Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Η ανάσταση των νεκρών (Αγ. Κύριλλος Ιεροσολύμων)

Η ανάσταση των νεκρών (Αγ. Κύριλλος Ιεροσολύμων)

Ακράδαντη πίστη της Εκκλησίας είναι η ανάσταση των νεκρών, που θα γίνει συγχρόνως με τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Στο Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος».
Λέγοντας ανάσταση των νεκρών, εννοούμε την ανάσταση των σωμάτων, αφού οι ψυχές είναι αθάνατες. Κάθε ψυχή, δηλαδή, θα εισέλθει πάλι στο νεκρό σώμα της, που θα ζωοποιηθεί, κι έτσι θα ξανασυγκροτηθεί ολόκληρος ο άνθρωπος.
Πολλές είναι οι αγιογραφικές μαρτυρίες για την ανάσταση των σωμάτων. Ενδεικτικά θ' αναφέρουμε μερικές. Ο προφήτης Ησαΐας προαναγγέλλει: «Οι νεκροί θ' αναστηθούν και θα εγερθούν όλοι όσοι βρίσκονται στα μνήματα» (26:19). Ο προφήτης Ιεζεκιήλ είδε σε όραμα μια θαυματουργική ανάσταση σωμάτων: Μ' ένα λόγο του Θεού, πλήθος ξερά οστά, που βρίσκονταν σκόρπια σε μια πεδιάδα, συναρμολογήθηκαν, απέκτησαν νεύρα, σάρκες και δέρμα κι έγιναν τέλεια σώματα- και μ' άλλον ένα λόγο Του, απέκτησαν ψυχή και αναστήθηκαν και στάθηκαν στα πόδια τους (37:1-10). Το εκπληκτικό όραμα του Προφήτη δείχνει πώς θα γίνει η ανάσταση των νεκρών στη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Αυτή την ανάσταση, άλλωστε, βεβαιώνουν και προσομοιάζουν οι τρεις αναστάσεις που έκανε ο Ιησούς, δηλαδή της κόρης του Ιαείρου, του γιου της χήρας της Ναΐν και του φίλου Του Λαζάρου, καθώς και η δική Του ανάσταση, με την οποία νίκησε το κράτος του θανάτου. Ο Απόστολος Παύλος κάνει πολλές φορές λόγο για την ανάσταση των σωμάτων στις επιστολές του. Στους Θεσσαλονικείς, λ. χ., γράφει: «Ο ίδιος ο Κύριος με πρόσταγμα, με φωνή αρχαγγέλου και με σάλπιγγα Θεού θα κατεβεί από τον ουρανό και θ' αναστηθούν πρώτα αυτοί που πέθαναν πιστοί στο Χριστό» (Α' Θεσ. 4:16). Μετά την ανάστασή τους τα σώματα θα είναι πνευματικά, άφθαρτα, αθάνατα, αναλλοίωτα, απαλλαγμένα από τις ανάγκες τροφής και ύπνου. Μόνο που τα σώματα των δικαίων θα είναι φωτεινά, καθαρά και δοξασμένα, ενώ των αμαρτωλών ζοφερά, ακάθαρτα και στερημένα από τη θεία δόξα. Όπως είναι φυσικό, βέβαια, την ανάσταση των νεκρών, την οποία θ' ακολουθήσει η τελική Κρίση, αμφισβητούν ή αρνούνται πολλοί. Στους αρνητές της απαντούν, με ομιλίες και πραγματείες τους, οι θεοφόροι πατέρες. Ένας απ' αυτούς είναι και ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, ο οποίος, στη ΙΗ' «Κατήχηση Φωτιζομένων» (κεφ. α' - κ'), που ακολουθεί σε νεοελληνική απόδοση, με στερεή λογική και με πλήθος παραδειγμάτων από τη ζωή, τη φύση και τη Γραφή, ενισχύει την πίστη μας στην ανάσταση των νεκρών και μας καλεί σε πνευματική προετοιμασία και εγρήγορση.

