο, δέν ἀντέχεις- χάνεις αὐτή τήν πορεία· μετά μετανοεῖς, ἀλλά χάθηκε ἡ συνέχεια, ἡ καρδιά θά πάθει ἀρρυθμία, ἡ ἀνάσα ἡ ὁποία γιά λίγα λεπτά δέν λειτούργησε θά δημιουργήσει ἄλλα προβλήματα στά πνευμόνια, ξέρω ᾽γώ στό σύστημα τό ἀναπνευστικό, καί δημιουργοῦνται περαιτέρω προβλήματα πού δέν τά καταλαβαίνουμε. Καί λέμε μετά: «μά γιατί, γιατί; Πολεμοῦμε μέσα στήν Ἐκκλησία». Γιατί δέν ἔχουμε τή συνέχεια, «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας» καί τό «συνεχῶς στρέφεσθαι», αὐτό πού λένε ἐδῶ τά κείμενα τά βιβλικά. Καί βλέπετε, ἡ φράση ἡ γνωστή: «ὅστις δ᾽ ἄν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι κἀγώ αὐτόν ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 10:33). Τί σημαίνει «ἀρνήσομαι»; Δηλαδή ἄν κάποια στιγμή ἔχουμε μιά ἀδυναμία καί ἀρνηθοῦμε τό Χριστό καί μετά μετανιώσουμε; Ἀκριβῶς αὐτό τό «ἀρνοῦμαι» δέν ἔχω τή συνέχεια. Δέν ἔχω τήν πλήρη, ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στό Θεό καί πέφτουμε στήν παγίδα καί ξεχνᾶμε ὅτι: «οὗτοι ἐν ἅρμασι καί οὗτοι ἐν ἵπποις, ἡμεῖς δέ ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν μεγαλυνθησόμεθα». Αὐτό εἶναι τό γενικό πλαίσιο, ὅπου ἀρχίζει πιά τό δομικό ὑλικό πού θά καταρτίσει τήν ταπείνωση πάνω μας, γιατί τώρα θά ἀναλύσω κείμενα πατερικά καί θά δεῖτε ὅτι ἡ ταπείνωση κρύβει μέσα της αὐτό τό μέγεθος.

Ἡ ταπείνωση δέν εἶναι αὐτό πού πολλές φορές νομίζετε. Εἶναι μιά βαθύτατη ἀρετή, ἀλλά κρύβει μέσα της αὐτό τό κύτταρο τό ὁποῖο σᾶς τόνισα τώρα πάρα πολύ ἁπλά, πολύ στοιχειωδῶς, μέ ἐλάχιστα χωρία βιβλικά γιά νά τό θεμελιώσω, γιά νά μείνει στό νοῦ σας. Εἶχα κι ἄλλα χωρία, δέν τά διαβάζω, γιά νά μπῶ τώρα στίς πατερικές σκέψεις πού εἶναι καταπληκτικές καί μᾶς βάζουν πιά στό πῶς θά γίνει αὐτή ἡ ταπείνωση πράξη μας καί νά μή νομίζουμε ὅτι ἐπειδή κάνουμε κάποιες πράξεις ταπεινές εἴμαστε ταπεινοί. Εἶναι ἡ συνέχεια, εἶναι τό ἀπόλυτο, εἶναι ἐξ ὅλης τῆς καρδίας. Βλέπεις, ἄν σήμερα σέ βρίσουν ἑκατό καί δέν θυμώσεις μέ τούς ἐνενηνταεννιά καί μέ ἕναν πληγεῖς λιγάκι, δέν ἔχεις ταπείνωση, λένε οἱ Πατέρες. «Μά», θά πεῖς, «μιά φορά»! Μά, ποῦ εἶναι τό ἀδιαλείπτως; Ἕνα λεπτό ἄν δέν ἀνασάνουμε, θά πεθάνουμε. Κι οἱ Πατέρες, μάλιστα, μέ ἕναν ὄμορφο τρόπο, λένε τό ἑξῆς: ὅταν σέ ἕνα μοναστήρι ἁπλώνουν τά ροῦχα τους πού τά πλένουνε, θέλουν μία ἔκταση, ἔχουν κάποιες κολῶνες καί σκοινάκια, ἀνά δέκα μέτρα κολώνα καί σκοινάκι. Τό οὐσιαστικό εἶναι νά ὑπάρχει ἡ κολώνα. Ἄν δέν ὑπάρχει ὅμως σκοινάκι πού ἑνώνει, δέν μπορεῖ νά κρεμαστεῖ τό ροῦχο. Ἐγώ τό λέω μέ ἄλλο παράδειγμα. Βλέπετε, οἱ πυλῶνες τῆς ΔΕΗ τό ἠλεκτρικό ρεῦμα τό μεταφέρουν, ἀνά 100 μέτρα ὑπάρχει καί μιά κολώνα καί ὑπάρχουν τά σύρματα. Οἱ πυλῶνες εἶναι κάτι πάρα πολύ οὐσιαστικό, ἀλλά πρέπει νά ὑπάρχει καί συνέχεια, ἔ; Ἄν τώρα κάνω ταπείνωση καί μετά ἀπό ἑκατό μέτρα κάνω ταπείνωση καί στό ἐνδιάμεσο δέν κάνω, δέν λειτουργεῖ τό ρεῦμα. Αὐτό λένε οἱ Πατέρες, μέ τά δικά τους παραδείγματα, πού δέν ἤξεραν τήν τεχνολογία τῆς ΔΕΗ βέβαια. Σᾶς τό λέω γιά νά εἶναι πιό ἐπίκαιρο. Τό τονίζει μάλιστα ἐμφαντικά, πάρα πολύ ὄμορφα ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Στάθηκε πάρα πολύ, ἐπειδή ἀσχολήθηκε πάρα πολύ μέ τή νοερά προσευχή πού ἔχει τό διηνεκές τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς καί ἤθελε νά τό κάνει πράξη ζωῆς, ὄχι μιά θεωρία νά λέω τό «Κύριε ἐλέησον» ἔτσι. Μπορεῖ καί νά εἶσαι σέ ἀδιάλειπτη προσευχή χωρίς νά λές κἄν τό «Κύριε ἐλέησον». Ἄν εἶσαι στραμμένος στό Θεό, δηλαδή, ἄν εἶσαι ὅλος ἐμπιστοσύνη ἐκεῖ. Νά μήν καμφθεῖς σήμερα τό πρωί ἀπό τή βρισιά, ἀπό τήν κατηγορία, ἀπό τήν κρίση, ἀπό τήν ἀνωμαλία, ἀπό ὅ,τι γίνεται στήν κοινωνία. Δέν εἴμαστε ἀδιάφοροι. Παρεμβαίνουμε θεραπευτικά, χωρίς νά ταραχτοῦμε. Βλέπετε ὁ γιατρός ταράσσεται ἀπό τόν ἀσθενή; Ὄχι. Ἄν δέν ἔχει πλήρη ἰσορροπία, νευρική καί λογική ἰσορροπία, δέν θά μπορεῖ νά κάνει τή δουλειά του σωστά. Κρατῆστε αὐτό τό μέγεθος λοιπόν. Φυσικά μέσα στόν κόσμο τῆς ταραχῆς εἴμαστε. «Ἰδού ἐγώ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων» (Ματθ. 10:16), ἀλλά «μή ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία· πιστεύετε εἰς τόν Θεόν, καί εἰς ἐμέ πιστεύετε» (Ἰωάν. 14:1). Τά λέω αὐτά γιά τή δική μας ἀδυναμία.

Ἀφοῦ ἀναλύσαμε ὅσο μπορούσαμε, σχετικῶς πως, αὐτή τήν ἔννοια τοῦ αὐτοσεβασμοῦ πού εἶναι καταστροφική, πού εἶναι τραγωδία, ἡ κάθε τραγωδία στά μεγέθη τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς τραγωδίας ἔχει πάντοτε μία κάθαρση. Καί βέβαια αὐτό πού ἐμεῖς λέμε κάθαρση στήν Ὀρθόδοξη Θεολογία εἶναι ἕνα βαθύτατο μέγεθος, πάρα πολύ οὐσιαστικό μέγεθος, ἕνα μέγεθος τό ὁποῖο ἀφορᾶ οὐσιαστικά τόν πρῶτο βηματισμό τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς πού εἶναι ἡ κάθαρση. Καί ἡ Ἐκκλησία κινεῖται σέ αὐτό τό χῶρο τῆς καθάρσεως. Θά ἀναφέρω λοιπόν χωρία πατερικά γιά νά ἐπιβεβαιώσω λίγο τήν πρακτική τῆς ταπεινώσεως, ἀλλά ἐπειδή εἶναι σήμερα ἡ μέρα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακας -ἦταν προκλητική ἡ μέρα πραγματικά- καί δέν μποροῦσα νά μήν ξεκινήσω καί νά μή σταθῶ ἐμφαντικά καί μόνο σέ ἕνα σκαλοπάτι τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακας πού ἀναφέρεται στό λόγο περί ταπεινοφροσύνης. Βλέπετε, ἕνα σκαλοπάτι, τό 25ο μάλιστα -πολύ προχωρημένο σκαλοπάτι- εἶναι τό σκαλοπάτι τῆς ταπεινοφροσύνης. Μερικά κείμενα τά ὁποῖα ἀναλύει, εἶναι μιά καταπληκτική δουλειά, δουλειά μάλιστα ὁδηγός, ὅπου ἔχοντας ὅλη τήν προηγούμενη θεολογία -πού προηγήθηκε πρίν ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακας- καί θεολογία πατερική, νηπτική θεολογία πού τήν ξέρει, τή μαζεύει μέ ἕνα μοναδικό τρόπο καί ἀνοίγει δρόμους γιά τήν ταπείνωση. Θά σᾶς διαβάσω τώρα καί μερικές περικοπές ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακας γιά νά δεῖτε τώρα, ὅσο μποροῦμε πιό κριτικά, τήν ταπείνωση. Κάνει μιά ὑπόθεση, ξεκινώντας τό λόγο περί ταπεινώσεως, καί φαντάζεται πώς ὑπάρχει ἕνα συνέδριο, καί πρέπει σέ αὐτό τό συνέδριο, ὅπως εἴμαστε ἐδῶ, νά ἀποφασίσουν γιά κάτι καί νά κουβεντιάσουν γιά κάτι. Ἄρχισε λοιπόν τό συνέδριο, εἶναι πάρα πολύ πρακτικός ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακας ἔχει μιά ὀπτική ἄποψη, φαντάζεται, ἔχει μιά φαντασία στό νοῦ του, καλή φαντασία καί λέει ἄρχισε λοιπόν τό συνέδριο. «Συγκεντρωθήκαμε καί συζητήσαμε καί ἐρευνήσαμε ἐξεταστικά τή σημασία μιᾶς ἐπιγραφῆς πού βρήκαμε». Βρῆκαν μιά ἐπιγραφή καί λένε: «τί νά λέει αὐτή ἡ ἐπιγραφή, τί νόημα ἔχει αὐτή ἡ ἐπιγραφή, τί εἶναι αὐτό τό πράγμα;». Ἡ ἐπιγραφή πού βρήκανε σέ κάποια χαλάσματα ἀρχαιολογικά εἶχε πάνω τόν τίτλο: Ἡ Ἁγία Ταπείνωση. Ἤξεραν τή λέξη ταπείνωση ἀλλά εἶπαν: «τί νά εἶναι αὐτή ἡ ἐπιγραφή; Καί ποῦ νά ἔχει μπεῖ αὐτή ἡ ἐπιγραφή;». Ὑπάρχει κανένα κατάστημα πού πουλοῦσε ταπείνωση; Καί γιατί τή λέει ἡ «Ἁγία Ταπείνωση»; Ὑπάρχει ταπείνωση πού δέν εἶναι ἁγία; Καί ἔκαναν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι λοιπόν ἕνα συνέδριο, ἄς τό πῶ ἔτσι, μοναστικό. Δέν ξέρω ἀκριβῶς ἡ ἱστορία πῶς ἔγινε, ἐπειδή ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακας χρόνια ἦταν ἀσκητής καί εἶχε ἐπαφή μέ ἄλλους ἀσκητές μπορεῖ νά συνέβη κάτι παράλληλο, μπορεῖ νά ἔκαναν τέτοιες κουβέντες. Ἀκόμη οἱ πατέρες σήμερα στό Ἅγιον Ὄρος, ἀκόμη καί τά γεροντάκια ὅταν κάνουν ἐπίσκεψη ἀπό τό ἕνα κελί στό ἄλλο αὐτά τά θέματα κουβεντιάζουν -μή νομίζετε πώς κουβεντιάζουν ἄλλα πράγματα, πού κουβεντιάζουμε ἐμεῖς χάνοντας τήν ὥρα μας- [ἀναλύουν] καί ἀναλύονται σέ τέτοιες ὄμορφες κουβέντες. Βρῆκαν λοιπόν τήν ἐπιγραφή κι ἔγινε θέμα ἐκεῖ πέρα, ἄς τό πῶ ἔτσι, γιά τήν κοινότητα τή μοναστική τή Σιναΐτικη: τί νά σημαίνει αὐτή ἡ ἐπιγραφή. Θά ᾽λεγαν μερικοί «γιά τήν ταπείνωση, μά γιατί Ἁγία Ταπείνωση;». Πρέπει νά τό ἀναλύσουμε. Συγκεντρώθηκαν λοιπόν καί ἤθελαν νά βροῦν τό νόημά του κι ἔλεγαν διάφορες σκέψεις. Νά ἀκούσουμε τίς σκέψεις τίς ὁποῖες καταθέτει ἐδῶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης.

Ἕνας ἔλεγε ὅτι ταπεινοφροσύνη εἶναι τό νά λησμονεῖς ἀμέσως τά κατορθώματά σου. Πολύ ὡραία φράση, αὐτά πού λέμε τώρα εἶναι οὐσιαστικά, ἀλλά δέν εἶναι μοναδικά. Ὅλοι ἔλεγαν κάτι κι ὅπως σέ ἕνα μέγεθος συνοδικό, ὅλοι προσέθεταν κάτι στό κάλλος. Ἀλλά ἐσεῖς τώρα νά κρατᾶτε καί τίς ἐπιμέρους πτυχές, νά, εἶπα τό πρῶτο: νά ξεχνᾶς ἀμέσως τά κατορθώματά σου, ἀμέσως, ὁτιδήποτε θεωρεῖς γιά κατόρθωμα δηλαδή. Γιατί τί εἶναι κατόρθωμα εἶναι τό πρῶτο ἐρώτημα. Κι ἄν ἀκόμα τό θεωρεῖς γιά κατόρθωμα μήν τό πεῖς. Θά μποροῦσα νά μπῶ σέ πρακτικές ἐφαρμογές, νά μπῶ ἄς ποῦμε στήν παιδαγωγία καί νά πεῖς στό παιδί σου πού εἶναι τώρα δεκάξι χρονῶν καί σέ στεναχωρεῖ, σέ λυπεῖ πάρα πολύ μέ αὐτά πού κάνει καί νά πεῖς: «ἐγώ πού κουράστηκα γιά σένα, ἔκλαψα πλάι στό κρεβάτι τῆς ἀρρώστιας σου, ἐγώ πού σέ τάισα». Θά πεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης: «λάθος ἔκανες». Θυμᾶσαι τά κατορθώματά σου, δέν ἔχεις καμιά ταπείνωση. Καί θά σοῦ πεῖ ἕνας ἄλλος ἅγιος, νηπτικός Πατέρας, ὁ ἅγιος Νεῖλος: κοίταξε, ἔκανες αὐτά γιά τό παιδί σου; Ἄρα θές ἀνταλλάγματα, νά σοῦ πεῖ: «μπράβο, εὐχαριστῶ πάρα πολύ». Καί οἱ κόποι αὐτοί πού εἶναι πολύ ὡραῖοι κόποι, ἡ μάνα πονάει γιά τό παιδί της, πᾶνε περίπατο καί χάνονται γιά δυό λόγους: γιατί περιμένει ἀνταλλάγματα καί λέει: «ἐγώ πού τό ᾽κανα αὐτό», γιατί ξέχασε αὐτό πού λέει ἐδῶ πέρα ὁ πρῶτος αὐτῆς τῆς συνδιάσκεψης, θυμᾶται τά κατορθώματά του. Ἕνα παράδειγμα σᾶς ἔφερα τώρα, τό κάνω πολύ πρακτικό. Ἤ ἀκόμα ἕνας δάσκαλος θά μπεῖ στήν τάξη καί θά πεῖ: «μά ὅλο τό χρόνο κουράστηκα, τρελλάθηκα ἐδῶ πέρα μέσα καί τώρα μοῦ πετᾶτε ἀεροπλανάκια στό μάθημα μέσα; Ἔκανα κι αὐτό, κι αὐτό, ἔφερα καί βίντεο καί κομπιοῦτερς, σᾶς πῆγα κι ἐκδρομή». Καί μόνο πού τό λέει στά παιδιά εἶναι μιά χαμένη ἱστορία, θυμᾶται τά κατορθώματά του. Καί ξέρετε τό παιδί πού ἔχει τά δικά του ἁμαρτήματα, τή δική του σαλεμένη -πολλές φορές- ἰσορροπία τοῦ νοῦ του, τόν ἐγωισμό του, ἐπειδή ἔχει ἐγωισμό, ξέρει τόν ἐγωιστή εὔκολα κι αὐτός ὁ δάσκαλος πιά δέν μετράει ἤ αὐτή ἡ μάνα δέν μετράει πιά. Καί μετά λές: «τί νά κάνω;». Τά ἀκοῦμε αὐτά στήν ἐξομολόγηση καί λέμε: «πάει, τώρα νά ἀλλάξεις ἰσορροπία, εἶπες αὐτά τά πράγματα». Θέλει πολλή δουλειά αὐτό. Σαράντα χρόνια στήν ἔρημο ὁ Μωυσῆς, δέν ξέρω πόσα, ἀλλά θέλει πάρα πολύ δουλειά, ἐμεῖς αὐτά τά ξεχνᾶμε. Εἶναι ἡ πρώτη πρόταση· βλέπετε καταπληκτική καί καταλυτική.

Ἄλλος εἶπε τό νά θεωρεῖς τόν ἑαυτό σου πιό τελευταῖο καί πιό ἁμαρτωλό ἀπό τούς ἄλλους, αὐτή εἶναι γνωστή φράση, ἀλλά πῶς γίνεται; Γιά σταθεῖτε, ἄλλο νά τό λές καί νά λές: «ἐγώ εἶμαι πολύ ἁμαρτωλός» -εἶναι πάρα πολύ εὔκολο- κι ἄλλο νά τό ζεῖς, ὄχι νά τό αἰσθάνεσαι, τό αἰσθάνομαι εἶναι μιά κατάσταση ψυχολογική. Ἐδῶ οἱ Πατέρες λένε νά τό ζεῖς, «ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός», προσέξτε ἄλλο τό αἰσθάνομαι, γιατί τό αἰσθάνομαι εἶναι μιά φράση: τό φαντάζομαι, τό φτιάχνω κι ἐπάνω μου, πάω νά ἀπωθήσω τά ὑπόλοιπα· ἐνῶ ἡ θεραπευτική εἶναι νά τό ζεῖς. Μά πῶς θά γίνει αὐτό τό πράγμα; Νά θεωρεῖς τόν ἑαυτό σου πιό ἁμαρτωλό. Ὄχι σέ σχέση μόνο μέ αὐτούς πού ἔχεις μπροστά σου, σίγουρα κι οἱ ἄλλοι ἁμαρτωλοί εἶναι, ποιός μετράει τήν ἁμαρτία; Σέ σχέση μέ τό ἀναμάρτητο τοῦ Θεοῦ, προσέξτε, γιατί «τῷ Θεῷ» ἁμαρτάνουμε, αὐτό εἶναι τό κλειδί αὐτῆς τῆς ἰσορροπίας τῶν Πατέρων, ὅτι εἶσαι πιό ἁμαρτωλός ἀπό τούς ἄλλους, ποιό εἶναι τό μέτρο; Τό μέτρο εἶναι ὁ Θεός. Ἐφόσον λοιπόν ἁμαρτάνουμε, λίγο ἤ πολύ, θά πῶ, κοίταξε αὐτό τό πράγμα ἐγώ τό ἔκανα μία φορά, ὁ ἄλλος τό ἔκανε δέκα φορές, αὐτό εἶναι μαθηματικό μέγεθος, ἀλλά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τό μία καί τό μισό καί τό ἕνα δευτερόλεπτο…., γιά ἕνα δευτερόλεπτο κάμφθηκε ὁ Μωυσῆς καί μέ τό πρῶτο κτύπημα τῆς πέτρας δέν βγῆκε τό νερό, γιά ἕνα δευτερόλεπτο. Λοιπόν τά μαθηματικά τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀλλιώτικα. Ἄν μποῦμε σέ αὐτά τά μαθηματικά, ὅτι ἐγώ εἶμαι πιό ἁμαρτωλός ἀπό τούς ἄλλους θά τό λέμε, εἶναι ὅμως ἔτσι; Εἶναι ἐάν ἁμάρτησα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, βλέπετε καταλυτική σύγκριση στήν ἱστορία τοῦ ἀσώτου, ὁ ἄσωτος ἀναμετριέται μέ τήν ἀγαθότητα τοῦ πατέρα, «ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου» (Λουκ. 15:21), ὁ ἄλλος ὁ γιός ὅμως ἀναμετριέται μέ τήν ἁμαρτωλότητα τοῦ ἄλλου ἀδελφοῦ. Βλέπετε τό παράδειγμα; Βλέπετε τί θησαυρούς ἔχει μέσα ἡ Ἁγία Γραφή, αὐτή πού ξέρουμε, εἶναι οἱ διηγήσεις πάρα πολύ γνωστές. Μέ ποιόν γίνεται ἡ ἀναμέτρηση; «Ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου». Αὐτό δέν κάνει καί ὁ Τελώνης; «Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18:13), λέει, ἐνῶ ἔλεγε ὁ Φαρισαῖος: «δέν εἶμαι ἐγώ σάν τόν Τελώνη», ἴδιο πράγμα. Μέ αὐτά πού λέμε τώρα ἐδῶ πέρα, πασίγνωστα, ἁπλῶς κωδικοποιῶ γνωστά πράγματα γιά τή ζωή σας. Ἀλλά δέν θά πεῖτε: «ἐγώ εἶμαι πιό ἁμαρτωλός ἀπό τούς ἄλλους», καί μόνο πού τό εἶπες θά πεῖς: «μά, ἐγώ;» Ὁ ἄλλος ἀπό τή 17 Νοέμβρη σκότωσε τόσους ἀνθρώπους, ἐγώ δέν σκότωσα, ἄρα ὑπάρχουν καί χειρότεροι ἁμαρτωλοί ἀπό ἐμένα. Ἡ ἄλλη κλέβει, ἡ ἄλλη κουτσομπολεύει, ἡ ἄλλη παράτησε τόν ἄνδρα της, θά βρεῖς χίλιους ἁμαρτωλούς καί θά λές: «ἐγώ εἶμαι πιό ἁμαρτωλός ἀπό ὅλους» κι ὅμως θά τό αἰσθάνεσαι, ἀλλά δέν θά εἶναι. Ἡ ἁμαρτία μας θά σταθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν ἁμαρτία, λένε οἱ Πατέρες, τί κάνουμε; Θίξαμε τήν ἰσορροπία τή δημιουργική τοῦ Θεοῦ, πού τά ἔκανε ὅλα τέλεια. Τά κάναμε ἐμεῖς ἀνάποδα. Κρατῆστε αὐτό τό μέγεθος γιά νά μή γίνει ἡ ταπείνωση μιά περιττολογία ἤ ταπεινολογία. Τό λένε οἱ Πατέρες· ἄλλο ταπείνωση κι ἄλλο ταπεινολογία.

Ἄλλος λοιπόν σ᾽ αὐτό τό συνέδριο, ὑπάρχουν κι ἄλλες σκέψεις, βλέπετε καταπληκτικές σκέψεις, ἀνοῖξτε ἄν θέλετε στό σπίτι σας τήν Κλίμακα νά τό χαρεῖτε μόνοι σας αὐτό τό κείμενο, θά διαβάσω μικρά ἀποσπάσματα, θά βρεῖτε τόν λόγο τόν 25ο νά τόν διαβάσετε, κι ὄχι μόνο αὐτόν, ὁλόκληρη τήν Κλίμακα νά διαβάσετε. Ἕνας τρίτος εἶπε, τό νά γνωρίσεις καλά μέ τό νοῦ σου τή δική σου ἀδυναμία καί ἀσθένεια. Εἶπε νά γνωρίσεις ἐσύ μέ τό νοῦ σου τή δική σου ἀδυναμία καί ἀσθένεια. Βλέπετε, αὐτός κάνει ἕνα πέρασμα, στρέφεται στόν ἑαυτό του τώρα -προσέξτε- ἀλλά ὄχι κατά τά μέτρα τοῦ αὐτοσεβασμοῦ, εἶναι αὐτό πού λένε οἱ Πατέρες, κι ὁ μέγας Βασίλειος κι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἔγραψαν ὁμιλίες πού λέγονται «Πρός ἑαυτόν». Καμιά σχέση μέ τή λέξη αὐτοσεβασμός. Στόν αὐτοσεβασμό ἀνακαλύπτεις πόσο σπουδαῖος εἶσαι καί πόσες δυνάμεις ἔχεις, ἐμεῖς ὅ,τι ἔχουμε τό ἔχουμε ἀπό τό Θεό, «τά σά ἐκ τῶν σῶν». Ἀλλά ἐδῶ πέρα στρέφεσαι γιά νά καταλάβεις τήν ἀδυναμία σου. Ἐδῶ ὑπάρχει μιά στροφή στόν ἑαυτό, τά «εἰς ἑαυτόν» τῶν Πατέρων, προσέξτε, ἔχω δεῖ σ᾽ αὐτές τίς σχολές τῆς ψυχοθεραπείας, σ᾽ αὐτά τά μεγέθη -τίς μελετῶ ὅσο μπορῶ γιατί εἶναι πάρα πολύ ἐπικίνδυνες καί μπλέκουν καί τόν κόσμο μας- ἔχω δεῖ ὅτι μερικοί ἀπό αὐτούς ἔτσι ἀποσπασματικά ἤ ἔτσι μέ ἕναν τρόπο ἐπιφανειακό, χρησιμοποιοῦν καί τέτοια χωρία, λένε: τό λέει κι ὁ τάδε Πατέρας, τό λέει καί τό Εὐαγγέλιο -προσέξτε- χρησιμοποιοῦν αὐτό πού θέλουν ὅπως θέλουν, δέν τό βλέπουν στό γενικό τους κοίταγμα τό θεραπευτικό. Αὐτό ἦταν παρενθετικός λόγος. Ἐδῶ λοιπόν ἔχουμε τό «εἰς ἑαυτόν» ἀλλά νά γνωρίσεις τήν ἀδυναμία σου, πού εἴμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, δέν εἴμαστε τίποτα κι Ἐκεῖνος μᾶς ἀναδεικνύει νά γίνουμε κάτι.

Ὁ τέταρτος εἶπε [ταπείνωση εἶναι] τό νά προλαμβάνεις σέ φιλονικίες νά διαλύεις πρῶτος τήν ὀργή. Ἄν γίνεται ὁποιαδήποτε διαμάχη, νά εἶσαι ὁ πρῶτος πού δέν θά ὀργιστεῖς, ἀλλά νά μήν ὀργιστεῖς στά βάθη τῆς ψυχῆς σου. Ἐδῶ μπαίνουμε στά πολύ βαθιά κλειδιά, ὄχι μόνο μέ τή διαμάχη ἤ τίς φιλονικίες, αὐτά τά πολύ καθημερινά, μπορεῖ νά τέλειωσε ἡ Λειτουργία τώρα καί μετά ἀπό λίγο, κάποια νά εἶπε σέ κάποια ἄλλη κάτι γιά τό ἀντίδωρο, γιά τόν καφέ, κάτι νά ἔγινε, κάτι ἔγινε σίγουρα σήμερα κι ἐδῶ καί στήν παρακάτω ἐνορία, παντοῦ, εἶμαι γι᾽ αὐτό σίγουρος. Καί κάπου ἐθίγης, σοῦ εἶπε κάτι στραβό ἤ ἡ μιά διακονεῖ, πῆγε νά κάνει περισσότερα, ἡ ἄλλη λιγότερα καί κάπου ἐθίγης, λέει νά μήν ἔχεις καθόλου ὀργή, ἔτσι εἶναι τά πράγματα, δέν ξέρω γιατί τό ἔκανε, ὑπάρχουν χίλιοι λόγοι, δέν ξέρω κἄν γιατί τό ἔκανε, δέν ἀναλύω γιατί, εἶναι ἐγωίστρια, μήπως πῆρε κι εὐλογία νά κάνει πιό πολλά ἀπό μένα; Μά δέν ξέρεις, κι ἄν ἔχει πάρει κι εὐλογία μπορεῖ νά εἶναι γιά κάποιο λόγο, νά ἦταν τεμπέλα καί νά τῆς ἔβαλαν πιό πολλή δουλειά γιά νά ξυπνήσει, δέν ξέρω τό γιατί· ἐμεῖς πῶς τό ἀναλύουμε αὐτό τό πράγμα; Καί τό καταστροφικό εἶναι πού ἀντί νά στραφοῦμε στό Θεό νά δοῦμε τήν ἁμαρτωλότητά μας, γιατί εἴχαμε μιά ὀργή μέσα μας, τό ἀναλύει ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλο. Μοῦ λένε μερικές φορές «τά ἔχω μέ αὐτή, νά τῆς πῶ;». «Τί θά πεῖς παιδάκι μου, δέν θά βρεῖτε τίποτε, στό Θεό θά στραφεῖτε πρῶτα, θά μετανιώσετε, θά δείξετε ἀγάπη, θά δείξετε ταπείνωση, καί κάποτε μετά ἀπό καιρό πολύ ὄμορφα θά πιεῖτε μαζί καί καφέ χωρίς νά ὀργίζεστε». Νά μήν πιάσει τίποτε τά μύχια τῆς ψυχῆς μας. Τά λόγια τοῦ συνέδρου εἶναι καταπληκτικά.

Ἕνας πέμπτος εἶπε τό νά γνωρίζεις καλά τή χάρη καί τήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ· νά το, ἡ ταπείνωση πέρα ἀπό ὅλα αὐτά εἶναι νά γνωρίζεις τήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ὅτι σέ συγχωρεῖ ἔτσι ὁ Θεός ἔτσι, χρειάζεται νά ἀναλύσεις τόν ἄλλο; Χρειάζεται νά ἀναλύσεις τόν ἑαυτό σου; Ἡ βασική μεθοδολογία τοῦ διαβόλου εἶναι ὅταν κάνουμε ἁμαρτία νά μᾶς φέρει σέ ἀπελπισία καί νά λέει πολύ βαριά ἁμαρτία αὐτό πού κάναμε, «ἐσύ πού σάν καλός χριστιανός αὐτό δέν ἔπρεπε νά τό κάνεις μέ τίποτα». Ἐκεῖ δέν θά τό κουβεντιάσεις, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, ἡ βασική μέθοδος εἶναι δέν κουβεντιάζουμε ποτέ μέ τό διάβολο, παρά μόνο μέ τό Θεό, βασική νηπτική μέθοδος, κανένα λογισμό μέ τό διάβολο, καμιά ἀνάλυση. Ναί, ἔγινε καί ὁ Θεός μέ συγχώρεσε, «ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», «ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου», «ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου». Μήν μπεῖς στήν κουβέντα μέ τόν πειρασμό, ἀλλά θά θυμηθεῖς τήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Καί θά σοῦ λέει ὁ διάβολος: «μά πῶς ἔγινε τόσο μεγάλη ἁμαρτία, τέτοια ἁμαρτία, τόσα χρόνια μέσα στήν Ἐκκλησία πῶς τό ἔκανες αὐτό τό πράγμα». Μά καμία κουβέντα, ἀρχίζει μιά διαλυτική κατάσταση πού φέρνει ἀνθρώπους πού ζοῦν μέσα στήν Ἐκκλησία, σέ κατάσταση ἀπελπισίας καί -θά τολμήσω νά τό πῶ- νευρολογικῶν προβλημάτων. Κι ἔχουμε χριστιανούς μέ βαθύτατα νευρολογικά προβλήματα ἐνῶ εἶναι μετανιωμένοι, ἐξομολογοῦνται, ἀλλά κουβεντιάζουν μέ τό διάβολο· ἐμεῖς δέν κουβεντιάζουμε μέ τό διάβολο, ἐκεῖνος τό θέλει πάρα πολύ, ἐμεῖς δέν κουβεντιάζουμε, αὐτή εἶναι ἡ πορεία ἡ πνευματική μας. Θά θυμηθεῖς λοιπόν μόνο τήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, σέ Ἐκεῖνον θά στραφεῖς.

Κι ἕνας ἄλλος πάλι εἶπε: τό νά αἰσθάνεσαι ψυχική συντριβή καί νά ἀπαρνεῖσαι τό δικό σου θέλημα. Ὁ καθένας προσθέτει ἕνα τρομερό πετραδάκι, πάρτε τό κείμενο νά δεῖτε αὐτές οἱ κουβέντες αὐτῶν τῶν συνέδρων εἶναι ὑψηλότατες, εἶναι τό μωσαϊκό τῆς ταπεινώσεως, τά θεμέλια. Νά ἀπαρνεῖσαι τό δικό σου θέλημα, θά πεῖς τί σημαίνει αὐτό τό πράγμα; Νά ἀπαρνοῦμαι τό θέλημά μου; Μά τί λέτε, καλέ; Νά ἀπαρνηθῶ τό θέλημά μου; Ἐδῶ πέρα ἡ 5η καί ἡ 6η Οἰκουμενική Σύνοδος ἀσχολήθηκαν μέ τό θέμα τοῦ θελήματος γιά τό μονοθελητισμό, θεώρησαν τό νά μήν ἔχεις θέλημα θεωρεῖται αἵρεση κ.λπ. Δέν ἀρνούμαστε τό θέλω πού εἶναι ἡ προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἀρνούμαστε τό θέλω πού δέν ἔχει μετάνοια καί κρίνει τόν ἄλλο. Τό θέλω εἶναι δομικό ὑλικό τῆς ψυχῆς μας, ὁ Θεός τό ἔκανε ἔτσι, εἶναι εὐλογία τό θέλω, ἀλλά τί εὐλογία; Αὐτό τό θέλω νά τό στρέφεις στό Θεό, θέλω αὐτό πού θέλει ὁ Θεός. Τί λέει ὁ Χριστός στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ; Ὑπόδειγμα δίνει: «παρελθέτω ἀπ᾽ ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο» (Ματθ. 26:39). Λέει μέ λίγα λόγια: «δέν θέλω νά σταυρωθῶ», τό ἀνθρώπινο θέλημα δέν θέλει καί γιατί νά σταυρωθεῖ; Γιατί οἱ ἄλλοι νά ἁμαρτήσουν σταυρώνοντας τό Θεό; Καί μετά λέει: «Πατέρα νά γίνει αὐτό πού θέλεις Ἐσύ». Δέν ἀναιρεῖται τό θέλω, ἡ γνώμη, ἡ σκέψη, ἀναιρεῖται ἡ μή στροφή στό Θεό· νά γίνει αὐτό πού θέλει. Ἔρχεται μιά ἀρρώστια κι ἔχεις δικαίωμα νά πεῖς στό Θεό: «δέν θέλω αὐτή τήν ἀρρώστια Θεέ μου, κάνε κάτι νά σταματήσει», δέν εἶναι ἁμαρτία αὐτό τό πράγμα, δέν θά πεῖς: «τί ὡραῖα πού θά ἀρρωστήσω», δέν θά πεῖς τέτοιο πράγμα, δέν ἔχουμε ἰδιότυπο πνευματικό μαζοχισμό· θά παρακαλέσεις τό Θεό νά γίνεις καλά βεβαίως, καί εὐχέλαιο θά κάνεις καί τό Θεό θά παρακαλέσεις καί στή Λειτουργία θά μπεῖς. Ἄν δέν ξεπερνιέται ἡ ἀρρώστια, θά πεῖς «δόξα τῷ Θεῷ», γιατί πιά ξέρεις πώς τό μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ σίγουρα θά σέ ὁδηγήσει καί μέσα ἀπό αὐτή τήν ἀρρώστια σέ πιό ὑψηλή ἁγιότητα, στήν Ἁγία Ταπείνωση. Βλέπετε, ἀρχίζει νά δομεῖται τό ὑλικό τῆς Ἁγίας Ταπεινώσεως, δέν εἶναι ἁπλῶς ταπείνωση, αὐτά πού προσθέτουν ἐδῶ οἱ σύνεδροι μᾶς πᾶνε στήν Ἁγία Ταπείνωση, ὄχι στήν ταπεινολογία.

Κι ὁ συγγραφέας τοῦ κειμένου πού εἶναι ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας ἄκουσε τό συνέδριο, τοῦ ἄρεσε πάρα πολύ αὐτή ἡ κουβεντούλα, φανταστεῖτε τώρα νά βρεθεῖτε σέ μιά σύναξη κι ἀντί νά ἀκοῦτε κουτσομπολιά κι ἄλλα ἀντί ἄλλων νά ἀκοῦτε ὡραῖες κουβέντες καί βαθύτατες γι᾽ αὐτά τά μεγάλα θέματα. Κι ἐγώ -λέει- ἀφοῦ τά ἄκουσα ὅλα αὐτά κι ἀφοῦ τά ἐξέτασα μόνος μου μέ πολλή περίσκεψη καί προσοχή, δέν κατόρθωσα μέ ὅσα ἄκουσα νά καταλάβω τήν ἔννοια τῆς ταπεινώσεως. Δέν σημαίνει ὅτι δέν εἶχε μυαλό, καταλαβαίνει πώς ἡ ταπείνωση εἶναι πολύ μεγάλο μυστήριο. Γιατί εἶναι μυστήριο; Προσεγγίζει τό Θεό. Ὁ Θεός πρωτογενῶς εἶναι ταπεινός καί τά τοῦ Θεοῦ τά καταλαβαίνουμε σχετικῶς. Διαβάστε τούς δύο καταπληκτικούς λόγους τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου «περί ἀκαταλήπτου». Μέσα στό λόγο «περί ἀκαταλήπτου» μερικά κεφάλαια ἀφοροῦν τήν ταπείνωση τοῦ Θεοῦ, λέει δέν μπορῶ νά τό ἀναλύσω, γι᾽ αὐτό βλέπετε λέμε ἡ ἄκρα ταπείνωση γιά τόν Χριστό. Ἀπό ἕνα σημεῖο καί μετά -λέει- δέν μπόρεσα νά τό καταλάβω, γι᾽ αὐτό ὡς ἔσχατος ὅλων, λέει τώρα, ἀφοῦ μάζεψα ὅπως ὁ σκύλος τά ψίχουλα πού ἔπεσαν ἀπό τό τραπέζι, βλέπετε νιώθει ὅτι εἶναι σκύλος, παρακολουθεῖ τήν κουβέντα, ὁ καθένας παραθέτει ἕνα ψίχουλο καί τά μαζεύει, εἶναι ὡραῖα ψίχουλα αὐτά, κατέληξα στόν ἑξῆς ὁρισμό. Καί δίνει ἐδῶ -σχετικό κι αὐτό- ἕναν ὁρισμό, νά μήν πῶ περιορισμό, μιά προσέγγιση. Σέ αὐτές τίς ἔννοιες περιορισμός δέν ὑπάρχει, [δίνει] μιά προσέγγιση, ὁρίζει, κάπου δίνει κάποια ὅρια. Ἡ ταπεινοφροσύνη, προσέξτε, εἶναι ἀνώνυμη καί μυστική χάρη τῆς ψυχῆς. Δέν μπορεῖς νά τήν πιάσεις νά τήν ἀναλύσεις, προσεγγίζεις τό Θεό. Ὅποιος μπαίνει στό χῶρο τῆς ταπεινώσεως μέσα ἀπό αὐτά τά σκαλοπάτια, μπαίνει μέσα στό Θεό -προσέξτε τή λέει ἀνώνυμη- ἡ ὁποία [ταπείνωση] μπορεῖ νά ὀνομαστεῖ μόνο ἀπό ὅσους τή δοκίμασαν ἐκ πείρας. Εἶναι ἀνέκφραστη· ἄν εἶχα ἐδῶ ἕνα φαγητό πού δέν τό ξέρουμε ἀπό μιά ἐξωτική χώρα ἐγώ μπορεῖ νά τό ἔτρωγα, ὅ,τι καί νά ἔλεγα δέν θά καταλαβαίνατε τίποτα, δέν πήρατε ἐμπειρία. Στό βάθος δηλαδή ἐπειδή ἡ ταπείνωση προσιδιάζει μέ τό Θεό παραμένει μυστήριο, στό τέλος-τέλος δέν μπορεῖ νά ὁριστεῖ. Θά κάνεις αὐτά πού εἶπαμε ἐδῶ πρίν ἀπό λίγο καί θά βιωθεῖ. Πού σημαίνει κανείς δέν μπορεῖ νά πεῖ εἶμαι ταπεινός, εἶναι θέμα βιώσεως, εἶναι μιά γεύση, εἶναι μιά χαροποιός κατάσταση, εἶναι ἀνέκφραστος πλοῦτος, ὀνομασία τοῦ Θεοῦ, δωρεά τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἐκεῖνο πού λέει τό πατερικό κείμενο: «Μάθετε οὐκ ἀπ᾿ Ἀγγέλου, οὐκ ἀπ᾿ ἀνθρώπου, οὐκ ἀπό δέλτου, ἀλλ᾿ ἀπ᾿ ἐμοῦ», ἀπό μένα, αὐτό πού εἶμαι ἐγώ, «ὅτι πρᾷός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν πολέμων καί κουφισμόν λογισμῶν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν». (Ματθ. 11:29). Κάνει μιά παραλλαγή τοῦ Ματθαίου, αὐτό πού εἶπε ὁ Χριστός, ἐλᾶτε κοντά μου καί θά βρεῖτε ἀνάπαυση. Αὐτό δέν περιγράφεται, εἶναι ἕνα μυστήριο πού δέν περιγράφεται, ἀλλά ἔχει μιά πορεία βαθύτατη κατά τά μέτρα τοῦ δομικοῦ ὑλικοῦ πού σᾶς ἀνέλυσα.