Ιερά Μονή Παρακλήτου



Η ανάσταση των νεκρών

Ρίζα κάθε καλού έργου είναι η ελπίδα της αναστάσεως. Η προσδοκία της ανταποδόσεως παρακινεί την ψυχή στην αγαθοεργία. Ο εργάτης που ελπίζει στο μισθό των κόπων του, είναι πρόθυμος να υπομείνει κάθε δυσκολία. Ενώ όσοι κοπιάζουν χωρίς την ελπίδα της αμοιβής, γρήγορα εγκαταλείπουν το έργο τους. Ο στρατιώτης που προσδοκά να βραβευθεί, είναι ετοιμοπόλεμος. Κανείς όμως δεν προθυμοποιείται να διακινδυνεύσει για χάρη ασύνετου βασιλιά, που δεν επιβραβεύει τα κατορθώματα των στρατιωτών του.

Με παρόμοιο τρόπο και κάθε ψυχή, όταν πιστεύει στην ανάσταση και στη μέλλουσα ανταπόδοση, φροντίζει για τον εαυτό της. Ενώ όταν δεν πιστεύει στην ανάσταση και στη μέλλουσα κρίση, παραδίνεται στην αμαρτία και στην καταστροφή. Οποίος πιστεύει ότι το σώμα του θ' αναστηθεί, δεν το μολύνει με ασέλγειες. Ενώ οποίος δεν πιστεύει στην ανάσταση, παραδίνεται στην αμαρτία και κακομεταχειρίζεται σαν ξένο το σώμα του. Είναι λοιπόν σημαντικό το δόγμα της Αγίας Εκκλησίας μας, που αναφέρεται στην ανάσταση των νεκρών. Είναι βασική διδασκαλία της Ορθοδοξίας μας. Και ενώ από πολλούς αμφισβητείται, από την αλήθεια επιβεβαιώνεται. Οι ειδωλολάτρες αμφισβητούν, οι Σαμαρείτες απιστούν, οι αιρετικοί διαστρεβλώνουν το δόγμα αυτό. Πολλές οι αντιρρήσεις. Μία όμως είναι η αλήθεια.

Μας λένε οι αρνητές: Πέθανε ο άνθρωπος και τάφηκε. Σάπισε στο χώμα και διαλύθηκε σε σκουλήκια. Τα σκουλήκια ψόφησαν κι αυτά. Το σώμα λοιπόν καταστράφηκε και αφανίστηκε. Πως θ' αναστηθεί;

Μας λένε ακόμα: Όσοι ναυάγησαν, καταφαγώθηκαν από τα ψάρια, που κι αυτά καταφαγώθηκαν από άλλα. Όσοι πάλεψαν με θηρία, έγιναν τροφές σε αρκούδες και σε λιοντάρια, που έφαγαν ακόμα και τα κόκαλά τους. Οι γύπες και οι κόρακες, αφού έφαγαν τις σάρκες των εγκαταλειμμένων στο χώμα νεκρών, πέταξαν και σκορπίστηκαν μακριά. Πως λοιπόν θα συγκεντρωθούν πάλι τα μέλη του σώματος;

Συμβαίνει μάλιστα τα αρπακτικά πουλιά, που τα έφαγαν, να θανατωθούν μακριά, άλλο στις Ινδίες, άλλο στην Περσία κι άλλο στην Ευρώπη. Πώς, τέλος, θα συναρμολογηθούν τα σώματα εκείνων που κάηκαν και που ο άνεμος ή η βροχή διασκόρπισε ακόμα και τη στάχτη τους; Σε όλα αυτά θ' απαντήσουμε: Για σένα, τον μικρό κι αδύναμο άνθρωπο, απέχουν βέβαια πολύ οι Ινδίες από τη Γερμανία και η Ισπανία από την Περσία. Για τον Θεό όμως, που κρατάει στο χέρι Του ολόκληρη τη γη, όλα είναι κοντινά. Μην κατηγορείς λοιπόν τον Θεό, ξεκινώντας από τη δική σου αδυναμία, αλλά να συλλογίζεσαι τη δική Του παντοδυναμία.