Θά πῶ μερικά ἀκόμη ἀπό τόν Ἰωάννη τῆς Κλίμακας, καί μετά -ὅση ὥρα μείνει- θά πῶ ἀπό τούς ἄλλους Πατέρες, εἶναι τόσο ἀπέραντος αὐτός ὁ πλοῦτος κι ἐπειδή παραμένει μυστήριο τό γεγονός κι ἐγώ δέν θά μπορέσω νά ὁρίσω τήν ταπείνωση οὔτε νά τήν καθορίσω, εἶναι μιά γεύση πού ἄν τήν δοκιμάσετε θά τήν πάρετε μπροστά σας μέ δομικό ὑλικό αὐτό πού εἶπα πρίν ἀπό λίγο· κρατῆστε αὐτό τό δομικό ὑλικό τῶν συνέδρων, μέ ἀκροτελεύτιο ἄρθρο, μέ τίποτα νά μή θυμώσεις, μέ τίποτα νά μήν ὀργιστεῖς, μέ τίποτα νά μήν ἀναλύσεις τόν ἄλλο, τό εἶπα τώρα συμπιληματικά. Ὅταν ἀρχίζει νά ἀνθίζει μέσα μας τό σταφύλι αὐτῆς τῆς ἁγίας ἀμπέλου, τῆς ταπεινώσεως, αἰσθανόμεθα πάραυτα κόπωση καί μίσος πρός κάθε ἀνθρώπινη δόξα καί ἔπαινο. Προσέξτε, αὐτό κρατῆστε το, μίσος γιά δόξα καί κάθε ἀνθρώπινο ἔπαινο, δυστυχῶς τό ἔχουμε ὅλοι αὐτό τό πράγμα, περιμένουμε μέ τό παραμικρό ἕναν ἔπαινο, μιά καταξίωση, ἀκραία μορφή ἀλλά πρακτική μορφή, ἐπανέρχεται τώρα στά πρακτικά, παραμένει μυστήριο ἡ γεύση ἀλλά τώρα μᾶς δίνει κι ἄλλο ὑλικό γιά νά μᾶς ἐνισχύσει, ὁ λόγος γιά τήν ταπείνωση εἶναι ἀπό τούς μεγαλύτερους λόγους στήν Κλίμακα. Βλέπετε, καμία ἀπαίτηση γιά καταξίωση, οὔτε γιά δόξα, γιά ἔπαινο.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στά κείμενα του τά παιδαγωγικά ἔχει καταπληκτικές ἀναφορές γιά τό πῶς, χωρίς νά περιφρονήσουμε τά παιδιά μας, δέν θά τά κάνουμε ἐγωιστές ἀπό περιττούς ἐπαίνους. Βλέπετε τό παιδί μας μεγαλώνει, τήν πρώτη κουβέντα πού λέει, λέει: «μαμά» καί λένε: «τό παιδί εἶπε μαμά», σηκώνονται στό πόδι ὅλοι· ἄλλο μιά ὄμορφη στάση, εὐγενική κι ἄλλο μιά καταξίωση, τό μάθαμε καί τό ἀπαιτοῦμε πάντοτε. Ἀκόμη καί τό μοντέλο τῆς παιδείας στά κρυφά του, καταστρεπτικά μεγέθη, στά τραγικά του μεγέθη ἐκεῖ καταξιώνεται στήν καταξίωση τοῦ μαθητῆ. Οἱ πιό τραγικές μορφές εἶναι ὅταν ὁ μαθητής σκοτώνεται νά κρατήσει τή σημαία. Εἶναι πολύ καλό νά κρατήσεις τό ἐθνικό σύμβολο· εἶναι παιδαγωγικό μέτρο; Μήπως θά ἔπρεπε νά τό πάρει ὁ τελευταῖος; Νά τιμηθεῖ κι αὐτός. Ὁ ἄλλος πῆρε εἰκοσάρι, ὁ ἄλλος νά πάρει τή σημαία, λέω ἄλλα μοντέλα τώρα. Εἴμαστε κολλημένοι σέ τέτοια μοντέλα ἐκπαιδευτικά πού εἶναι καταστροφικά, καταλυτικά καί τά λειτουργοῦμε καί μέσα στό σπίτι μας πολλές φορές. Ἡ δόξα κι ὁ ἔπαινος· χρειάζεται μιά πάλη γι᾽ αὐτό τό πράγμα. Καί προσέξτε νά εἶστε εὐγενικοί μέ τούς ἄλλους, νά εἶστε αγαπητικοί μέ τούς ἄλλους, ἀλλά συγγνώμη γι᾽ αὐτό πού θά πῶ -μιά λέξη λαϊκή θά πῶ- μή γίνεστε γλυφτράκια μέ τούς ἄλλους. «Πόσο καλή εἶσαι χρυσή μου…». «Αὐτός ὁ καφές ἦταν ὡραῖος», ἐντάξει θά τό πῶ ἀφοῦ ἦταν ὡραῖος καφές, δέν θά πῶ: «συγχαίρω τίς μαγείρισσες πού ἦταν καταπληκτικές, οἱ καλύτερες τῆς Γλυφάδας» κ.λπ. μπορεῖ αὐτές νά τό πάρουν ἐπάνω τους καί νά φταίω κι ἐγώ μετά. Θά κάνω μιά τιμητική στάση καί τίποτε ἄλλο, ἔχετε δεῖ ποτέ τό Χριστό νά κάνει τέτοια ἱστορία; Ἔχει ἁπλές, ἀγαπητικές συμβολές στή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Μελετῆστε τή στάση τοῦ Χριστοῦ ἐμπρός στούς μαθητές του.

Ὅσο δέ ἐν τῷ μεταξύ προχωρεῖ ἡ πνευματική ἡλικία τοῦ ἀνθρώπου τόσο περισσότερο, ἄν προχωροῦμε στήν ταπείνωση, ὅ,τι καί νά κάνουμε δέν τό μετρᾶμε, δέν θέλουμε καμιά ἀξιολόγηση, ὅ,τι κάνουμε τό κάνουμε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δέν τό κάνουμε γιά ἀξιολόγηση, κυρίως δέν συλλογιζόμαστε ὅτι κάθε μέρα πού περνᾶ αὐξάνεται τό φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν μας, τά κάνουμε ὅλα γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Φανταστεῖτε νά λειτουργήσαμε σήμερα τό πρωί καί νά λέγαμε: «τί καλά πού λειτουργήσαμε, μπράβο μας», μά «τά σά ἐκ τῶν σῶν» ἦταν. Νά πεῖς στόν ψάλτη: «μπράβο, τά εἶπες πολύ ὡραῖα», ἄν εἶναι λίγο κουρασμένος, «ὡραῖα, ὄμορφα», [νά πεῖς] τίποτα ἄλλο. Προσέξτε πάρα πολύ τή στάση αὐτή, νά μήν εἶστε χυδαῖοι, νά μήν εἶστε ἐξοντωτικοί, νά εἶστε ἀγαπητικοί, ἀλλά μήν κολάζετε τούς ἄλλους.

Ἀκριβῶς αὐτή ἡ στάση παίρνει κι ἄλλες μορφές. Τώρα [νά δοῦμε] τί ἀποτελέσματα ἔχει πάνω μας ἡ ταπείνωση. Προσέξτε ὅποιος -λέει- τήν παντρεύτηκε εἶναι ἤπιος, προσηνής, εὐκατάνυκτος, εὐσπλαχνικός, γαλήνιος, χαρωπός, εὐκολοκυβέρνητος, ἄλυπος -δέν ἔχει περιττές λύπες, στεναχώριες, τά ψυχολογικά του- εἶναι ἐν ἐγρηγόρσει, ἄγρυπνος -ἔχει τά μάτια ἀνοικτά- ἄοκνος, ἀπαθής. «Ἐν τῇ ταπεινώσει ἡμῶν ἐμνήσθη ἡμῶν ὁ Κύριος... καί ἐλυτρώσατο ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν...» (Ψαλμ. 135,23-24).

Πᾶμε λίγο παρακάτω σέ κάποιον ἀπό τούς πλέον βαθεῖς Πατέρες ἐκεῖ τῆς ἐρήμου τοῦ Σινᾶ παρουσιάστηκαν ὀφθαλμοφανῶς οἱ δαίμονες, ἕνα μάλιστα πολύ κορυφαῖο μοναχό ἦρθαν οἱ δαίμονες καί τόν μακάριζαν. Βλέπετε οἱ δαίμονες τοῦ εἶπαν: «μπράβο, εἶσαι πολύ ὡραῖος ἀσκητής», ἐξαίρετη μέθοδος τοῦ διαβόλου γιά νά μᾶς παίξει. Πῶς ἀντιμετώπισε ὅμως τό θέμα; Εἶναι πάρα πολύ δύσκολο, ἀπό τή μιά μεριά θά λές εἶναι ὁ διάβολος νά μήν τοῦ δώσω σημασία, ἀλλά ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἔλεγε σωστά πράγματα, «πού προσεύχεσαι, πού νηστεύεις, κανείς δέν κάνει τέτοια νηστεία σάν κι ἐσένα», δέν ἔλεγαν ψέματα, προσέξτε, κι εἶναι πολύ εὔκολο νά λές βέβαια δέν μιλάω μέ τό διάβολο, ἀλλά αὐτά πού λέει εἶναι ἀλήθεια. Αὐτός ὁ γέροντας ὁ πάνσοφος -ἔτσι τόν λέει ἐδῶ τό κείμενο- τί εἶπε; «Ἐάν σταματήσετε νά μέ ἐπαινεῖτε μέ τούς λογισμούς πού φέρνετε στήν ψυχή μου, τότε ἐξαιτίας τῆς ἀναχωρήσεως σας θά θεωρήσω τόν ἑαυτό μου μέγα». Δηλαδή, ἄν μέ ἐπαινεῖτε καί μέ ἐπαινεῖτε κι ἐγώ δέν τσιμπάω καί φύγετε, βαρεθεῖτε ἀπό μένα, δεῖτε ὅτι ἐγώ δέν πέφτω σέ παγίδα, ὑπάρχει μιά περίπτωση νά πέσω στήν παγίδα ὅταν θά φύγετε, νά πῶ: κοίτα τούς ἔδιωξα τούς δαίμονες, ἐγώ διώχνω τούς δαίμονες, εἶχα ταπείνωση, δέν τσίμπησα μέσα μου· δέν εἶπα τίποτα ἀπό ὅλα αὐτά. Λέω ὄχι, ὄχι τίποτα ἀπό ὅλα αὐτά καί νά φύγετε. Λοιπόν λέει: «δέν θέλω νά φύγετε γιατί ἄν φύγετε μπορεῖ νά πέσω σέ αὐτόν τόν κίνδυνο», ἄρα τούς βάζει σέ ἕνα στρίμωγμα, λέει: «τώρα μή φύγετε, ἐάν ὅμως δέν σταματήσετε νά μέ ἐπαινεῖτε» -μιά περίπτωση εἶναι νά φύγουν, πού νά φύγουν εἶναι ἐπικίνδυνο γι᾽ αὐτόν νά θεωρήσει πώς αὐτός ἦταν δαιμονοδιώκτης, ἡ ἄλλη περίπτωση εἶναι νά μείνουν, αὐτό τούς λέει: «ἄν ὅμως δέν σταματήσετε νά μέ ἐπαινεῖτε, τότε ἀπό τούς δικούς σας ἐπαίνους θά συλλογίζομαι πόσο βρώμικος εἶμαι». Καί θυμᾶται τό χωρίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «ἀκάθαρτος παρά Κυρίῳ πᾶς ὑψηλοκάρδιος» (Παροιμ. 16:5)

Τούς στρίμωξε, λέει: «ἄν φύγετε ὑπάρχει κίνδυνος, βλέπετε δέν τσιμπάω καί θά φύγετε ἐσεῖς, ἀλλά ἐγώ θά γίνω ἐγωιστής, ἄν μείνετε ὅμως καί μέ πειράζετε, ἐγώ ὅσο μέ πειράζετε θά λέω, γι᾽ αὐτό μένουν αὐτοί γιατί εἶμαι ἀκάθαρτος καί ὑψηλοκάρδιος». Τούς στρίμωξε, ὅ,τι καί νά κάνει ὁ δαίμονας, ἄν φύγει -δέν τό θέλει νά φύγει ἀφοῦ τόν πειράζει- θά σταματήσει νά τόν πειράζει· ἄν δέν φύγει καί τόν πειράζει, θά πεῖ γι᾽ αὐτό πειράζομαι γιατί εἶμαι ἀκάθαρτος καί ὑψηλοκάρδιος. Ἐδῶ εἶναι μιά μικρή ἀνάλυση, δέν τήν κάνω παρακάτω, σέ αὐτή τή σχέση μας μέ τούς πειρασμούς. Γι᾽ αὐτό ἀκόμη κι ἕνας πειρασμός πού σοῦ λέει: «εἶσαι καλός, εἶσαι καλός» καί λές: «φύγε, φύγε», δέν θά τοῦ πεῖς «φύγε», θά λές «Κύριε ἐλέησον» κι ὅ,τι ἐπιτρέψει ὁ Θεός, «καί μή εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ». Βλέπετε ἡ φράση πῶς τό λέει; Ὁ Χριστός παρεμβαίνει στό πότε θά σταματήσει ὁ πειρασμός καί πότε δέν θά σταματήσει κατά τό πνευματικό μας ὄφελος, ὄχι ἐμεῖς, «μή εἰσενέγκης, ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ». Καί λένε μερικοί: «δηλαδή ὁ Θεός τό βάζει;». Δέν τό βάζει ὁ Θεός, ἀλλά ξέρει ὁ Θεός μόνο, πότε εἶναι ὠφέλιμο νά φύγει ἤ νά μή φύγει [ὁ πειρασμός]. Γι᾽ αὐτό βλέπεις, ἐμεῖς μέ τό Θεό κουβεντιάζουμε καί λέμε: «κάνε αὐτό πού θέλεις ἐσύ, εἶσαι γιατρός ἐσύ καί ἐμεῖς δέν ξέρουμε».

Αὐτά εἶναι λεπτεπίλεπτα σημεῖα πνευματικῆς ζωῆς καί σέ μιά πράξη ἐξομολογήσεως-θεραπευτικῆς αὐτά εἶναι πάρα πολύ καίρια γιατί συναντᾶμε ἀνθρώπους πού κουράζονται ἀπό πειρασμούς πολυποίκιλους καί λένε στούς πνευματικούς: «τί νά κάνουμε;». Ἄν σταθοῦμε καί ποῦμε: «φύγε, μεῖνε» κ.λπ. λάθος, τῷ Θεῷ ἀποδίδουμε τά πάντα. Γι᾽ αὐτό ὑπάρχει στίς Παροιμίες αὐτή ἡ φράση -βλέπετε τόσο συγκλονιστική- «εἶμαι ἀκάθαρτος παρά Κυρίῳ» (Παροιμ. 16:5). Ὅλα ὅσα βλέπονται τά φωτίζει ὁ ἥλιος, ἄλλο πράγμα εἶναι νά τό ὑπερηφανεύεται κανείς κι ἄλλο νά μήν ὑπερηφανεύεται κι ἄλλο νά ταπεινώνεται. Προσέξτε κάνει μιά διάκριση τώρα, ἄλλο νά εἶσαι ὑπερήφανος κι ἄλλο νά μήν εἶσαι ὑπερήφανος· καμιά σύγκριση μέ αὐτά πού λέει ἐδῶ, πρέπει νά ἔχεις ταπείνωση. Μπορεῖ νά εἶσαι ὑπερήφανος πού σίγουρα δέν εἶναι θέμα ταπεινώσεως, ἀλλά μπορεῖ καί νά μήν ὑπερηφανεύεσαι, νά μή λές: «ἐγώ τί σπουδαῖος εἶμαι, ἐγώ τί κάνω», δέν σημαίνει ὅτι ἔχεις ταπείνωση, εἶναι ἐξωτερική ἔκφραση τοῦ λόγου, τίποτα ἄλλο. Ἐκεῖνος πού ἔχει γίνει ταπεινός, βαθιά καί ἐσωτερικά, δέν κλέπτεται καί δέν ζημιώνεται ἀπό λόγους χειλέων, δέν τόν πειράζει τίποτε. Ἀλλά μέ αὐτό θά ἀναμετρηθεῖτε. Στό Χριστό τό ἀποδίδει [ὁ ταπεινός], ἄν ποῦν: «μπράβο» θά πεῖ: «Κύριε ἐλέησον». Ἐκεῖ θά στραφεῖς, ἐάν ὁ λογισμός δέν καυχᾶται πλέον γιά φυσικά προτερήματα, αὐτό εἶναι σημάδι ὅτι ἀρχίζει ἡ ὑγεία· ἐάν γιά τίποτα δέν καυχόμαστε, οὔτε αὐτοανάλυση, οὔτε αὐτοσεβασμός. Τά ἀποδίδουμε ὅλα στό Θεό. Εἶναι πολύ προχωρημένη ἄσκηση, ἀλλά εἶναι ἄσκηση καθημερινότητας. Καί τά λέω πάλι ἔτσι λίγο σύντομα, κρατῆστε ὅ,τι μπορεῖτε ἀπό αὐτή τή γλύκα τῶν πραγμάτων πού εἶναι πάρα πολύ οὐσιαστική.

Γι᾽ αὐτό λοιπόν ἡ ταπεινοφροσύνη, ὅσο μπορῶ νά τήν ὁρίσω, εἶναι θεϊκή ἀρετή πού σκεπάζει τούς ὀφθαλμούς μας, γιά νά μή βλέπουμε τά κατορθώματά μας· ἀλλά γιά νά μήν τά δῶ δέν πρέπει νά τά ἀναλύω. Κάνω κατόρθωμα τώρα πού διαβάζω τούς Πατέρες καί σᾶς τά ἀναλύω; Κάποιος θά ἔλεγε ναί, ἐμεῖς δέν διαβάζουμε ἐσύ διάβασες. Κάνω τό αὐτονόητο, ἄς τό πῶ ἔτσι, γιά νά δώσω ἕνα πρακτικό παράδειγμα, αὐτή εἶναι ἡ ζωή μας, δηλαδή θά σταματήσουμε νά ἀνασαίνουμε; Εἶναι κατόρθωμα πού ἀνασαίνω; Εἶναι κατόρθωμα πού περπατάω; Γιά ἕναν ἄρρωστο ἀνάπηρο εἶναι κατόρθωμα πού περπατάει, τίποτα δέν εἶναι κατόρθωμά μας. Τά μεγάλα πράγματα πού κάνουμε εἶναι κατόρθωμά μας; Βλέπετε ὁ αὐτοσεβασμός, γιά νά κάνουμε τά παιδιά μας νά ἔχουν δυνάμεις… τίποτε. Ὅποιος ἀρχίζει καί αἰσθάνεται ὅτι ἔκανε κάποιο κατόρθωμα δέν ἔκανε τίποτε, εἶναι ἡ πορεία τῆς ζωῆς, πού εἶναι πάντοτε ἀνοδική. Βλέπετε μιλᾶμε γιά τήν Ἁγία Ταπείνωση πού πάει πάρα πολύ ψηλά καί εἶναι αὐτή ἡ βαθιά ἐμπιστοσύνη στό Χριστό μας, τίποτα ἄλλο· καί δέν μᾶς πιάνει τίποτε, κι εἴμαστε ἐλεύθεροι ἄνθρωποι καί δέν κολλᾶμε σέ τίποτε, δέν θέλουμε ἐπαίνους, μισοῦμε τή δόξα, δέν θέλουμε καμιά δόξα, δέν θέλουμε τίποτε. Πόσο καταστρέψαμε τά παιδιά μας πού τά λειτουργοῦμε μέσα ἀπό τό θέμα τῆς δόξας. Δέν πειράζει νά σπουδάσουν, νά μελετήσουν. Ἀλλά νά εἴμαστε κυνηγοί τῶν πτυχίων, τῶν μισθῶν,… χίλια πράγματα, μιά κολασμένη ἱστορία κι αὐτό τό μέγεθος δέν τό καλλιεργήσαμε.