Ο ήλιος, ένα μικρό κτίσμα μέσα στην απέραντη δημιουργία, θερμαίνει με τις ακτίνες του όλη τη γη· και ο αέρας, κτίσμα κι αυτό του Θεού, την περιβάλλει. Ο Θεός λοιπόν, που δημιούργησε και τον ήλιο και τον αέρα, βρίσκεται μακριά από μας;

Υπόθεσε ότι ανακατεύεις διαφορετικούς σπόρους και τους παίρνεις στη χούφτα σου. Είναι δύσκολο σ' εσένα, τον άνθρωπο, να διακρίνεις τα διάφορα είδη και να τα χωρίσεις σε ομάδες; Όχι, βέβαια. Αν λοιπόν εσύ μπορείς να ξεχωρίσεις όσα βρίσκονται στο χέρι σου, ο Θεός άραγε δεν μπορεί να διακρίνει και να ξεχωρίσει όσα βρίσκονται στο δικό Του χέρι; Πρόσεξε κι ένα επιχείρημα, που αναφέρεται στη δικαιοσύνη. Έχεις διάφορους υπηρέτες. Απ’ αυτούς άλλοι είναι καλοί και άλλοι κακοί. Τιμάς εσύ τους καλούς και επιτιμάς τους κακούς. Κι αν είσαι δικαστής, επαινείς τους αγαθούς και τιμωρείς τους παράνομους.

Αν λοιπόν εσύ, που είσαι θνητός άνθρωπος, απονέμεις δικαιοσύνη, ο Θεός, ο αθάνατος Βασιλιάς των όλων, δεν θα απονέμει δικαιοσύνη; Αν όμως δεν υπάρχει μέλλουσα κρίση, σε ρωτάω: Που βρίσκεται η δικαιοσύνη του Θεού, εφόσον πολλοί ληστές πέθαναν ατιμώρητοι; Πολλές φορές μάλιστα ένας ληστής που έκανε πενήντα φόνους, τιμωρείται για τον ένα. Που λοιπόν θα τιμωρηθεί για τους υπόλοιπους σαράντα εννέα; Βλέπεις ότι, αν δεν υπάρχει μέλλουσα κρίση και ανταπόδοση, κατηγορείς τη δικαιοσύνη του Θεού. Και μην παραξενεύεσαι για την αναβολή της μελλοντικής κρίσεως. Να σκέφτεσαι, ότι κάθε αγωνιστής στεφανώνεται η ντροπιάζεται μετά τον αγώνα. Ποτέ ο αγωνοθέτης δεν βραβεύει τους αγωνιστές, όσο αγωνίζονται ακόμα. Αλλά περιμένει το τέλος του αγώνα και, μετά από εξέταση, προσφέρει τα βραβεία και τα στεφάνια. Έτσι και ο Θεός, όσο διαρκεί ο αγώνας στη ζωή αυτή, πάντα προσφέρει μια μερική βοήθεια στους δικαίους· μετά το θάνατο όμως, τους δίνει ακέραιο το μισθό. Αν δεν πιστεύεις στην ανάσταση των νεκρών, γιατί καταδικάζεις τους τυμβωρύχους; Αν έλιωσε το σώμα και δεν υπάρχει ελπίδα αναστάσεως, τότε γιατί τιμωρείται ο τυμβωρύχος; Βλέπεις ότι κι αν αρνείσαι με τα χείλη, μέσα σου μένει ακέραιη η πεποίθηση στην ανάσταση.

Ένα δέντρο που κόπηκε, ξαναβλαστάνει και ανθοφορεί. Το ίδιο δεν μπορεί να συμβεί και στον άνθρωπο; Τα σπαρτά που φυτεύθηκαν και θερίστηκαν, μένουν στ' αλώνια. Το ίδιο δεν μπορεί να συμβεί και στον άνθρωπο, που θερίζεται από τον κόσμο αυτό; Τα κλήματα του αμπελιού και τα κλαδιά των άλλων δέντρων, αφού ολότελα κοπούν και μεταφυτευθούν, ζωογονούνται και καρποφορούν. Ο άνθρωπος λοιπόν, για τον οποίο εκείνα δημιουργήθηκαν, αφού πέσει στη γη, δεν είναι δυνατό ν' αναστηθεί; Τι είναι πιο εύκολο, να δημιουργήσει κανείς από την αρχή ένα άγαλμα ή να ξαναπλάσει στο ίδιο σχήμα αυτό που έπεσε κι έσπασε; Ο Θεός λοιπόν, που από το μηδέν μας έπλασε, δεν είναι δυνατό ν' αναστήσει πάλι αυτούς που έζησαν και πέθαναν;