Κι ἔτσι λοιπόν, οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς καμιά φορά ὀνομάζουμε τούς ἑαυτούς μας ἁμαρτωλούς, ἀλλά μέσα μας δέν τό δεχόμαστε, μόνο ἀπ᾽ ἔξω μας τό λέμε, ἔ; Τό ἀνέλυσα πρίν ἀπό λίγο. Ὅποιος λέει ὅτι αἰσθάνθηκε αὐτό τό μέγεθος, δέν μπορεῖ νά τό ἐξηγήσει καί μάλιστα θά πεῖ στό Θεό τόν ψαλμό: «Μή ἡμῖν, Κύριε, μή ἡμῖν, ἀλλ᾿ ἤ τῷ ὀνόματί σου δός δόξαν» (Ψαλμ. 113,9), «παρά σοῦ ὁ ἔπαινός μου ἐν ἐκκλησίᾳ μεγάλῃ» (Ψαλμ. 21,26). Τά ᾽χουμε στή Γραφή μας, εἶναι τό Ψαλτήρι πού ἡ Ἐκκλησία μας τό βάζει νά τό διαβάζουμε κάθε μέρα, εἶναι συγκλονιστικά ἀσκητικά μεγέθη. Λέω τίς δυό φράσεις -συγκλονιστικές- ἀπό τό Ψαλτήρι, πρώιμα κείμενα, «Μή ἡμῖν, Κύριε, μή ἡμῖν, ἀλλ᾿ ἤ τῷ ὀνόματί σου δός δόξαν», «παρά σοῦ ὁ ἔπαινός μου ἐν ἐκκλησίᾳ μεγάλῃ». Καί ὁ Χριστός πότε λέει ἔρχεται ἡ δόξα; «νῦν ἐδοξάσθη ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰωάν. 13:31) μιά βραδιά πρίν νά σταυρωθεῖ, δόξα Του εἶναι ὁ σταυρός Του, ἕνα φοβερό ὑπόδειγμα πορείας. Κι ἐκεῖ ἀκριβῶς ἡ κάθε δυσκολία, ὁ κάθε πόνος, ἡ κάθε ὕβρις, ἡ κάθε ἀδικία, δέν μέ κάνει νά δαιμονίζομαι, νά βγαίνω στούς δρόμους, νά φωνάζω, νά διαμαρτύρομαι γιατί μοῦ πῆραν τά δικαιώματα. Ἡ κάθε ἀδικία μέ πάει σέ ἕναν ἄλλο χῶρο, τή μετασχηματίζω σέ μιά δοξολογία τοῦ Θεοῦ καί κοιτάζω τί νά κάνω. Σκεφτόμαστε μονάχα ἀτομικιστικά, μόνο γιά τά φθαρμένα δικαιώματά μας. Αὐτό τόν καιρό λέω πάντα χαριτωμένα, τό λέω μόνο ὡς παράδειγμα, γιά νά καταλάβετε αὐτό πού λέω, διαμαρτυρόμαστε μόνο ὅταν θιγόμαστε. Ἔλεγα προχθές σέ κάποιους ἀνθρώπους, βλέπετε τώρα ὑπάρχουν κάποια μέτρα γιά τήν οἰκονομική κρίση, θά κοποῦν κάποιοι μισθοί κ.λπ. καί κάποιοι ἄνθρωποι δικαιολογημένα κατά τά μέτρα τῆς ἀδικίας διαμαρτύρονται, ἀλλά σκέφτηκα τό ἑξῆς: εἶπα γιατί διαμαρτύρονται τώρα; Βεβαίως εἶναι ἀδικία πού γίνεται, ἀλλά τόσο καιρό στήν Ἑλλάδα πεθαίνουν ἄνθρωποι πεινασμένοι, ὑπάρχουν ἄστεγοι κ.λπ. Ὅσο περνούσαμε καλά κανείς δέν βγῆκε νά φωνάξει γιά τούς πεινασμένους, τώρα πού ἐμεῖς θιγόμαστε διαμαρτυρόμαστε· κακό δέν εἶναι μέν, ἀλλά γιά τούς πεινασμένους γιατί δέν φωνάξαμε; Ἄρα μέσα κρύβεται ἕνα ἀνθρώπινο θιγμένο γεγονός, ἔτσι θά δοῦμε τήν πνευματική ζωή. Πέρα ἀπό πολιτική, πέρα ἀπό κόμματα, πέρα ἀπό κρίση, θά δοῦμε ἐμεῖς πῶς ἀναμετριόμαστε. Ἄν βγῶ τώρα, τήν ὥρα πού ἀδικιέμαι -κι εἶναι ἀδικία- χτυπιέμαι κάτω καί λέω: «ἄδικο, ἄδικο» εἶναι μισή ἀλήθεια, γιατί τήν ὥρα πού πονοῦσε ὁ ἄλλος δέν φώναξε κανείς. Τήν ὥρα πού ὁ ἄλλος πέθαινε στήν πλατεία τῆς Γλυφάδας ἄστεγος στήν παραλία, ὁ ἄλλος ἔπινε Νεσκαφέ στήν καφετέρια καί τότε δέν φώναξε καί φωνάζει τώρα. Παράδειγμα σᾶς δίνω νά κάνετε ἀναμέτρηση μέ τόν ἑαυτό σας κι αὐτό μᾶς ἀνοίγει τό δρόμο στά «πρός ἑαυτόν» τῶν Πατέρων, νά δοῦμε πρῶτα τή δική μας ματιά, τή δική μας στάση σέ αὐτό τό γενικό πλαίσιο μέσα καί πῶς θά τό ἀντιμετωπίσουμε.

Λυπᾶμαι πού δέν ἀναλύω πλήρως τόν Ἰωάννη τῆς Κλίμακας, ἁπλῶς νά κλείσω τό δικό του κεφάλαιο καί γιά λίγα λεπτά νά μιλήσω καί γιά τούς ἄλλους Πατέρες πού ἔχω ἐδῶ μαζέψει. Λέει ποιά εἶναι τά νεῦρα τῆς ταπεινοφροσύνης, δηλαδή ἕνας ὀργανισμός ἔχει νευρικό σύστημα, ἔχει ὁδούς, λέει πῶς συγκροτεῖται καί λέει μερικές φράσεις: ἡ ἀπόκρυψη τῆς σοφίας, ἡ ἀπόκρυψη τῆς εὐγενικῆς καταγωγῆς, ἡ ἀπομάκρυνση τῆς πολυλογίας, ἄν ἔχεις ἀνάγκη -λέει- νά γίνεις ζητιάνος, νά μή ντραπεῖς νά ζητήσεις· αὐτοί λέει εἶναι οἱ δρόμοι γιά τήν ταπείνωση.

Καί νά πάω λίγο σέ ἄλλους Πατέρες πού θά τούς ἀδικήσω σίγουρα, ἔχω κείμενα καί τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἀλλά ἔτσι λίγο κάτι νά σᾶς δώσω σάν μιά γεύση ἀπό αὐτό τό κάλλος τῆς πατερικῆς σοφίας. Νά ἀκούσουμε λιγάκι τό Γρηγόριο τό Θεολόγο: βλέπεις -λέει- ὁ πιστός Μωυσῆς, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἦταν εἰκόνα τῆς ἐνάρετης ζωῆς, προτίμησε λέει ἀπό τή βασιλική δόξα τή σκληρή ζωή καί ἀναμετρήθηκε μέ τόν ἄγγελο πρίν νά κάνει πολλά ἀσκητικά ἐπιτεύγματα. Μιά ἐπιλογή ἔκανε. Διαλέγει ἀπό τά βασιλικά παλάτια ἕναν ἄλλο δρόμο, καί ποῦ καθότανε; Στήν ἔρημο τοῦ Σινᾶ νά βόσκει τά πρόβατα τοῦ Ἰοθόρ, αὐτός ὁ μεγάλος, ὁ καταπληκτικός, ἦταν βασιλόπαις, θά μποροῦσε νά ἀποκτήσει μεγάλο ἀξίωμα καί δέν ἔλεγε: «ἐγώ ἔχω ἀξίωμα» κ.λπ., εἶχε προσδοκία, οὔτε καλά-καλά τό Θεό δέν ἤξερε. Δέν τόν γνώριζε τό Θεό, κάτι ἤξερε ἀπό κάποιους προπάτορες τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά δέν ἤξερε τό Θεό σέ βάθος κι ἐπειδή κάνει ἕνα πέρασμα, λέει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Τόν γνωρίζει καί γι᾽ αὐτό ἔγινε ἀρχηγός τοῦ λαοῦ. Καί μολονότι ἀνέβηκε σέ τόσο ὕψος ὑψηλό -βλέπετε, δέν ἀρνήθηκε νά πεῖ στό Θεό: «ξέρεις, ἐγώ εἶμαι βραδύγλωσσος»- εἶπε τό ἐλάττωμά του. Νά σέ καλοῦσε ὁ βασιλιάς καί νά σοῦ ἔλεγε: «σέ κάνω ὑπουργό ἐξωτερικῶν», θά ᾽λεγες: «ξέρεις, πῶς θά γίνω; Δέν ξέρω Ἀγγλικά οὔτε Γαλλικά. Οὔτε τίποτα. Σέ παρακαλῶ». - «Ὄχι ἐσύ θά γίνεις». - «Μά δέν ξέρω». Ποιός θά ἔλεγε ὄχι; Ποιός θά ἔλεγε πώς δέν ξέρει; Θά ἔλεγε: «νά βάλω κι ἕνα ψεύτικο πτυχίο, νά δείξω ὅτι ξέρω», λέω τώρα ἔτσι. «Αὐτός εἶμαι» καί τοῦ λέει ὁ Θεός: «δέν πειράζει, θά μιλάει ὁ ἀδελφός σου γιά σένα». Καί λέει: «εἶμαι βραδύγλωσσος» καί μετά ἀπό λίγο λέει: «μά εἶμαι κι ἀδύνατος, δέν ἔχω καί πολλές δυνάμεις». [Καί ὁ Θεός] λέει: «μή φοβᾶσαι, ἐγώ εἶμαι ἐδῶ». Καταπληκτική ἡ ἱστορία τοῦ Μωυσῆ, ὁ ὁποῖος ἀνοίγει τό δρόμο γιά τήν ταπείνωση, γι᾽ αὐτό ἦταν, κατά τή Γραφή καί τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας καί τά τροπάρια, ὁ πραότατος Μωυσῆς. Ἡ πραότητα, ἡ πραΰτητα, εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς ἰσορροπίας ταπεινώσεως.

Καί πάλι ἀπό τό Γρηγόριο τό Θεολόγο, κάνει μιά ἀνάλυση ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ἀπό τίς Παροιμίες. Πρίν ἀπό τήν καταστροφή, λέγουν οἱ Παροιμίες, προηγεῖται ἡ ὑπερηφάνεια καί πρίν ἀπό τή δόξα ἡ ταπείνωση. Ἀκοῦστε τή φράση τῶν Παροιμιῶν, πρίν ἀπό τήν πνευματική καταστροφή, ὁποιαδήποτε καταστροφή, προηγεῖται ἡ ὑπερηφάνεια, εἶναι καί στά θέματα τά ἐθνικά καί τά προσωπικά. Oἱ Παροιμίες ξέρουν τήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ, ὅποτε ἔπαιρνε μιά ἱστορία ὑπερηφάνειας πάνω του κατεστρέφετο, ὅποτε θεωροῦσε πώς εἶναι δυνατός, ἔλιωνε καί μετά τίς Παροιμίες μάλιστα, τήν περίοδο αὐτή ὅταν νιώθουν πώς εἶναι δυνατοί, καταστρέφονται. Δυό φορές πηγαίνουν στήν αἰχμαλωσία γιατί ἔνιωθαν πώς εἶναι πάρα πολύ δυνατοί, ἐνῶ πρίν ἀπό τή δόξα ὑπάρχει ἡ ταπείνωση. Ἡ δόξα πάντα ἔρχεται, ἀλλά εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς διεργασίας πού λέγεται ταπείνωση -αὐτά πού λέγαμε ἕως τώρα- καί ἡ δόξα πιά δέν εἶναι ἕνα ἐκκωφαντικό μέγεθος πού δοξάζεσαι, πού καταξιώνεσαι, εἶναι μιά χάρις μυστική, εἶναι μιά γεύση μυστική. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, οἱ Ἅγιοι, ζοῦν μιά γεύση μυστική, ζοῦν τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι «ἐθεάσαντο τήν δόξαν Αὐτοῦ», εἶναι ἕνα εἶδος μυστικό. Ἡ δόξα δηλαδή δέν ἔχει τίποτε τό κοσμικό. Αὐτό ζοῦν οἱ Ἅγιοι!

Εἶναι αὐτό τό μυστικό πού δέν μπορῶ νά ἑρμηνεύσω, ἔλεγε πρίν ἀπό λίγο τό κείμενο πού σᾶς διάβασα· ἡ ταπείνωση, εἶναι μιά γεύση.

Γιά νά μιλήσω πιό καθαρά, λέει τό κείμενο ἐδῶ, «ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν» (Ἰακ. 4:6), βλέπετε χωρίο βιβλικό. Καί ὁ ψαλμός 118 λέει: «προτοῦ νά ταπεινωθῶ ἐγώ ἁμάρτησα, γιά τό λόγο αὐτό φύλαξα τό νόμο σου». Πάρα πολλά τέτοια χωρία [ὑπάρχουν] πού ἐνισχύουν αὐτήν τήν ἱστορία. Καί πάλι ὁ Γρηγόριος: «ὁ ταπεινός ἀνέχεται νά νικιέται, ἐνῶ δέν ταπεινώνεται ἐκεῖνος πού εἶναι φουσκωμένος ἀπό ὑπερηφάνεια». Ὅλες αὐτές οἱ κουβέντες θέλουν ἀνάλυση. Καί πάλι κάτι ἀπό τόν Γρηγόριο, ἀπό ἕνα θεολογικό του ποίημα καταπληκτικό πού ἀναφέρεται στήν ταπείνωση, μιά φράση μόνο ἐπέλεξα: «ταπεινός εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος φρονεῖ λιγότερα ἀπό ὅ,τι ἀξίζει». Ἄν νομίζει πώς ἀξίζει κάτι, νά βάλει λιγότερο, πῶς θά τό κάνεις τό λιγότερο; Λές ἀφοῦ ξέρω Ἀγγλικά καί Γαλλικά καί Γερμανικά -αὐτό εἶναι πραγματικότητα- νά πῶ ψέματα; Ποῦ εἶναι τό λιγότερο; Δυό λιγότερα ὑπάρχουν: δέν ξέρω Κινέζικα, Σουηδικά, Πορτογαλικά, ξέρω μόνο τρεῖς γλῶσσες κι αὐτά τά τρία πού ξέρω, ἄν εἶναι ἔτσι τά πράγματα, πῶς τά ξέρω; Γιατί ὁ Θεός μοῦ ἔδωσε νοῦ γιά νά ξέρω. Οἱ γάτες μαθαίνουν Γαλλικά; Ὄχι. Εὐχαριστῶ πού δέν εἶμαι γάτα.

Ἄν διαβάσετε τούς Πατέρες ἔχουν καί τέτοια χαριτωμένα χωρία, εἶναι ἁπλές σκέψεις καταλυτικές πού λές -συγγνώμη γι᾽ αὐτό- εὐχαριστῶ πού δέν εἶμαι γάτα. Καί θά πεῖς, μά τί λές τώρα; Ἀφοῦ εἶσαι ἄνθρωπος, «ζῶον θεούμενον»· ἀλλά ζῶο μήν τό ξεχνᾶτε. Κι ἄν τό ζῶο πού ἔχει λογική, πού ἔχει ἔμφρονα σκέψη, ξεχάσει τό θεούμενον γίνεται χειρότερος ἀπό γάτα, «ὁμοιώθησαν τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις» (Ψαλμ. 48:13). Καί τά Ἀγγλικά του καί τά Γαλλικά του καί τά Γερμανικά του θά εἶναι δαιμονιώδη καί θά καταστρέφουν τόν κόσμο. Βλέπετε πόσοι μεγάλοι σοφοί καταστρέφουν πολλές φορές ἀπό μεγάλες ἀνακαλύψεις τόν κόσμο - ἡ ἀτομική βόμβα εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς τρομερῆς σοφίας. Πῶς χρησιμοποιήθηκε; Σέ αὐτό μπαίνουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Πολύ ὄμορφα σέ ἕνα λόγο κατά τῶν Βαρλααμιστῶν ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέει: «ἐπαινῶ ἐκεῖνον πού εἶπε ὅτι ἡ ταπείνωση εἶναι ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας», ὅποιος -λέει- ξέρει ταπείνωση, γνωρίζει τήν ἀλήθεια πού εἶναι ὁ Χριστός. «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Καί ἡ μόνη περίπτωση νά χάσω αὐτή τή σκέψη εἶναι -λέει- νά μπεῖ μέσα μου ἡ πλάνη καί νά μοῦ κουβεντιάσει καί νά μοῦ πεῖ: «πρόσεχε ξέρεις κι αὐτό κι αὐτό». Καί τό τονίζω δέν κουβεντιάζουμε ποτέ μέ τόν πειρασμό.

Κάτι ἀκόμη, ὅταν κάποιος γίνεται ταπεινός -λέει- ἀπό αὐτό τώρα οἱ Ἄγγελοι ἔβαλαν τήν ἰδιότητα νά εἶναι ἀμετάστροφοι. Μετά τήν πτώση τῶν δαιμόνων, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τό Δαμασκηνό, οἱ Ἄγγελοι ἔγιναν ἀμετάστροφοι, ἁμαρτία δέν κάνουν ποτέ - «στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετά φόβου». Οἱ Ἄγγελοι παρέμειναν γιά πάντα Ἄγγελοι, δέν ὑπάρχουν ἄλλοι Ἄγγελοι πού θά γίνουν διάβολοι, γιατί στάθηκαν καί δέν δέχτηκαν τόν πειρασμό πού τούς ἔβαλε ὁ Ἑωσφόρος. Ἔ, λοιπόν νά ἕνα μεγάλο μυστικό, λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς πού κάνει φοβερές ἀναλύσεις γιά τό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, γιά τή σκέψη τοῦ ἀνθρώπου, μπαίνει σέ πολύ βαθιά μεγέθη τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς σκέψεώς του. Λέει, ἄν θέλετε κατά τό δυνατό νά προσιδιάσετε στήν ἀγγελική ἰδιότητα τοῦ ἀμεταστρόφου -πάντα ἁμαρτωλοί θά εἴμαστε, ἀλλά ἄν πλησιάσετε- αὐτή ἡ φράση καί πάλι: «ποτέ μήν κουβεντιάσετε μέ τό διάβολο, ποτέ, ποτέ». Αὐτό πού σᾶς εἶπα καί πρίν τό ἐπαναλαμβάνει ἀπό ἄλλο παράθυρο σάν τό μυστικό τῆς ταπεινώσεως.

Καί σέ αὐτές τίς ψυχές -λέει- κάνοντας μιά φοβερή ἀνάλυση ὁ Χρυσόστομος, ἀρέσκεται ὁ Χριστός ὅταν λέει: «θά ἔρθω μέ τόν Πατέρα μου καί θά κάνω κοντά σας μία Μονή καί θά μείνω μαζί σας», «μονήν παρ᾽ ὑμῖν ποιήσω» (Ἰωάν. 14,23). Θά μείνει μαζί μας ὁ Χριστός; Βεβαίως. Μέ τόν Πατέρα του, γιατί βρίσκει τό ἔδαφος οἰκεῖο. Καί ὅταν τό ἔδαφος εἶναι οἰκεῖο καί συγγενικό -ἄν πᾶς σ᾽ ἕνα σπίτι πού εἶναι τοῦ παιδιοῦ σου καί ζεῖ ὄμορφα- πᾶς μέ ἄνεση, δέν εἶναι ἔτσι; Κάνουμε, λέει, τήν καρδιά μας οἰκεία μέ τήν ταπείνωση. Καί προσέξτε γιά νά γίνει οἰκεία, λέει, ἐπειδή κάθε μέρα ζοῦμε στήν κοινωνία, ἤ μοναστήρι λέγεται ἤ πόλη λέγεται, ἀσκούμεθα κάθε μέρα στήν ταπείνωση. Ὁ Θεός μᾶς δίνει εὐκαιρία ἤ στή μοναστική πολιτεία ἤ στήν ἐγκόσμια πολιτεία τοῦ γάμου, τῆς κοινωνίας, τῆς πόλεως, τοῦ ἐργαστηρίου, τῆς ἑταιρείας ἔχουμε τρομερές εὐκαιρίες γιά ταπείνωση. Μήν τό βάλετε στά πόδια λέει μέ τήν πρώτη δυσκολία, μήν κλειστεῖτε στόν ἑαυτό σας, μήν ἀπογοητευθεῖτε. Βλέπετε αὐτοί οἱ ψυχασθενεῖς πού δέν μποροῦν, δέν ἀντέχουν, τούς διώχνουν, τούς κατηγοροῦν καί λένε: «ἐμένα», καί τό βάζουν στά πόδια καί λένε: «θά φύγουν» καί φεύγουν. Ἀπό ἕνα πράγμα θά φύγεις, ἀπό τήν ἁμαρτία μονάχα. Μεῖνε ἐκεῖ κι ἀγωνίσου γιατί εἶναι εὐκαιρία πού στή δίνει ὁ Θεός. Κι ἄν δέν ἔχεις τήν εὐκαιρία, σέ βρίσει ἕνας σήμερα στήν ἑταιρεία σου, κι ἐπειδή χάνεις τήν εὐκαιρία -λέει- θά σέ βρίσουν αὔριο ἄλλοι δέκα κι ἄν αὐτό δέν τό ἀξιοποιήσεις θά σέ βρίσουν κι ἄλλοι εἴκοσι, μέχρις ὅτου ἀποκτήσεις ταπείνωση. Μιά φοβερή εὐκαιρία. Τό ἀξιοποιήσαμε αὐτό τό πράγμα; Στό σπίτι σέ μαλώνει ὁ ἄντρας σου, σέ μαλώνουν τά παιδιά σου κ.λπ. «Μά δέν ἔπρεπε νά γίνει ἔτσι», μά δέν λέω τί ἔπρεπε νά κάνουν ἐκεῖνοι. Ἐγώ ἀξιοποιῶ τίς εὐκαιρίες; Ὁ Θεός δέν εἶναι αἴτιος κακῶν, δέν τά στέλνει ὁ Θεός, ἀλλά ὁ Θεός ὅταν βλέπει πώς γίνονται τά ἐπιτρέπει γιά τό καλό μας, προσέξτε, δέν τά στέλνει ὁ Θεός, ἀλλά ὁ Θεός τά ἐπιτρέπει γιά τό καλό μας - αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία.



Καί μέ αὐτό νά ὁλοκληρώσω τήν ἐλλιπή ὁμιλία πού σᾶς ἔκανα μέ αὐτά τά χωρία πού εἶχα μπροστά μου. Ὅ,τι γίνεται μᾶς ὁδηγεῖ σέ μιά ταπείνωση, Εἶναι -θά τολμοῦσα νά πῶ- ἡ κοινωνία μας ἡ μεταπτωτική, ἡ διηνεκής πρόκληση γιά ταπείνωση. Κι ὅσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ πρόκληση, χωρίς ὁ Θεός νά τό στέλνει, ὁ Θεός τό ἀφήνει γιά τό καλό μας… Τό ἀφήνει μέχρις ὅτου καταξιωθοῦμε νά ἀντέχουμε τό μέγεθος. Καί τί θά καταισχύνουμε; Τόν πειρασμό θά καταισχύνουμε. Ἀντί νά τό βάζουμε στά πόδια καί νά διαμαρτυρόμαστε καί νά κάνουμε μηνύσεις καί δικαστήρια καί νά ἀναλυόμεθα -στήν ἐξομολόγηση ἀντί νά λέμε τίς ἁμαρτίες μας νά λέμε τά ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων καί πόσο μᾶς ἔθιξαν, τραγική δαιμονιώδης κατάσταση, δέν ὑπάρχει χειρότερη κατάσταση, δαιμονιώδης, νά πᾶς στό μυστήριο καί νά κατηγορεῖς τούς ἄλλους- νά λές εἶναι ἔτσι, ἀφοῦ ὁ Θεός δέν τό πῆρε, ἔχει λόγο γι᾽ αὐτό. Πάρτε το θεραπευτικά. Σταθεῖτε μπρός στή θεολογία τοῦ Ἰώβ· ἀξιοποιεῖ ὅλο τόν πειρασμό καί τόν κάνει δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Καί εἰδικά γιά τούς Πατέρες αὐτό εἶναι τό πέρασμα, ἡ θεραπευτική. Ὅλες οἱ δυσκολίες παρεκτός ἁμαρτίας νά γίνουν εὐκαιρία γιά τό Θεό κι ὅποιος στρέφεται μόνο στό Θεό, μέ τά χωρία πού σᾶς ἀνέλυσα, ἐκεῖ ἀκριβῶς στέκεται καί γίνεται ταπεινός.

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Κοσμική φιλοσοφία και ο θάνατος

Κοσμική φιλοσοφία και ο θάνατος

Η ΚΟΣΜΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
 Ασεβής υποβιβασμός τού ανθρώπου
  Προτού προχωρήσωμεν δια να μελετήσωμεν το μυστήριον τού θανάτου με οδηγόν την θείαν Αποκάλυψιν, την Αποστολικήν Παράδοσιν και την Πατερικήν σοφίαν της Εκκλησίας μας, πρέπει να ίδωμεν πως αντιμετωπίζουν το πρόβλημα τούτο άλλες θρησκείες και η εγκόσμιος φιλοσοφία. Διότι δια τον θάνατον ωμίλησαν όλοι οι φιλόσοφοι. Μερικοί επεχείρησαν να τον αγνοήσουν, αλλά δεν το επέτυχαν. Άλλωστε είναι αδύνατον να φιλοσοφήση κανείς, όταν παραβλέπη το γεγονός τού θανάτου και δεν εμβαθύνη εις αυτό. Δεν πρόκειται να εισέλθωμε εις τις λεπτομέρειες της διδασκαλίας των άλλων θρησκειών περί θανάτου, ούτε εις τον σκοτεινόν λαβύρινθον της ανθρωπίνης φιλοσοφίας. Θα ρίψωμεν μόνον σύντομον βλέμμα, ώστε να ίδωμεν την σύγχυσιν, τις φαντασιώσεις και γελοιότητες, εις τις οποίες κατέληξε το ανθρώπινον λογικόν, κάθε φοράν, που εδοκίμασε να ερμηνεύση τον θάνατον και να μελετήση την πέραν τού τάφου ζωήν με τις ιδικές του μόνον δυνάμεις. Έτσι θα εκτιμηθή και εις το πρόβλημα τούτο η αλήθεια, η σαφήνεια και το μεγαλείον τού λόγου της θείας Αποκαλύψεως.
Είναι γνωστόν ότι οι ανατολικές θρησκείες, οι οποίες περιφρονούν την παρούσαν ζωήν, περιφρονούν και τον άνθρωπον. Εις τον παρόντα κόσμον δεν βλέπουν παρά μόνον μίαν απάτην. Διά τούτο οι θρησκείες αυτές, όπως π. χ. ο Ινδουισμός, ο Βουδισμός κλπ. , κηρύττουν ότι ο θάνατος είναι η απελευθέρωσις από την εξορίαν και η λύτρωσις από την πτώσιν εις την μισητήν περιοχήν της πλάνης και τού ποικίλου πόνου. Και επειδή ο θάνατος -πάντοτε κατά τις θρησκείες αυτές- καταλύει την εφήμερον αθλιότητα των εγκόσμιων και μας βυθίζει μέσα εις το αιώνιον και αδιαφοροποίητον «πάν», μέσα εις την απέραντον μακαριότητα τού νιρβάνα, δηλαδή τού μηδενός, ο πιστός των θρησκειών αυτών ζη μόνον δια να αποθάνη! Ζητεί με επιμονήν τον θάνατον, διότι πιστεύει ότι η επίγειος ζωή του γίνεται εμπόδιον δια την ευτυχίαν. Διά τούτο οι θρησκείες αυτές καλλιεργούν τον ζωντανόν θάνατον. Λέγουν αφού ο θάνατος μας προσφέρει μίαν τόσον μεγάλην ευεργεσίαν, δεν έχομεν παρά να συντομεύσωμεν την παρούσαν ζωήν με την νέκρωσιν του σώματος και με την νέκρωσιν κάθε είδους ορμής. Έτσι, λέγουν, προγευόμεθα τις ευεργεσίες του θανάτου πριν από τον θάνατον, ο οποίος είναι το κατ' εξοχήν ευφρόσυνον γεγονός.
Παρόμοια στοιχεία περιφρονήσεως του άνθρωπου και της παρούσης ζωής περιέχει και ο Ο ρ φ ι κ ό ς  μ ύ θ ο ς, ο οποίος έφθασεν εις τις ελληνικές χώρες από την Θράκην. [Δεν κατωρθώθη μέχρι τώρα να διαπιστωθώ επακριβώς η καταγωγή τού Ορφισμού. Άλλοι υποστηρίζουν ότι οι ιδέες αυτές εισήχθησαν από την Αίγυπτον. Άλλοι, νεώτεροι, υποστηρίζουν ότι ο Ορφισμός έχει Περσικήν ή Ινδικήν καταγωγήν. Αλλά τα επιχειρήματα όλων δεν είναι πειστικά. Το μόνον βέβαιον είναι, ότι ο Ορφισμός έφθασεν εις τις ελληνικές χώρες από την Θράκην κατά τον 7ον και 6ον αιώνα π. Χ. ως οργιαστική λατρεία τού Διονύσου.]
Ο Ηρόδοτος Ιστορεί ότι μία Θρακική φυλή υπεδέχετο τα νεογέννητα βρέφη με κλαυθμούς και οδυρμούς, ενώ συνώδευε τους νεκρούς εις τον τάφον με κραυγές και αλαλαγμούς χαράς, διότι λυτρώνονται από την παρούσαν ζωήν. Ο διάσημος Έλληνας ιατρός Φιλιστίων αναφέρει ότι μία φυλή, οι Καυσιανοί, «τους μεν γεννωμένους θρηνούσι, τους δε τελευτώντας (αυτούς δε που αποθνήσκουν) μακαρίζουσι».

Ο Ορφικός μύθος διδάσκει ότι η ψυχή με την γέννησιν κατεβαίνει εις τον υλικόν και αμαρτωλόν κόσμον ως ένας θείος ξένος. Εισέρχεται εις το σώμα, το οποίον γίνεται δι' αυτήν το «σήμα», δηλαδή ο τάφος της. Η ψυχή όμως πρέπει να ελευθερωθή από την φυλακήν αυτήν, ώστε να επιστρέψη και πάλιν εις την πνευματικήν της πατρίδα. Δι' αυτό οι Ορφικοί έβαζαν εις τα χέρια των νεκρών μικρές χρυσές πλάκες, εις τις οποίες εχάρασσαν το σύνθημα ή έμβλημα της πίστεώς των: «Αυτάρ έμοι γένος ουράνιον»• δηλαδή, εγώ έρχομαι μεν από την γην, αλλ' η ιδική μου καταγωγή είναι ουράνια. Οι νεκροί θα έδειχναν τις πλάκες αυτές ως ένα είδος. . . διαβατηρίου, μόλις θα έφθαναν εις τις πύλες τού άλλου κόσμου!
Η ψυχή όμως δεν θα μείνει εκεί πολύν χρόνον θα επανέλθη εις την γην και θα μετενσωματωθή. Θα φυλακισθή πάλιν εις σώμα ζώων ή ανθρώπων ή και εις φυτά αλλά και πάλιν θα μετανάστευση εις την αρχικήν της πατρίδα. Η ανακύκλησις αυτή θα συνεχίζεται με διαδοχικές και αλλεπάλληλες «γεννήσεις» και «θανάτους», μέχρις ότου η ψυχή εξαγνισθή. Με ελάχιστες διαφοροποιήσεις της ιδέας αυτής εξήταζαν το θέμα τούτο ο Πυθαγόρας και ο Ηράκλειτος. Δυστυχώς όμως και σήμερον κυκλοφορούν παρόμοιες Ιδέες και μάλιστα μεταξύ των μορφωμένων, που έχουν εμπλακή εις τα δίκτυα της Θεοσοφίας και της σκοτεινής θρησκείας του Τεκτονισμού ή Μασονισμού.
Είναι περιττόν να συνεχίσωμεν με τις ιδέες αυτές, οι οποίες περιφρονούν το δώρον του Θεού, την ζωήν, αλλά και τον άνθρωπον ως προσωπικότητα και δημιούργημα τού Θεού, το οποίον έχει σκοπόν μέγαν και υψηλόν. Δεν αξίζει τον κόπον να επιμείνη κανείς εις τον «συρφετόν της ασεβείας» των Ορφικών και των ομοίων των. Διότι αυτοί, όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, με τις παιδαριώδεις και βλάσφημες αντιλήψεις των κατεβάζουν τον Θεόν εις ανθρώπους, ζώα, φυτά και ξύλα. Εάν η ψυχή μας, λέγει εις αυτούς ο Ιερός Πατήρ, είναι «της ουσίας του Θεού», όπως υποστηρίζετε, η δε μετενσωμάτωσις της ψυχής καταλήγη εις νεροκολόκυθα, πεπόνια και κρεμμύδια, «άρα η ουσία τού Θεού εις σικύους εσταί»• άρα η ουσία τού Θεού θα είναι εις τα ξυλάγγουρα! Και συνεχίζει ο θείος Πατήρ: Έτσι όμως συμβαίνει τούτο το παράδοξον: Εάν οι Χριστιανοί είπωμεν εις αυτούς τους ειδωλολάτρες ότι το Άγιον Πνεύμα μετέβαλε την αγνήν Παρθένον εις ναόν άγιον, ώστε να γέννηση τον Σωτήρα, μας περιγελούν. Ενώ αυτοί δεν εντρέπονται να κατεβάζουν την ουσίαν του Θεού εις πεπόνια, μυίγες, κάμπιες, όνους κλπ. [ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις Πράξ. Όμ. 2,5 PG 60,32]
Αλλ' ήταν φυσικόν να λέγουν τέτοια πράγματα οι άνθρωποι εκείνοι, που εστερούντο του φωτός της θείας Αποκαλύψεως. Ένεκα της ουσιαστικής αυτής στερήσεως δεν ηδυνήθησαν να διατυπώσουν κάτι το υγιές «ούτε περί Θεού ούτε περί κτίσεως». Και όσα μία Χριστιανή γυναίκα του λαού γνωρίζει, «ταύτα Πυθαγόρας ουδέπω ήδει». Διά τούτο τόσον ο σοφός Πυθαγόρας, όσον και οι άλλοι ομόφρονές του έλεγαν «ότι θάμνος εστί και ιχθύς και κύων (σκύλος) γίνεται η ψυχή». [ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις Ίω. Όμ. 66,3 PG 59, 369-370. ]
     Αλλά τόσον εκείνοι, όσον και οι σύγχρονοι-πολύ περισσότερον αυτοί, διότι ζουν εις χριστιανικούς χρόνους -γίνονται καταγέλαστοι με τους λαβυρίνθους της πολυλογίας των. Και αποδεικνύουν αληθινόν τον λόγον του θείου Παύλου «φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν» (Ρωμ. α' 22)- ενώ ισχυρίζονται ότι είναι σοφοί, έγιναν μωροί και ανόητοι.
Βεβαίως κατά τους ιδίους χρόνους υπήρξαν και φωτεινότερες διάνοιες. Ο λυρικός ποιητής Ανακρέων (6ος αιώνας π. Χ. ) είπε μίαν αλήθειαν ανάμεικτον όμως με την μελαγχολίαν του προ Χριστού ανθρώπου. Είπεν: Η ζωή του ανθρώπου κυλά όπως ο τροχός, όταν δε αποθάνωμεν και λειώσουν πλέον τα κόκκαλά μας, δεν θα είμεθα παρά «ολίγη κόνις». Ο δε Διογένης με την ιδίαν μελαγχολίαν ανεφώνησεν αργότερα (5ος αιών π. Χ. ): «Ω θνητόν ανδρών και ταλαίπωρον γένος!» Διότι δεν ομοιάζομεν με τίποτε άλλο παρά με σκιάν!. . .


 Αντιλήψεις μυθικές και παιδαριώδεις

     ΟΙ Μυκηναίοι, ένας κόσμος ηρώων με έντονον συναίσθησιν της ισχυρός των προσωπικότητος, δοκιμάζουν άφατον θλίψιν, όταν σκέπτωνται το τέλος της ζωής. Ο κόσμος εκείνος φρίττει και τρομάζει εμπρός εις το φοβερόν μυστήριον τού θανάτου, δέχεται όμως ότι ο άνθρωπος εξακολουθεί μετά θάνατον να ζη και να συνεχίζη την δράσιν του ως αγαθοεργός δύναμις με υπερφυσικές ιδιότητες, η οποία ωφελεί τους ζωντανούς η προστατεύει την πατρίδα της. Αυτήν ακριβώς την πίστιν εκφράζουν «αι επικήδειοι πομπαί, αι επιτάφιοι χοαί», οι λατρευτικοί τύποι, τα επιθανάτια και μεταθανάτια έθιμα και οι τεράστιοι τάφοι, ατομικοί ή οικογενειακοί.

Η Ολυμπιακή θρησκεία, αντιθέτως προς τον Ορφισμόν, επίστευεν ότι ο θάνατος είναι κάτι το αποκρουστικόν, φοβερόν και φρικτόν. Ο Ό μ η ρ ο ς, ο ποιητής της ελληνικής αριστοκρατίας, διδάσκει ότι τον φυσικόν θάνατον στέλλει η Μοίρα (μόρος= θάνατος, όλεθρος), συμφώνως προς τους γενικούς νόμους της φύσεως. Τον βίαιον θάνατον στέλλει εναντίον του άνθρωπου η Κηρ, η θεά τού θανάτου ή τού ολέθρου. Τον αιφνίδιο δε και πρόωρον θάνατον, ο οποίος αρπάζει τους ανθρώπους της νεαράς ηλικίας, στέλλουν ο Απόλλων και η Άρτεμις. Εις την μυθολογίαν του Όμηρου ο Θάνατος θεωρείται δίδυμος αδελφός τού ολυμπίου και αδιατάρακτου Ύπνου. Ο Θάνατος εκτελεί μεν πιστώς τις προσταγές της Μοίρας, αλλ' η μορφή του δεν περιγράφεται. Εις τον περίφημον κρατήρα τού Ευφρονίου ο Θάνατος εικονίζεται να μεταφέρη με την βοήθειαν του Ύπνου ήρεμα, απαλά, με σεβασμόν και ευλάβειαν το σώμα τού Ομηρικού ήρωος Σαρπηδόνος μακρυά από τα τείχη της Τροίας, εις την Λυκίαν, δια να τον θάψουν οι συγγενείς του. [Ίλ. Ξ 231, Π 454-457, 672-675]
Δια τον Έλληνα των Ομηρικών χρόνων μόνον η παρούσα ζωή έχει αξίαν. Ο θάνατος θεωρείται μέγα κακόν, διότι υποβιβάζει τον άνθρωπον, τον οδηγεί εις την εξαθλίωσιν και την στέρησιν της χαράς της ζωής. Τον ρίπτει εις τον σκοτεινόν Άδην, τού οποίου το βασίλειον δεν είναι καθόλου ζηλευτόν. Η ψυχή, την οποίαν ο Όμηρος εφαντάζετο ως ζωϊκήν δύναμιν και ως πραγματικήν ουσίαν, φεύγει από την ανοικτήν πληγήν ή το στόμα την ώραν, που αποθνήσκει ο άνθρωπος. Την ώραν του θανάτου το σώμα, το οποίον κατά την τότε αντίληψιν απετέλει το «εγώ» τού άνθρωπου, αποθνήσκει, ενώ η ψυχή χωρίζεται από το σώμα και πηγαίνει εις τον Άδην. [Ίλ. Ξ 5. 18, Π 505, Α 3]
Εκεί κινείται εξασθενημένη ως άυλον είδωλον, ή μάλλον άσωμον (χωρίς σώμα), το οποίον διατηρεί την μορφήν του σώματος. [Ίλ. Ψ 65-67, 105-106. Όδ. λ 84,205-208 κ. ά.]. Από την ψυχήν αυτήν λείπουν «αι φρένες», δηλαδή η πνευματική δύναμις. [Ίλ. Ψ 104. Μόνον η ψυχή τού μάντεως Τειρεσίου διατηρεί «τας φρένας», Οδ. κ 493]

Η ψυχή κινείται εις τον Άδην ως όνειρον και ως φευγαλέα σκιά. Ζη ζωήν τόσον υποτυπώδη και αναξίαν λόγου, ώστε ο νεκρός ήρως Αχιλλεύς, γεμάτος νοσταλγίαν δια την γην, λέγει: Θα ήθελα να ήμουν δούλος και να υπηρετώ εις αφέντην πτωχόν, παρά να είμαι άρχοντας και ηγεμόνας όλων των νεκρών, που ευρίσκονται εις τον Αδην. [Όδ. λ 215-222, 206-208, 488-491]
Διότι οι νεκροί εις το βασίλειον του Πλούτωνος είναι αξιοθρήνητοι «σκιαί». Κλαίουν και ολοφύρονται ως νεκρά αναίσθητα «βροχών είδωλα καμόντων» (ως πεθαμένοι αναίσθητοι, εικόνες θνητών νεκρών) δια τα αγαθά και τις απολαύσεις της γης, που εστερήθησαν. Η ψυχή εις τον Άδην έχει εξαντληθή τόσον πολύ, ώστε δια να συνέλθη πρέπει να πίη αίμα, το οποίον της προσφέρουν οι ζωντανοί με αιματηρές θυσίες. Αλλά και με τον τρόπον αυτόν συνέρχεται προσωρινώς μόνον η δε ζωή και η συνείδησις, που λαμβάνει, δεν είναι πλήρης. [Όδ. λ 34-37, 153,232 έ.] Οι θεοί παρέχουν αμοιβές και τιμωρίες μετά θάνατον, αμείβουν όμως τους αρίστους από τους ήρωες και τιμωρούν μόνον τους πλέον κακούς και φαύλους από τους κακούργους (όπως ο Τάνταλος, ο Τιτυός, ο Σίσυφος). [Τις τιμωρίες αυτές ο Όμηρος περιγράφει με ζωηρά χρώματα εις το λ της Οδύσσειας. ]

Οι περί θανάτου ιδέες θρησκειών άλλων λαών - παραλλήλων χρόνων - δεν διαφέρουν πολύ από τις Ομηρικές δοξασίες. Οι Βαβυλώνιοι π. χ. επίστευαν ότι αυτός, που απέθανεν είναι καταδικασμένος να παραμένη ακίνητος εις το βαθύ και πηκτόν σκοτάδι του Άδου, δούλος της θεάς τού Άδου. Ο Άδης των Βαβυλωνίων ομοιάζει με εκείνον του Ομήρου, είναι δηλαδή τόπος σκοτεινός, εις τον οποίον επικρατεί πλήρης λησμοσύνη. Οι δίκαιοι δεν διακρίνονται σαφώς από τους αδίκους. Αργότερα όμως οι Βαβυλώνιοι συνεπλήρωσαν την πίστιν των δια το θέμα των αμοιβών και των ποινών και εδέχθησαν ότι μόνον οι ήρωες πηγαίνουν μετά θάνατον εις την χωράν των μακάρων (μακαρίων και ευτυχισμένων). Διά τούτο οι μύθοι και τα έπη των είναι διαποτισμένα από την απαισιόδοξον σκέψιν του θανάτου, και μόνον οι ήρωες ευρίσκονται εις καλυτέραν μοίραν από τους άλλους νεκρούς. Εξ αφορμής των αντιλήψεων αυτών οι Βαβυλώνιοι δεν επεριποιούντο ιδιαιτέρως τους τάφους των νεκρών.
Οι Αιγύπτιοι επίστευαν εις την αθανασίαν της ψυχής και δεν εδέχοντο ότι οι ψυχές έρχονται πάλιν εις τον κόσμον. Επίστευαν ακόμη ότι η ψυχή ακολουθεί το σώμα μετά θάνατον. Δι' αυτό έκτιζαν μεγάλους, ογκώδεις τάφους, τις Πυραμίδες. Εταρίχευαν το σώμα του νεκρού, διότι είχαν την αντίληψιν ότι τούτο έπρεπε να διατηρήται και μετά θάνατον ως υπόβαθρον και κατοικία της ψυχής. Έτσι εξησφαλίζετο η ευτυχία της ψυχής μετά θάνατον. Διά τον σκοπόν αυτόν ετοποθετούσαν δίπλα από το βαλσαμωμένον σώμα τροφές και έγραφαν εις τους τοίχους των νεκρικών θαλάμων κείμενα, που ανεφέροντο εις την ζωήν, εκείνου που απέθανε.
Αλλ' είναι φανερόν, ότι οι αντιλήψεις αυτές είναι εξ ολοκλήρου μυθικές και παιδαριώδεις και προέρχονται από το ότι ο προχριστιανικός κόσμος ζη με τον φόβον του θανάτου. Ζη με την πατροπαράδοτον πίστιν, η οποία δεικνύει την αναζήτησιν της ψυχής δια το τέλειον, το οποίον επερίμενε και εποθούσε. Άλλωστε τόσον οι Μυκηναϊκές, όσον και οι Ομηρικές αντιλήψεις περί θανάτου δεν Ικανοποιούν τους μεταγενεστέρους Έλληνας. Δι' αυτό και το ανήσυχον ελληνικόν πνεύμα αποδύεται εις μίαν προσπάθειαν επεξεργασίας, αναθεωρήσεως και τελειοποιήσεως των περί θανάτου δοξασιών του, ώστε να τις καταστήση περισσότερον πειστικές. Έτσι την ασαφή πίστιν των Ομηρικών χρόνων περί αμοιβής των δικαίων και τιμωρίας μόνον των μεγάλων κακούργων «διαδέχεται σοβαρωτέρα, καθαρωτέρα και θετικωτέρα πίστις κατά τους μηδικούς χρόνους. Η ανταπόδοσις και η τιμωρία καθίστανται γενικαί». [Ν. Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ο θάνατος και αι μεταθανάτιοι παραστάσεις κατά τα ιστορικά βιβλία της Π. Διαθήκης μέχρι της Βαβυλωνείου αιχμαλωσίας, Αθήναι 1965, σελ. 11.]
 Επιτάφια επιγράμματα των αρχαίων Ελλήνων
 Αρκετά σαφή ιδέαν δια τις αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων περί θανάτου σχηματίζομεν και από τις επιτύμβιες επιγραφές. Ως γνωστόν ο άνθρωπος διακατέχεται από τον πόθον να κατανίκηση τον θάνατον από την δυνατήν επιθυμίαν να υπερβή τον χρόνον της παρούσης ζωής, τον οποίον τού ανακόπτει ο θάνατος, και να αφήση κάποιο «σημείον» της διαβάσεως του από την γην. Να αφήση ένα «μνήμα», δηλαδή μίαν μνήμην, ανάμνησιν, υπόμνησιν της παραμονής και των έργων του εις τον κόσμον. Και επειδή ο Έλληνας ήταν ο άνθρωπος, που έδιδε μεγάλην άξίαν εις την παρούσαν ζωήν, επροσπάθησε να διαιώνιση την μνήμην του, εκτός των άλλων, και με τα επιγράμματα, τα οποία ανέγραφε επάνω εις τους τάφους. Ενώπιον τού «αναιδούς θανάτου», δηλαδή τού σκληρού και ώμου, τού αδίστακτου και ολεθρίου θανάτου, ο υπερήφανος Έλληνας αισθάνεται εντονώτερα την ταπεινότητα του.
Εις τα επιτύμβια (επιτάφια) επιγράμματα τού ελληνικού προχριστιανικού κόσμου διατυπώνεται η ανάγκη, την οποίαν αισθάνεται και μετά θάνατον ο Έλληνας, να συμμετέχουν εις τις τύχες του και οι συνάνθρωποί του. Το επίγραμμα διατυπώνει, μαζί με την αιτίαν τού θανάτου, άλλοτε μεν την συγκλονιστικήν απορίαν, που δοκιμάζει η ψυχή ενώπιον τού θανάτου, ή το μεγάλο και πικρόν παράπονον κατά τού θανάτου, ο οποίος δεν εσεβάσθη ούτε την νεότητα ούτε το κάλλος, εκείνου που απέθανε. Άλλοτε το επίγραμμα εκφράζει την οδύνην και τον στεναγμόν δια την απώλειαν τού αγαπημένου προσώπου. Διά τον θάνατον όμως τού πολεμιστού δεν εκφράζεται συνήθως οδύνη ούτε ακούονται θρήνοι. Αντιθέτως εκφράζονται έπαινοι και ακούονται ύμνοι, διότι δια τον Έλληνα ο θάνατος εις το πεδίον της μάχης αποτελεί τιμητικήν διάκρισιν.
     Εις τους Λακεδαιμονίους, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, η αρετή εδίδασκε να ζουν και να αποθνήσκουν με ευχαρίστησιν, όπως φανερώνει και το επίγραμμα: «Απέθαναν, όχι διότι εθεωρούσαν ωραίον πράγμα την ζωήν ή τον θάνατον, αλλά διότι εθεωρούσαν ωραίον το να κάμνη κανείς και τα δύο αυτά με καλόν τρόπον». Διότι, συμπληρώνει ο Πλούταρχος, ούτε ν' αποφύγη κανείς τον θάνατον είναι αξιοκατάκριτον, εάν ποθή την ζωήν κατά τρόπον τίμιον, ούτε να τον υπομένη είναι ωραίον, εάν αυτό γίνεται από αποστροφήν προς την ζωήν. [Πλουτ. Πελοπ. 1.]  Πάντως τα ελληνικά επιγράμματα προβάλλουν κυρίως τον «αγαθόν και σώφρονα» άνθρωπον, διότι αυτός πρέπει ν' αποτελή δια τους ζωντανούς παράδειγμα άξιον μιμήσεως. Διά τούτο, όταν ο νεκρός είχεν αρετές, επαινείται. Βεβαίως η προσπάθεια των Ελλήνων να επαινή τους νεκρούς έχει σχέσιν με την πάλαιαν αντίληψιν, ότι μόνον αγαθά πρέπει να λέγωνται περί των νεκρών. [Χίλων: «Τον τετελευτηκότα μακάριζε». Πρβλ. και Πλουτ. Σόλ. 21: «Επαινείται δε τού Σόλωνος και ο κωλύων τον τεθνηκότα κακώς αγορεύειν». Διογ. Λαέρτ. 1,70: «Τον τεθνηκότα μη κακολογείν».]
     Εις ορισμένα επιγράμματα ο θάνατος παρουσιάζεται ως απόφασις των θεών. Αλλά ο Έλληνας δεν εκφράζει κανένα παράπονον εναντίον των θεών, ούτε αποδίδει καμμίαν ευθύνην εις αυτούς.
Από τον Ε' π. Χ. αιώνα τα επιτύμβια επιγράμματα είναι πλουσιώτερα και ωραιότερα. Εις αυτά τονίζονται ιδιαιτέρως οι αρετές και τα χαρακτηριστικά προσόντα αυτού που απέθανε, π. χ. η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη, η ευσέβεια, η σοφία κ. ά. Διά της εξάρσεως των αρετών τού αποθανόντος και των επαίνων, οι οποίοι ακολουθούν, διαιωνίζονται επάνω εις τον τάφον αξίες και αρετές, οι όποιες εις την παρούσαν ζωήν ή παρεξηγούνται ή αγνοούνται.
Πρέπει όμως να υπογραμμισθούν ιδιαιτέρως τα όσα παρατηρούν εκείνοι, οι οποίοι έχουν ασχοληθή συστηματικώς με το περιεχόμενον των επιτύμβιων επιγραμμάτων. Αυτοί λοιπόν παρατηρούν: «Εις τας επιγραφάς των πρώτων αιώνων σπανίως εκφράζεται οξύς ο θρήνος δια την απώλειαν ηγαπημένων προσώπων. Συνήθως επικρατεί η ήρεμος αντιμετώπισις τού θανάτου, πράγμα το οποίον εξηγείται βεβαίως εκ της όλης στάσεως τού Έλληνος των χρόνων εκείνων έναντι τού θανάτου». Και ακόμη: «εις όλας σχεδόν τας επιγραφάς -ιδίως τας αττικάς- δεν γίνεται λόγος περί μετά θάνατον ζωής (. . . ). Μεταφυσικαί ιδέαι, σκέψεις περί αμοιβής τού αγαθού και τιμωρίας τού κακού βίου μετά θάνατον είναι ακόμη άγνωστοι». [ΑΡΙΣΤΟ. ΣΚΙΑΔΑ, Επί τύμβω, Συμβολή εις την ερμηνεία των ελληνικών επιτύμβιων έμμετρων επιγραφών, Αθήναι 1967, σσ. 10, 11, 12.]
Η φιλοσοφική σκέψις τού Πλάτωνος θα επίδραση εις το πνεύμα των επτυμβίων επιγραμμάτων αργότερα. Και υπάρχουν μεν ωρισμένες επιγραφές, οι οποίες αντιθέτουν το φθαρτόν και άφθαρτον μέρος τού ανθρώπου, αλλ' «η διαφοροποίησις γίνεται απολύτως εις την υλικήν περιοχήν». Η μεν λέξις φθαρτόν υπονοεί «τας σάρκας», η δε λέξις ά-φθαρτον τα «οστέα» και όχι την ψυχήν. Η δε επίδρασις της αντιθέσεως αυτής προέρχεται μάλλον «μέσω των ποιητικών προτύπων» και όχι «κατ' ευθείαν εκ της περιοχής της φιλοσοφίας». [ΑΡΙΣΤΟ. ΣΚΙΑΔΑ, ένθ. άνωτ. , σσ. 79-80. ]
Αλλ' είπαμεν ήδη ότι δεν είχεν ακόμη καταλάμψει τις ψυχές και τις καρδιές των ανθρώπων το ανέσπερον φώς τού Χριστού. Η ειδωλολατρική ψυχή αισθάνεται το μεγάλο κενόν, που την περιβάλλει, και εις το πρόβλημα αυτό. Δι' αυτό το ελληνικόν πνεύμα προσπαθεί να αναθεώρηση και να επεξεργασθή τις αντιλήψεις αυτές.
 «Οδυνηρά θλίψις» και «μελέτη θανάτου»

     Οι αντιλήψεις των Ελλήνων τραγικών περί του μυστηρίου τού θανάτου παρουσιάζουν μεν κάποιαν πρόοδον εν σχέσει προς τις Μυκηναϊκές και τις Ομηρικές, εξακολουθούν όμως να παραμένουν αρκετά ατελείς. Ο Αισχύλος, ο τραγικός με το βαθύ θρησκευτικόν συναίσθημα, τονίζει ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτος και παρατηρεί ότι είναι ο μόνος από τους θεούς, ο οποίος δεν αγαπά τα δώρα («ου δώρων έρα»), και επομένως δεν δύναται να εξαγορασθή με τίποτε. [Αισχύλ. Απόσπ. 156. ]
Αλλ' ο ίδιος τραγικός δεν παραδέχεται ανάστασιν σωμάτων, παρά μόνον επιβίωσιν ψυχών. Εις τις «Ευμενίδες» παρουσιάζει τον Απόλλωνα να λέγη: Όταν ο άνθρωπος αποθάνη, δεν υπάρχει πλέον καμμία ανάστασις.[Αισχύλ. Εύμ. 647-648: «Άνδρος δ' επειδάν αίμ' ανάσπαση κόνις άπαξ θανόντος, ούτις εστ' ανάστασις».]

Ο Ευριπίδης, ο οποίος εκφράζει τα αισθήματα της λύπης εντονώτερον των άλλων Ελλήνων τραγικών, διδάσκει εις την «Εκάβην», ότι οι νεκροί ζουν μετά θάνατον και αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον εις τον άδην. [Εύρ. Έκ. 422.] Ο Σοφοκλής, ο μεγάλος στοχαστής και υπέροχος τεχνίτης της ελληνικής τραγωδίας, κηρύσσει με το στόμα της ηρωίδος του Αντιγόνης ότι λυπείται μεν διότι στερείται, και μάλιστα εις τόσον τρυφεράν ηλικίαν, τα αγαθά της παρούσης ζωής, πηγαίνει όμως ευχαρίστως εις τον άδην, διότι εκεί θα συναντηθή με τους προσφιλείς της- τον πατέρα, την μητέρα και τον αδελφόν, εις τους οποίους η ιδία προσέφερε τις τελευταίες υπηρεσίες και τις «επιτύμβιες χοές». Εις τον «Αίαντα» πάλιν, ο ομώνυμος ήρωας, αφού εχαιρέτησε τον ήλιον και ετελείωσε τον θρήνον, καλει τον θάνατον να έλθη με τα λόγια: «Ω θάνατε, θάνατε, έλα τώρα κοντά μου, αν και θα 'χω καιρό στον Άδη κάτω όντας μαζί σου και 'κει να σε χαιρετήσω».
Προτού προχωρήσωμεν εις τις ιδέες τού Πλάτωνος, πρέπει να υπογραμμίσωμεν ότι «εις τους Έλληνας υπήρχε μία οδυνηρά θλίψις, συνδεδεμένη προς τον θάνατον του άνθρωπου. Η τραγωδία των, η ποίησίς των είναι διαποτισμένοι από αυτήν» την οδύνην. [Ν. ΜΠΕΡΝΤΙΑΓΙΕΦ, Περί τού Προορισμού του ανθρώπου, μτφρ. Μητρ. Σάμου Ειρηναίου, Αθήναι 1950, σελ. 353.]
    Κατά τους Έλληνας το πλέον θλιβερόν γεγονός διά τον άνθρωπον είναι να εγκατάλειψη τον κόσμον αυτόν, τον γεμάτον φώς, τερπνότητα, κάλλος και συμμετρίαν, να κατεβή εις τον σκοτεινόν άδην και να υποταγή εις την αδυσώπητον μοίραν του, έστω και αν θα συνάντηση εις τα Ηλύσια πεδία τους αγαπημένους του. Ο Έλληνας των χρόνων εκείνων σκέπτεται: Εφ' όσον υπάρχει θάνατος, ήταν προτιμότερον να μη είχα γεννηθή. Η σκέψις αυτή δεν σημαίνει βεβαίως ότι ο Έλληνας κατέχεται από μεταφυσικήν απαισιοδοξίαν, όπως π.χ. οι Ινδοί. Η σκέψις αύτη εκφράζει απλώς την θλίψιν, που δοκιμάζει ο ρεαλιστής άνθρωπος. Και ο Έλληνας των χρόνων εκείνων, παρ' όλον τον ιδεαλισμόν του, δεν παύει από του να είναι ρεαλιστής. Δηλαδή ένας άνθρωπος, που διακρίνει «μίαν πραγματικότητα και εν τω ανθρώπω και εν τω κόσμω». [Ν. ΜΠΕΡΝΤΙΑΓΙΕΦ, ένθ. ανωτέρω.]
Αλλά το ανήσυχον ελληνικόν δαιμόνιον, το οποίον είχεν ερευνήσει επισταμένως την φύσιν και τα προβλήματα του κόσμου, δεν ήταν δυνατόν να μείνη με τις παιδικές και, εν πολλοίς αφελείς αυτές ιδέες περί θανάτου. Δεν ήταν δυνατόν να παραμείνη εις την αντίθεσιν μεταξύ της παρούσης και της μετά θάνατον ζωής. Διά τούτο η ελληνική Ιδιοφυΐα απεδύθη εις έντονον προσπάθειαν διά να γεφύρωση την αντίθεσιν αυτήν. Και είναι προς τιμήν τού Πλάτωνος, το ότι είχεν ασχοληθή επισταμένως με τον θάνατον.
Ο Πλάτων εφιλοσόφησε πολύ περί θανάτου, διότι εκτός των άλλων, όπως λέγει ο Σωκράτης, η φιλοσοφία δεν είναι παρά «μελέτη θανάτου». [Πλάτ. Φαίδ. 81 Α.] Ο Πλάτων, εντόνως επηρεασμένος από τον Ορφικόν μύθον και τα Ελευσίνια μυστήρια, δέχεται ότι η ψυχή είναι αθάνατος και προϋπάρχει του σώματος. Κατά τον Πλάτωνα η ψυχή είναι μοίρα της θείας ουσίας, είναι εκ φύσεως αθάνατος και δίδει ζωήν και κίνησιν εις το σώμα. Γράφει εις τον «Φαίδρον»: Κάθε ψυχή είναι αθάνατος (...) είναι πηγή και αρχή κινήσεως και δια τα Αλλά όσα κινούνται. Η αρχή δε είναι πράγμα, που δεν έχει δημιουργηθή, διότι κατ' ανάγκην πρέπει να γεννηθή από μίαν αρχήν 'πάν το γιγνόμενον', η δε αρχή να μη προέλθη από τίποτε. Διότι εάν η αρχή εγεννάτο από κάποιο πράγμα, δεν θα ημπορούσε να είναι αρχή.
Βεβαίως ο Πλάτων πιστεύει εις την μετενσάρκωσιν. Αλλ' εις τον περίφημον διάλογόν του «Φαίδων» ευρίσκομεν όλα όσα η εκτός της θείας Αποκαλύψεως ανθρώπινη διάνοια ημπόρεσε να συλλαβή και να εκφράση περί του μυστηρίου του θανάτου, χωρίς όμως και να λύση το πρόβλημα. Εις τον «Φαίδωνα» ο καλλιτέχνης Πλάτων μοχθεί κυριολεκτικά να μας παραστήση τον θάνατον αγαθόν και να μας τον κάμη επιθυμητόν. Λέγει ο Σωκράτης: Εφ' όσον έχομεν το σώμα και η ψυχή είναι ζυμωμένη με ένα τέτοιο κακόν (όπως είναι το σώμα), δεν θα αποκτήσωμεν ποτέ εις βαθμόν ικανοποιητικόν αυτό που επιθυμούμεν, δηλαδή την αλήθεια. Και τούτο διότι το σώμα μας δημιουργεί αναρίθμητα εμπόδια και έχει συνεχείς απαιτήσεις συντηρήσεως. Εάν λοιπόν πρόκειται να αποκτήσωμεν κάποτε σαφή γνώσιν, πρέπει να απαλλαγώμεν από το σώμα και να αντικρύσωμεν τα πράγματα αυτά καθ' εαυτά μόνον με την ψυχήν. Δηλαδή ο Σωκράτης έβλεπε τον θάνατον ως ανάρρωσιν και σωτηρίαν από ασθένειαν. Ασθένεια δι' αυτόν ήταν η επίγειος ζωή, κατά την οποίαν η ψυχή είναι έγκλειστος εις το σώμα (τάφο της ψυχής ονόμαζαν το σώμα οι Πυθαγόρειοι, οι οποίοι έπαιρναν τον όρον από τους Ορφικούς). Ώστε ο θάνατος είναι η ώρα της αναρρώσεως και της λυτρώσεως της ψυχής από τα δεσμά. Ο θάνατος αποδίδει την ελευθερίαν εις την ψυχήν, δια να απόκτηση εκ νέου την πνευματικήν της καθαρότητα, την οποίαν έχασε με την φυλάκισίν της εις το σώμα. Έτσι η ψυχή καθαρά και απερίσπαστος πλέον θα επιτύχη τις πτήσεις της προς το θείον.
Διά τούτο, πάντοτε κατά τον Πλάτωνα, οι αληθινοί φιλόσοφοι επιθυμούν και σκέπτονται τον θάνατον. Φροντίζουν να αποθνήσκουν, δηλαδή να νεκρώνουν τα πάθη του σώματος. Φοβούνται δε τον θάνατον ολιγώτερον από όλους τους ανθρώπους. Διότι είναι απερισκεψία, παραλογισμός, ανανδρία και αφροσύνη να φοβήται ο φιλόσοφος τον θάνατον, όταν κοινοί και αφιλόσοφοι άνθρωποι έδειξαν θάρρος και ανδρείαν έναντι του θανάτου, με την σκέψιν ότι θα συναντήσουν εις τον Άδην πρόσωπα προσφιλή.[Πλάτ. Φαίδ. 67Ε,68Β.]
     Εφ' όσον όμως τονίζεται τόσον πολύ η νέκρωσις των παθών, φυσικόν είναι να θεωρήται ο σωματικός θάνατος ως ευεργεσία, διότι μας λυτρώνει οριστικώς από το σώμα με τις ανάγκες και τα πάθη του, που αιχμαλωτίζουν την ψυχήν.[Πλάτ. Φαίδ. 64Α,65Α] Επειδή ακριβώς, όσοι φιλοσοφούν ορθώς φροντίζουν να αποθνήσκουν και ο θάνατος είναι δι' αυτούς ολιγώτερον από όλους τους ανθρώπους φοβερός, όπως είπεν ο Σωκράτης. [Πλάτ. Φαίδ. 67Ε.]δι' αυτό και ο ίδιος, ολίγες ώρες προτού να πιή το κώνειον, ήταν ήρεμος και ατάραχος και εφιλοσοφούσε περί θανάτου και αθανασίας της ψυχής. Όταν δε του προσέφεραν το κώνειον, το ήπιε διά μιας χωρίς κανένα μορφασμόν. Εκύτταξε μόνον με γενναίον και σταθερόν βλέμμα τον δήμιον και αφού έκαμε μικράν σπονδήν, ηυχήθη «την μετοίκησιν την ρυθένδε ευτυχή γενέσθαι». [Πλάτ. Φαίδ. 1170.](ηυχήθη η μετοίκησις από την εδώ ζωήν εις την άλλην να γίνη ευτυχής)- διότι θα συνάντηση εις τον Άδην σοφούς ανθρώπους και δικαίους δικαστάς. Ενώ όμως ο φιλόσοφος Σωκράτης είπεν εις προηγούμενον σημείον της «Απολογίας» του ότι με τον θάνατον έρχεται εις καλυτέραν ζωήν, τελικώς εκφράζει αμφιβολίαν, εάν πράγματι ο θάνατος είναι καλύτερον πράγμα. Διότι όταν είδεν ότι όλα ήσαν έτοιμα διά να οδηγηθή εις το δεσμωτήριον, όπου θα έπινε το κώνειον, είπε: «...Και τώρα είναι ώρα να πηγαίνουμε, εγώ μεν διά να αποθάνω, σεις δε διά να ζήσετε. Ποιοι όμως από ημάς πηγαίνουν εις καλύτερον πράγμα, κανείς δεν το γνωρίζει. Τούτο είναι φανερόν μόνον εις τον θεόν». [Πλάτ. Άπολ.42.] Με αυτήν την αμφιβολίαν ετελείωσε την «Απολογίαν» του ο Σωκράτης, ο μεγάλος φιλόσοφος αμφιβάλλει, διότι πρόκειται διά ζήτημα μεταφυσικόν.
     Εις τον Πλατωνικόν «Φαίδωνα» τονίζεται ακόμη ότι ο θάνατος είναι μόνιμος σύντροφος της ζωής και ότι δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν την παρούσαν ζωήν χωρίς τον θάνατον. Ακόμη ότι η εδώ ζωή είναι συνδεδεμένη απολύτως με την πέραν του τάφου και ο σύντομος χρόνος της παρούσης ζωής με την ατέρμονα (=την χωρίς τέρμα) αιωνιότητα. Ο Πλάτων διδάσκει επίσης ότι, όπως είναι αθάνατος η ψυχή, έτσι είναι αθάνατα και τα έργα της, τα όποια και την παρακολουθούν αιωνίως. «Κανένα έργο της, όσο κακό κι αν είναι, δεν θανατώνει την ψυχή, γιατί τούτο θα ήταν λύτρωση για τους κακούς. Έτσι μήτε ο θάνατος καταστρέφει την ψυχή, Αλλά αντίθετα αποκαλύπτει ανάγλυφα το είναι της».
Αλλά οι θεωρίες αυτές έχουν και πολλά μειονεκτήματα.
  Ασάφειες και αντιφάσεις 
    Χάρις εις τον Πλάτωνα η μελέτη τού θανάτου απετέλεσε θέμα πολύ αγαπητόν εις τους φιλοσόφους, αφού η «φιλοσοφία» ωρίζετο, όπως είπαμεν, ως «μελέτη θανάτου». [Πλάτ. Φαίδ. 67, 80Ε-81Α.] και κατά τους μετά τον Σωκράτην χρόνους. ΟΙ ιδέες αυτές ήσαν ευρύτατα διαδεδομένες και εις τα λαϊκά στρώματα. Ο Σωκράτης λοιπόν, ή ο Πλάτων με τον «Φαίδωνα», επροβλημάτισε τον άνθρωπον δια το μυστήριον τού θανάτου κατά τρόπον γόνιμον.
     Είπαν ότι εις τον «Φαίδωνα» συναντώμεν «το δόξασμα και το απαθανάτισμα τού θανάτου», ότι εις τον διάλογον αυτόν ο λόγος «είναι κατανυκτικός, αποτραβιέται ολωσδιόλου από την εγκόσμια χλιδή και πλέκει τον μακαρισμόν τού θανάτου». Χωρίς να αρνούμεθα τα ανωτέρω, πρέπει να παρατηρήσωμεν ότι οι ιδέες τού Πλάτωνος αφήνουν αναπάντητα πολλά ερωτηματικά. Διά την ελληνικήν φιλοσοφίαν ο θάνατος είναι μία φυσική ιδιότης της ύλης, η οποία φθείρεται συνεχώς, ώστε να δημιουργηθούν διά τού θανάτου νέες μορφές ζωής. Η ζωή είναι προϋπόθεσις τού θανάτου και ο θάνατος προϋπόθεσις της ζωής. Ένα απόσπασμα τού Ευριπίδου, το οποίον παραθέτει ο Πλάτων εις τον «Γοργίαν», λέγει: «Ποιός ξέρει αν η ζωή είναι θάνατος, ο δε θάνατος ζωή;». Και προσθέτει ο Σωκράτης: Και εμείς πράγματι ίσως είμεθα νεκροί. Ίσως τώρα έχομεν αποθάνει και το σώμα μας είναι τάφος. [Πλάτ. Γοργ. 492Ε-493Α.]
Είναι φανερόν ότι με την φράσιν αυτήν διατυπώνεται ένα αγωνιώδες ερώτημα, το όποιον υπονοεί ότι χάνεται μία μορφή ζωής, διά να δώση την θέσιν της εις μίαν άλλην. «Εις την κυκλικήν αυτήν διαδοχήν ζωής και θανάτου υπόκειται αναγκαστικώς και ο άνθρωπος ως μέρος τού κόσμου».
Τα ανωτέρω αφορούν βεβαίως εις το σώμα, διότι η ψυχή είναι αθάνατος. Πάντως ο Πλάτων- και τούτο έχει σημασίαν -με τα όσα λέγει περί καθάρσεως και ανταποδόσεως μετά θάνατον τονίζει την ηθικήν ευθύνην, την οποίαν φέρει ο άνθρωπος διά τα έργα του. Είναι σπουδαίον το ότι, κατά τον Πλάτωνα, η ψυχή διατηρεί την προσωπικότητα της και εις την γην και εις τον κόσμον της αιωνιότητος. Ο Πλάτων με το να υπογραμμίζη την προσωπικήν αθανασίαν της ψυχής και με το να λέγη ότι αυτή έχει συνείδησιν τού «εγώ» της και ότι αγωνίζεται εις την γην υπό αυστηρώς προσωπικήν ευθύνην, παρακινεί τον άνθρωπον να φροντίζη δι' αρετήν και φρόνησιν. Να αγωνίζεται με ελπίδα. Να έχη θάρρος διά το μέλλον της ψυχής του, εφ' όσον αγνίζει τον εαυτόν του εις τον παρόντα κόσμον. [«θαρρών χρή», Πλάτ. Φαίδ. 1140-115Α.]
Εδώ ακριβώς έγκειται η μεγάλη ηθική αξία τού «Φαίδωνος». Λέγεται ότι τα όσα εκτίθενται εις τον «Φαίδωνα» είναι η συμπύκνωσις της Πλατωνικής φιλοσοφίας εις την απάντησιν, που έδωκεν η προχριστιανική ελληνική σκέψις διά το μυστήριον τού θανάτου και την μετά θάνατον ζωήν. Είναι ορθή η άποψις αυτή. Αλλά τούτο οφείλεται ασφαλώς εις τον «σπερματικόν λόγον», ο οποίος εφώτισε τον προχριστιανικόν κόσμον, ώστε να εύρη και αυτός μέρος της αληθείας, την οποίαν όμως απεκάλυψεν εις όλον το πλήρωμα της ο Υιός και Λόγος τού Θεού με την έλευσίν του εις τον κόσμον.
Παραλλήλως προς τα ανωτέρω πρέπει να λεχθή ότι εις την διδασκαλίαν τού Πλάτωνος περί αθανασίας της ψυχής υπάρχουν και σκοτεινά σημεία, δυσαρμονίες, αντιφάσεις και διηγήσεις επηρεασμένες κυρίως από τον Ορφικόν μύθον. Πολλή ασάφεια παρατηρείται και εις την διδασκαλίαν του περί μετενσαρκώσεως. Γενικώς δε οι αντιλήψεις περί εσχατολογίας, που προσφέρονται εις τον «Γοργίαν» και τον «Φαίδωνα», δεν συμφωνούν με τα όσα λέγονται εις τον «Φαίδρον». Εις τον «Γοργίαν» και τον «Φαίδωνα» ο Πλάτων ομιλεί περί αιωνιότητος της κολάσεως και της μακαριότητος. Εις την «Πολιτείαν» και τον «Φαίδρον» ομιλεί περί μετενσωματώσεως. Ώστε έχομεν οι πλην εσχατολογικήν προοπτικήν και καταφανή αντίφασιν. [Πρβλ. και ΘΕΟΔ. Ν. ΖΗΣΗ, Η εσχατολογία του Πλάτωνος κατά τον Ευσέβιον]
     Και κάτι άλλο, ο Πλάτων λέγει ότι η ψυχή είναι της ουσίας τού Θεού. Ενώ όμως υψώνει την ψυχήν τόσον πολύ, «αμέτρως και ασεβώς» βεβαίως, εν τούτοις την καθυβρίζει με άλλην υπερβολήν, διότι, κατά την πλάνην της μετενσαρκώσεως, την βάζει να κατοικήση «εν τοίς χοίροις και όνους και τα έτι τούτων ατιμότερα ζώα». Ακόμη από τις απόψεις τού Πλάτωνος περί αθανασίας της ψυχής λείπει η αυστηρά αποδεικτική δύναμις. Οι απόψεις του αυτές περιέχουν «λήψιν τού ζητουμένου», όπως λέγομεν εις την Λογικήν. Ο Πλάτων προχωρεί και λαμβάνει ως αποδεδειγμένον εκείνο, το οποίον έπρεπε να αποδείξη!
Αλλά τα μεγάλα και αγωνιώδη ερωτήματα, που δημιουργούν οι ανωτέρω θεωρίες τού Πλάτωνος, είναι ατελείωτα και πολύπλοκα. Διότι τα θέματα, που εξετάζουν, εξέρχονται των ορίων τού αισθητού κόσμου, εις τον οποίον έχομεν σπουδαίους χειραγωγούς την πέτραν και την επιστήμην. Ενώ ο πέραν τού παρόντος κόσμος μας είναι τελείως άγνωστος. Δι' αυτό και ο Πλάτων «την πολλήν επλανήθη πλάνην», με το να θελήση να συζήτηση και να φιλοσοφήση «περί των αρρήτων», των απορρήτων και ανέκφραστων. Εις τον πέραν τού τάφου κόσμον μόνον το ανέσπερον φως τού Χριστού δύναται να μας χειραγώγηση. Αλλά του ανεκτίμητου τούτου δώρου εστερείτο η, αναμφισβητήτως, μεγάλη διάνοια του Πλάτωνος.
Ο Αριστοτέλης είναι μαθητής του Πλάτωνος, Αλλά από το έτος 354 π. Χ. διατυπώνει θεωρίες ιδικές του, οι οποίες διαφέρουν από εκείνες του διδασκάλου του. Ο Σταγιρίτης φιλόσοφος λέγει ότι ο άνθρωπος πρέπει να επιδιώκη την αθανασίαν και να κάμνη τα πάντα, δια να ζή κατά τις υποδείξεις του πολυτιμότερου εκείνου στοιχείου, που υπάρχει εις τον εαυτόν του, το οποίον (στοιχείον) έχει υψίστην αξίαν. Δηλαδή ο Αριστοτέλης δέχεται την συμβουλήν, που απευθύνει ο Πλάτων εις τον «Θεαίτητον», όταν προτρέπη και ενθαρρύνη τους ανθρώπους να προχωρήσουν εις «ομοίωσιν» προς τον Θεόν. Ο Αριστοτέλης λέγει ότι ο θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, το οποίον μετά τον θάνατον σήπεται και διαλύεται, διότι η ψυχή είναι αυτά, που συνέχει το σώμα. Ο Σταγιρίτης φιλόσοφος διέκρινε τρία «γένη» ψυχής. Από τα τρία αυτά μόνον το ένα «γένος» είναι αθάνατον αυτό που δεν έχει σχέσιν με τις οργανικές λειτουργίες της ψυχής. Το μόνον στοιχείον του ανθρώπου, το οποίον είναι αθάνατον, είναι «ο νους ο ποιητικός». Γράφει: Ο νους μόνον εισέρχεται (εις το ψυχικόν σπέρμα, το οποίον μεταδίδεται από τον πατέρα και την μητέρα εις το παιδί), και αυτό μόνον το μέρος του άνθρωπου είναι αθάνατον και θείον. Ο Ίδιος φιλόσοφος θεωρεί τον θάνατον καλύτερον και προτιμότερον της ζωής. Γράφει: «Μη γινεσθαι μέν, άριστον πάντων- το δε τεθνάναι τού ζην έστι κρείττον»: Δηλαδή, το να μη γεννηθή κανείς είναι το άριστον το καλύτερον από όλα. Το δε να αποθάνη είναι προτιμότερον από τού να ζει.
 Αγωνία και μελαγχολία
Οι Λατίνοι ποιηταί και φιλόσοφοι αντιγράφουν εις πολλά την ελληνικήν σκέψιν και εις το θέμα τού θανάτου. Ο Κικέρων (106-43 π.Χ.) επίστευεν εις την μετά θάνατον ζωήν, την οποίαν και εθεωρούσεν ως την μόνην αληθινήν ζωήν. Ως έγκλειστοι, λέγει, εις τους αρμούς του σώματος επιτελούμεν καθήκον ανάγκης, διότι η ψυχή έχει καταβυθισθή από το υψηλότατον κατοικητήριόν της εις την γην, η οποία είναι τόπος αντίθετος της θείας και αιωνίου φύσεως της. Παρατηρεί ότι, καθώς πλησιάζομεν εις τον θάνατον, φθάνομεν εις το λιμάνι, και προσθέτει- μία σύντομος ζωή είναι αρκετά μακρά δια να είναι καλή και έντιμος. Ο ίδιος αγνοεί μεν πώς θα είναι μετά θάνατον, αλλά γράφει: Μετά θάνατον θα είμαι ή όχι δυστυχής ή μάλλον ευτυχής. Ο Κικέρων επαναλαμβάνει τον λόγον του Σωκράτους, ότι ολόκληρος η ζωή των φιλοσόφων είναι «μελέτη θανάτου» και προσθέτει ότι πρέπει να σκεπτώμεθα περί τού θανάτου όχι μόνον όταν είμεθα ασθενείς ή όταν φθάσωμεν εις την γεροντικήν ηλικίαν, Αλλά από αυτήν την νεότητα. Επηρεασμένος από τον Πλάτωνα τονίζει ότι πρέπει να περιμένωμεν τον θάνατον χωρίς φόβον, διότι ο θάνατος, μας εισάγει εις καλυτέραν ζωήν, επειδή η ψυχή είναι αθάνατος. Λέγει: Εφ' όσον επιτελείς το καθήκον σου, δύνασαι και εις αυτήν ακόμη την γεροντικήν ηλικία, που είναι ο προθάλαμος του θανάτου, να περιφρονής τον θάνατον. Διά τούτο συμβαίνει ώστε οι γέροντες να αντιμετωπίζουν τον θάνατον με περισσότερον θάρρος και γενναιότητα από ο,τι τον αντιμετωπίζουν οι νέοι.
Παρ' όλα όμως αυτά ο Κικέρων δεν αντιμετώπισε τον θάνατον με γενναιότητα και αταραξίαν όπως ο Σωκράτης, τον όποιον αντιγράφει. Ο Ρωμαίος αυτός ρήτορας όταν κατεδιώκετο από τους εχθρούς του, έφευγε και εκρύπτετο, δείγμα ότι, παρ' όλους τους ωραίους και γενναίους λόγους του περί θανάτου, εφοβείτο πολύ τον θάνατον! Εξ άλλου εις τις ιδέες του περί θανάτου συναντώμεν πάρα πολλές αντιφάσεις. Τούτο ήτο μέχρις ενός σημείου φυσικόν, διότι ο Κικέρων εσταχυολογούσε από τις θεωρίες των διαφόρων ελληνικών φιλοσοφικών Σχολών όσα εσυμφωνούσαν με την ιδικήν του σκέψιν και λογικήν. Ένεκα τούτου, εκτός της ασυνέπειας του εις τον τρόπον αντιμετωπίσεως τού θανάτου, τον ακούομεν να λέγη, άλλοτε μεν ότι παραδέχεται την αυτοκτονίαν, άλλοτε δε ότι την καταδικάζει! Άλλοτε γράφει ότι δεν πρέπει να τερματίζωμεν χωρίς λόγον την ζωήν μας -άλλοτε συμφωνεί με την αντίληψιν των Στωϊκών, οι οποίοι εδέχοντο την αυτοκτονίαν διά μίαν σοβαράν αιτίαν. Ενώ συνήθως πιστεύει εις την αθανασίαν της ψυχής, εκφράζει την σοβαράν αμφιβολίαν, ότι ο θάνατος σβήνει την ζωήν της ψυχής!
Ο ποιητής Ο ρ ά τ ι ο ς (65 π.Χ.-8 μ.Χ.) εκδηλώνει τον πόθον της αθανασίας και εκφράζει την βεβαιότητα, ότι κατενίκησε τον θάνατον, χάρις εις το πνευματικόν του έργον. Γράφει: Έφερα εις πέρας μνημείον, που διαρκεί περισσότερον από τον χαλκόν και είναι εξοχώτερον των βασιλικών τάφων των Πυραμίδων, το οποίον ούτε η βροχή, που κατατρώγει, ούτε ο μανιώδης βόρειος άνεμος ημπορούν να το κρημνίσουν ούτε η αναρίθμητος σειρά των ετών και η πάροδος των χρόνων. Δεν θα αποθάνω ολόκληρος, αλλά πολύ μέρος μου θα αποφύγη την Λιβιτίνην8 (=τον θάνατον) [Η Λιβιτίνη Αφροδίτη ήταν η θεά των κηδειών και τού θανάτου. Ειςτόν ναόν της εύρίσκοντο οι Λιβιτανάριοι δηλ. οι νεκροθάπτες. Κατά παράδοξον τρόπον σχετίζεται η Αφροδίτη προς την Περσεφόνην, δηλαδή η ζωή προς τον θάνατον !]- εις το εξής εγώ θα αυξάνωμαι με τον έπαινον των μεταγενεστέρων. Ο ίδιος ποιητής διατυπώνει, μετά τον Πλάτωνα, ένα παιδαγωγικόν αίτημα περί θανάτου. Λέγει: «Πίστευε ότι κάθε ημέρα είναι η τελευταία, που λάμπει διά σε».
Χαρακτηριστικώτερα όμως το έχει διατυπώσει ο Μάρκος Αυρήλιος, ο οποίος είπε- «τούτο έχει η τελειότης τού ήθους, το πάσαν ημέραν ως τελευταίαν διεξάγειν και μήτε σφύζειν μήτε υποκρίνεσθαι». Διά τον Στωϊκόν Μάρκον Αύρήλιον (121-180 μ. Χ.) το σώμα και η ψυχή είναι στοιχεία σωματικά και φθαρτά, ο νους είναι απόσπασμα του θεού, έχει φύσιν νοεράν και αθάνατον, διά τούτο και επιστρέφει πάλιν εις τον θεόν. [Πρβλ. ΚΩΝΣΤ. ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ, Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας, τόμ. Β', σελ. 494.]
Είναι φανερόν ότι ο Στωικός αυτός φιλόσοφος είναι επηρεασμένος από τις αντιλήψεις τού Πλάτωνος και του Αριστοτέλους. Είναι επίσης χαρακτηριστικόν ότι ο Μάρκος Αυρήλιος εφοβείτο μήπως εις την ζωήν λησμονήση τον εαυτόν του, ενώ μετά δεν διατρέχει τέτοιον κίνδυνον. Από τον Πλάτωνα είναι επηρεασμένος και ο Στωϊκός Σενέκας, ο οποίος έθεσε τέρμα εις την ζωήν του το 65 μ.Χ., επειδή είχεν ανακαλυφθή ότι έλαβε μέρος εις συνωμοσίαν εναντίον τού Νέρωνος. Ο Σενέκας, ο οποίος κατεκρίθη ως ασταθής και υποκριτής, χαρακτηρίζει την ψυχήν ως «ιεράν» και «αιωνίαν», το δε σώμα ως «δεσμωτήριον» της ψυχής. [Πρβλ. ΚΩΝΣΤ. ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ, ένθ' άνωτ., σσ. 486-487.]
Ο Επίκουρος (341-270 π.Χ.) επίστευεν ότι η ψυχή διαλύεται μετά τον θάνατον, επειδή είναι άθροισμα μορίων. Απέναντι τού θανάτου, λέγει, δεν πρέπει να δοκιμάζωμεν κανένα φόβον, διότι όταν θα έλθη αυτός, η αίσθησις θα έχη εξαφανισθή, επομένως δεν υπάρχει φόβος να δοκιμάσωμεν λύπην ή πικρίαν. Έγραφε προς τον Μενοικέα: Να συνηθίζης και να εξοικειώνεσαι με την πίστιν ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε δι' ημάς («συνέθιζε εν τω νομίζειν μηδέν προς ημάς είναι τον θάνατον»)• επειδή κάθε αγαθόν και κάθε κακόν υπάρχει εις την αίσθησιν, ο δε θάνατος είναι στέρησις και εξαφάνισις της αισθήσεως. Διά τούτο η ορθή γνώσις και κατανόησις ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε δι' ημάς, κάμνει την θνητότητα της ζωής απολαυστικήν, όχι διότι της προσθέτει άπειρον διάστημα χρόνου, Αλλά διότι της αφαιρεί τον πόθον της αθανασίας. Διότι δεν υπάρχει τίποτε το φοβερόν εις την ζωήν διά τον άνθρωπον, ο οποίος αντελήφθη αληθινά ότι δεν υπάρχει τίποτε το φοβερόν εις την απουσίαν της ζωής. «Ώστε μάταιος» είναι ο άνθρωπος, που λέγει ότι φοβείται τον θάνατον, όχι διότι δεν θα είναι λυπηρός και οδυνηρός, όταν θα έλθη, Αλλά διότι είναι οδυνηρόν να τον περιμένωμεν. Διότι αυτό που δεν μας ενοχλεί όταν είναι παρόν, είναι ματαία ενόχλησις και όταν το περιμένης. Έτσι ο θάνατος, το πλέον φοβερόν και φρικώδες από τα κακά, είναι «ουδέν προς ημάς»- δεν ημπορεί να έλθη εις καμμίαν σχέσιν προς ημάς, δεν είναι τίποτε δι' ημάς. Επειδή τέλος πάντων, όταν μεν ημείς υπάρχωμεν, δεν υπάρχει ο θάνατος- όταν δε έρχεται εκείνος, τότε δεν υπάρχομεν ημείς. Κατά συνέπειαν δεν άφορα ούτε τους ζωντανούς ούτε τους νεκρούς, εφ' όσον διά τους πρώτους δεν υπάρχει, οι δε τελευταίοι δεν υπάρχουν πλέον. [Επικ. Επιστ. προς Μενοικέα 124-125.]
Αυτά έγραφε προς τον Μενοικέα. Αλλά με το απόφθεγμα του (ο θάνατος δεν σημαίνει... τίποτε διά τον άνθρωπον, αφού όταν υπάρχωμεν ημείς δεν υπάρχει εκείνος και όταν υπάρχη εκείνος δεν υπάρχομεν ημείς) ο Επίκουρος δεν έλυσε το πρόβλημα τού θανάτου. Απλούστατα παρέκαμψε και απέφυγε τον σκόπελον τού μεγάλου τούτου προβλήματος. Ίσως δι' αυτό και οι οπαδοί του παρεδόθησαν εις τις ηδονές [Γ. ΜΙΣΤΡΙΩΤΟΥ, Ελληνική Γραμματολογία, τόμ. Β', Αθήναι 1897, σελ. 619.], πράγμα που είχεν ως αποτέλεσμα να τους εκδιώξουν και οι Ρωμαίοι, όταν ύπατος της Ρώμης ήταν ο Λεύκιος Πιστούμιος, και οι Μεσσήνιοι.
     Άλλοι Λατίνοι επηρεασμένοι από τους υλιστάς Επικούρειους και άλλοι από τους Στωικούς, τους αυστηρούς ηθικολόγους της αρχαιότητος, προβάλλουν και συνιστούν τον θάνατον ως παιδαγωγόν της ζωής. Ο άθεος Λουκρήτιος συγγράφει το «Περί της των πραγμάτων φύσεως», διά να απαλλάξη δήθεν τον άνθρωπον από τον φόβον τού Θεού και τού θανάτου. Αλλά το μόνον που επιτυγχάνει είναι να ομιλή διά τα μυστήρια με οδηγόν την... φυσικήν και την ηθικήν τού υλιστού Επικούρου!
Ο Ζήνων ο Κιτιεύς (336-264; π.Χ.) έδειξε την περιφρόνησίν του προς τον θάνατον, με τον τρόπον που απέθανεν ο ίδιος. Ενώ επέστρεφεν από την Σχολήν εις το σπίτι του, έπεσε και ετραυματίσθη εις ένα από τα δάκτυλα του. Αφού δε εκτύπησε την γην με το χέρι του, είπε τον στίχον από την Νιόβην τού διθυραμβοποιού Τιμοθέου: Έρχομαι, είναι περιττόν να μου φωνάζης- και αμέσως έθεσε τέρμα εις την ζωήν του, με το να πνίξη τον εαυτόν του. Ο ίδιος εθαύμαζε τους Κέλτας (ή Κελτούς), οι οποίοι εγειτόνευαν με τον Ατλαντικόν Ωκεανόν, επειδή δεν εφοβούντο τον θάνατον. Οι Κέλται εάν ήσαν κάτω από σπίτι, που επρόκειτο να κατάρρευση ή δίπλα από τοίχον, που εκρημνίζετο, εθεωρούσαν όνειδος, ατιμίαν και δειλίαν να φύγουν διά να μη καταπλακωθούν από τα ερείπια. Όταν δε συνέβαινε πλημμυρά από τον ωκεανόν, αντί να τρέξουν να φύγουν, εστέκοντο ωπλισμένοι και ακίνητοι, μέχρις ότου τους εσκέπαζαν τα κύματα• και τούτο διά να μη φανούν ότι αποφεύγουν τον θάνατον, διότι τον... φοβούνται!.
Ο Στωικός Κλεάνθης (304-233; π.Χ.), διάδοχος τού Ζήνωνος, απέθανεν εις βαθύ γήρας, αφού έθεσε μόνος του τέρμα εις την ζωήν του. Επροκάλεσεν ο ίδιος τον θάνατον του με αποχήν από κάθε τροφήν. Επίστευεν ότι οι ψυχές όλων των ανθρώπων θα εξακολουθήσουν να ζουν μετά θάνατον, αλλά μόνον μέχρι της εκπυρώσεως τού κόσμου, οπότε θα απορροφηθούν εις τους κόλπους τού Διός. Ο Χρύσιππος όμως (281-208; π. Χ.), ο οποίος έδωκε οριστικήν μορφήν εις την Στωϊκήν φιλοσοφίαν, επίστευεν ότι μόνον οι ψυχές των σοφών και των μορφωμένων εξακολουθούν να ζουν μετά θάνατον μέχρι της εκπυρώσεως τού κόσμου. Οι ψυχές των απαίδευτων, έλεγε, διαλύονται ως «ατροφικαί και αδύνατοι», μόλις χωρισθούν με τον θάνατον από το σώμα. Περιττόν βεβαίως να είπωμεν ότι και ο Χρύσιππος εδέχετο την ψυχήν ως υλικήν.
Πολύ χαρακτηριστικά είναι τα λόγια τού στωικού Επικτήτου (50-1 38; μ. Χ.), τα οποία δεικνύουν και την στάσιν του απέναντι τού θανάτου. Ο Επίκτητος, ο οποίος εφιλοδόξησε να γίνη καθοδηγός των ανθρώπων, φανταζόμενος τον θάνατον να πλησιάζη, αρχίζει μαζί του τον ακόλουθον διάλογον:
Η σάλπιγξ, που καλεί εις τον θάνατον, σημαίνει, άνοιξε την θύραν και σου λέγει: «έρχου».
-Που;
-Εις τίποτε το φοβερόν, αλλα εκεί από όπου ήλθες εις την ύπαρξιν, εις τα αγαπητά και συγγενή, εις τα στοιχεία, από τα οποία αποτελείσαι• όσον μέρος της ανθρωπινής υπάρξεως σου ήταν από φωτιάν, επιστρέφει εις την φωτιάν, όσον ήταν από κομμάτι γης, επιστρέφει εις την γην, όσον ήταν μικρά πνοή, εις την πνοήν, όσον ήταν ολίγον νερόν, εις το νερόν. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας Άδης ούτε Αχέρων ούτε Κωκυτός ούτε Πυριφλεγέθων, αλλά όλα είναι γεμάτα από θεούς και θείες δυνάμεις;
Αυτά ακριβώς επειδή ημπορεί κανείς πολύ να τα συλλογίζεται και καθώς βλέπει τον ήλιον και την σελήνην και τα άστρα και καθώς απολαμβάνει την γην και την θάλασσαν, δεν είναι εγκαταλελειμμένος• είναι μάλλον άνθρωπος, που δεν δέχεται βοήθειαν.
-Τι λοιπόν; Και αν κανείς μου έπιτεθή, όταν θα είμαι μόνος, και με κατασφάξη;
-Ανόητε, δεν θα κατασφάξη σε, αλλά το ευτελές σώμα (το κορμάκι). [Έπικτ. Διατρ. III, κεφ. ιγ' 14.]
Γ ε ν ι κ ώ ς οι Στωικοί, επειδή είναι πανθεϊσταί, πιστεύουν ότι η ψυχή είναι απόσπασμα ή μέρος της ψυχής τού κόσμου και ότι είναι υλική και ενσώματος. Συχνά ταυτίζουν την ψυχήν, η οποία ζωοποιεί τον ανθρώπινον οργανισμόν, με τον νουν. Πιστεύουν εις την θείαν Πρόνοιαν και δέχονται ότι υπάρχει μία σκοπιμότης εις τον κόσμον. Εν τούτοις διδάσκουν ότι η ψυχή, ως μέρος τού κόσμου, θα ακολουθήσω μετά τον θάνατον την μοίραν όλων των όντων δηλαδή θα διαλυθή και αυτή με το «κοσμικόν πυρ» όπως και όλα τα όντα. Επίσης δεν πρέπει, λέγουν, να περιμένωμεν μετά θάνατον τελειοτέραν ζωήν. Ο καρπός της αμαρτίας είναι μόνον η απώλεια της ανθρωπινής αξιοπρέπειας και η αποκτήνωσις εις την παρούσαν ζωήν. Ο θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο παρά «η επιστροφή και η εξαφάνισις των ανθρωπίνων μορίων εις την μεγάλην χοάνην τού σύμπαντος». [ΝΙΚ. Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, μν. έργ., σελ. 14.]
«Την εξ ολοκλήρου αθανασίαν της ατομικής ζωής» δεν την απεδέχθη κανείς από τους Στωικούς. [ΚΩΝΣΤ. ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ, ένθ' άνωτ., τόμ. Α', σελ. 391.]
     Αν και η στάσις τού Στωικισμού είναι ανίσχυρος απέναντι τού θανάτου, εν τούτοις είναι ευγενεστέρα άλλων φιλοσοφιών, οι οποίες τον παραθεωρούν εξ ολοκλήρου. Αλλ' ο Επίκτητος, όπως και ολόκληρος η προχριστιανική σκέψις, υποτάσσεται εις την μοίραν. Εις δε την σκέψιν τού Επικτήτου και των ομοίων του είναι φανερά μία οδυνηρά αντινομία. Αυτοί οι «χαμογελαστά απαισιόδοξοι» φιλόσοφοι προσπαθούν να μας προσφέρουν παιδαγωγικές συνταγές και να παρουσιασθούν ατάραχοι εμπρός εις τον θάνατον, την στιγμήν κατά την οποίαν υποφέρουν από το άγχος, που τους προκαλεί το τεράστιον κενόν της ψυχής των. Και επειδή ο άνθρωπος τού προχριστιανικού κόσμου ακούει από όλους αυτούς μόνον δογματισμούς, είναι διαποτισμένος από την μελαγχολίαν, την αγωνίαν και τον τρόμον τού θανάτου.
  Αμφιβολία και ρηχότης
     Ενώπιον τού θανάτου εστάθη εκστατική όλη η εγκόσμιος φιλοσοφία. Καθώς κινείται μακρυά από το φώς της θείας Αποκαλύψεως, παραπαίει εις το χάος και ψηλαφά το σκότος της αβύσσου. Αλλά δεν θα ασχοληθώμεν με όλους τους εκτός τού Χριστιανισμού φιλοσόφους- άλλωστε κανείς δεν μας δίδει ικανοποιητικήν εξήγησιν, όλοι δε κινούνται ουσιαστικώς εις τα ίδια πλαίσια. Θα σταχυολογήσωμεν μερικές μόνον ιδέες από τους φιλοσόφους των τελευταίων αιώνων.

Ο Γάλλος Μονταίνι (1533-1592) εις ένα Δοκίμιον, που αφιερώνει ειδικώς εις τον θάνατον, αγωνίζεται να πείση τον άνθρωπον να μη φοβήται τον θάνατον. Λέγει πολλά, μιμούμενος τους αρχαίους φιλοσόφους και ηθικολόγους, τους κλασσικούς Λατίνους και τον Σενέκαν. Αλλά το Δοκίμιον του αυτό, όπως άλλωστε όλα τα Δοκίμια του, είναι διαποτισμένον από την αμφιβολίαν. Η δε φιλοσοφία του με την πάροδον των ετών αλλάσσει. Κατ' αρχάς προβάλλει ως Στωικός. Η γενική φιλοσοφία του ήτο: ν' αγαπάς την ζωήν και να φοβήσαι τον θάνατον. Ετόνιζε τον λόγον των αρχαίων «φιλοσοφία είναι να μανθάνης να αποθνήσκης». Κατόπιν διεκήρυξε με πολύν σκεπτικισμόν ότι «αι κυριαρχούσαι ανθρώπιναι αλήθειαι» αντιφάσκουν. Εθαύμαζε τον Επίκουρον, όταν όμως εγνώρισε τον άθεον Λουκρήτιον, έμεινεν έκθαμβος! Ορισμένες φορές έχει κάτι το θετικόν εις την σκέψιν του, ουσιαστικώς όμως ζη μέσα εις την αντίφασιν και τον σκεπτικισμόν, ο οποίος χρωματίζει το μεγαλύτερον μέρος της φιλοσοφίας του.

     Ο θάνατος, λέγει ο φιλόσοφος της απαισιοδοξίας Αρθούρος Σοπενχάουερ, (1788-1860) «είναι ένας ύπνος, που μέσα του ξεχνιέται η ατομικότητα». Αλλ' ο διάσημος αυτός αρνητής της ζωής κατέχεται από έντονον... φιλοζωΐαν. Κάμνει το πάν να αποφύγη τον θάνατον και φεύγει πανικόβλητος, όταν βλέπη ότι ο θάνατος τον πλησιάζει! Ενώ δε ομιλεί περί θανάτου δια να παρηγόρηση τον άνθρωπον, επιτυγχάνει να συντρίψη την καρδιά εκείνου, τον οποίον προσπαθεί να παρηγόρηση! Ο πανθεϊστής Σοπενχάουερ επίστευεν, ή υπεκρίνετο πως επίστευεν, ότι μας εξήγησε τον θάνατον παρ' όλα αυτά όμως δεν μας τον εξηγεί καθόλου!
    «Εσυκοφάντησαν τον θάνατον και αυτό αποτελεί την χειροτέραν απάτην εις τον κόσμον! Ο θάνατος είναι η πλέον απαλή μορφή της ζωής», φωνάζει ο Μιχαήλ Κράμερ εις το ομώνυμον δράμα τού Γεράρδου Χάουπτμαν (1862-1946). Αλλ' ο Χάουπτμαν παρουσιάζει πάρα πολλές αντιφάσεις εις τα έργα του, το δε ανωτέρω δράμα φέρει την σφραγίδα της μοίρας, τού πεπρωμένου. Βεβαίως η κραυγή που ανεφέραμεν, την οποίαν αφήνει ο Κράμερ εξ αφορμής τού θανάτου τού υιού του, εκφράζει μίαν αλήθειαν. Αλλ' ο Γερμανός ποιητής και θεατρικός συγγραφεύς Χάουπτμαν με το οξύμωρον αυτό σχήμα εισάγει και ένα πρόβλημα, το όποιον μένει αναπάντητον. Λέγει ότι ο θάνατος είναι μορφή ζωής, αλλά τι είδους ζωή; Ο λόγος του διατυπώνει ουσιαστικώς την αγωνίαν των στίχων τού Ευριπίδου, «ποιος ξέρει αν η ζωή είναι θάνατος, ο δε θάνατος ζωή;»
     Ανεξήγητον αφήνει τον θάνατον και ο Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε (1875-1926), ο ποιητής με την φιλοσοφικήν σκέψιν. Είπαν ότι ο Ρίλκε δεν μας εξηγεί μεν τον θάνατον, τον φέρνει όμως πολύ κοντά μας και έτσι μας βοηθεί εις μίαν «εσωτερικήν συναναστροφήν με τον θάνατον». Αλλά και πάλιν το μυστήριον τού θανάτου εξακολουθεί να μένη βαθύ, σκοτεινόν και απροσπέλαστον. Έγραψαν ότι η φιλοσοφία είπε την τελευταίαν λέξιν περί θανάτου με το στόμα τού Καντ (1724-1804). Ο Γερμανός αυτός φιλόσοφος απέδειξεν ότι η ύπαρξις της ψυχής και η επιβίωσίς της μετά θάνατον είναι θέματα, τα οποία αδυνατεί να ερευνήση ο νους τού ανθρώπου. Εφ' όσον δεν έχομεν εμπειρικά δεδομένα, η λογική μας δεν ημπορεί να πλησίαση τα θέματα αυτά. Δέχεται όμως την ύπαρξιν και την αθανασίαν της ψυχής, διότι το βασικόν τούτο αίτημα τίθεται εις τον άνθρωπον από την ηθικήν του συνείδησιν. Ώστε η ύπαρξις και η επιβίωσις της ψυχής είναι μία θεμιτή ελπίδα, μία νόμιμος προσδοκία τού ηθικού ανθρώπου.
Διά τις αντιλήψεις των άθεων υπαρξιστών περί θανάτου δεν έχομεν να είπωμεν τίποτε, διότι αυτοί υπεκφεύγουν ουσιαστικώς το δύσκολον τούτο πρόβλημα.

Ο Χάϊντεγγερ (1889-1976) π. χ. αποφεύγει να αντιμετώπιση τον θάνατον ως ένα εγκόσμιον ιδικόν του γεγονός. Ο θάνατος, λέγει, είναι μόνον υποκειμενικόν γεγονός, διότι βιούται μόνον από το εξαφανιζόμενον «εγώ». Όσοι επιζούν, τον μελετούν ως αντικειμενικόν γεγονός- αλλά τούτο είναι μία αυταπάτη. Ο θάνατος απομονώνει. Και ερωτά: Πώς ημπορώ να μελετήσω τον θάνατον, αφού δεν δύναμαι να συμμερισθώ ο,τι δεν υπάρχει εδώ και να συζήσω με ο,τι δεν ζη εδώ;
Ο Γιάσπερς (1883-1969) κατατάσσει τον θάνατον εις «τις οριακές καταστάσεις». Δηλαδή ο θάνατος (όπως ο πόνος, η ενοχή κλπ.) είναι ουσιαστικώς κατάστασις αμετάβλητος, εις την οποίαν φαίνονται τα ανυπέρβλητα όρια, επάνω εις τα οποία προσκρούει ο άνθρωπος και έτσι συνειδητοποιεί το φθαρτόν, το πρόσκαιρον και πεπερασμένον της κατωτέρας του υπάρξεως.
Ο αντιανθρωπιστής Σαρτρ, ο οποίος αποκαλεί τον άνθρωπον «άχρηστον πάθος», λέγει ότι δεν έχει νόημα το ότι εγεννήθημεν, ούτε έχει νόημα το ότι θα αποθάνωμεν (*). 
     Εξ όσων εγράψαμεν γίνεται φανερόν ότι η στάσις όλων των ανωτέρω έναντι τού θανάτου στερείται βάθους και βαρύτητος. Η εγκόσμιος φιλοσοφία ομολογεί την άγνοιαν και το δέος της εμπρός εις το πυκνόν και αδιαπέραστον σκοτάδι, το οποίον καλύπτει την πέραν τού τάφου ζωήν. Ο θάνατος είναι το τέλος, λέγουν οι υπαρξισταί, το οποίον αποκαλύπτει το πεπερασμένον. Αλλ' οι φιλόσοφοι αυτοί τού συρμού δεν έχουν δίκαιον. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος, είναι η αρχή της αληθινής ζωής, η οποία μας περιμένει εκεί, εάν βεβαίως έχωμεν αρχίσει να την ζώμεν εδώ. Ο Χριστός, «η ανάστασις και η ζωή» (Ιωάν. ια' 25), ήλθεν, εσταυρώθη, ανεστήθη, ανελήφθη εις τους ουρανούς και μας περιμένει εκεί, διότι μας εβεβαίωσε: Πηγαίνω εις τους ουρανούς διά να σας ετοιμάσω τόπον (Ιωάν. ιδ' 2). Ώστε ο θάνατος δεν αποκαλύπτει το ιδικόν μας πεπερασμένον αποκαλύπτει το ιδικόν μας ατελεύτητον, την ιδικήν μας αιωνιότητα. Διά τούτο ο Χριστιανός μελετά και εμβαθύνει εις το μυστήριον τού θανάτου κατά τρόπον γόνιμον, θετικόν και δυναμικόν. Διότι η παρούσα ζωή είναι στίβος και κονίστρα, εις την οποίαν διεξάγεται η μεγάλη μάχη χάριν της αθανασίας και της απείρου αιωνιότητος.

(*) Γενικώς δια τις ιδέες και αντιλήψεις των υπαρξιστών και ιδιαιτέρως τού Σαρτρ περί των ανθρωπολογικών προβλημάτων βλέπε: Ν. Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ, Χριστιανισμός και Ανθρωπισμός, έκδ. «ο Σωτήρ», Αθήναι 1981

Από το Βιβλίο του
Ν.ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με πηγη

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