Εξακολουθείς ν' απιστείς σε όσα έχουν γραφτεί για την ανάσταση; Δες τη φυσική δημιουργία και παρατήρησε τα φαινόμενα που μέχρι σήμερα συμβαίνουν: Σπέρνεται το σιτάρι η οποιοδήποτε άλλο σπαρτό. Ο σπόρος πέφτει στη γη και μοιάζει να πεθαίνει. Σαπίζει και αχρηστεύεται σαν τροφή. Όμως ο σαπισμένος σπόρος ανασταίνεται χλοερός, ανασταίνεται ωραιότατος. Το σιτάρι αυτό, καθώς και τ' άλλα σπαρτά, έγινε για μας. Δεν έγινε για τον εαυτό του. Εφόσον λοιπόν εκείνα, που δημιουργήθηκαν για μας, ζωοποιούνται πάλι, αφού νεκρωθούν, εμείς οι ίδιοι, για τους οποίους εκείνα πλάστηκαν, δεν είναι δυνατό ν' αναστηθούμε μετά το θάνατο μας; Το χειμώνα τα δέντρα εμφανίζονται σαν νεκρά. Που είναι τα φύλλα της συκιάς; Που είναι τα σταφύλια στο αμπέλι; Το χειμώνα φαίνονται όλα νεκρά. Την άνοιξη όμως όλα εμφανίζονται χλοερά. Και όταν φτάσει ο κατάλληλος καιρός, τότε από το θάνατο γεννιέται η ζωή. Γνωρίζοντας ο Θεός την απιστία σου, σου εμφανίζει κάθε χρόνο την ανάσταση με τα φαινόμενα αυτά. Έτσι, βλέποντας όσα συμβαίνουν στ' άψυχα, να πειστείς για όσα συμβαίνουν στα έμψυχα.

Πριν από εκατό η διακόσια χρόνια, όλοι εμείς που ήμασταν; Δεν γνωρίζουμε τον τρόπο δημιουργίας του ανθρώπινου σώματος; Δεν γνωρίζεις ότι από απλή και ασθενική και ασχημάτιστη ύλη γεννιόμαστε; Και απ' αυτή την απλή και ασθενική ύλη σχηματίζεται και το ανθρώπινο σώμα και αποκτά δύναμη στα νεύρα, λάμψη στα μάτια, όσφρηση στη μύτη, ακοή στ' αυτιά, ομιλία στη γλώσσα, παλμούς στην καρδιά, εργασία στα χέρια, οδοιπορία στα πόδια και κάθε άλλο χαρακτηριστικό των μελών. Η ασθενική εκείνη ύλη μεταβάλλεται σε ναυπηγό η οικοδόμο η αρχιτέκτονα η εργάτη η στρατιώτη η άρχοντα η νομοθέτη η βασιλιά. Αφού λοιπόν με ευτελή υλικά μας έπλασε ο Θεός, δεν θα μπορεί να μας αναστήσει, όταν πεθάνουμε; Αυτός που την τόσο τιποτένια ύλη μετέβαλε σε ανθρώπινο σώμα, δεν θα μπορέσει πάλι να το αναστήσει, όταν νεκρωθεί; Αυτός που από την ανυπαρξία έφερε την ύπαρξη, δεν θα μπορέσει να αναστήσει το δημιούργημά του; Πάρε κι από τον έναστρο ουρανό μιαν ολοφάνερη απόδειξη, ότι είναι δυνατή η ανάσταση των νεκρών. Ένα ουράνιο φαινόμενο που επαναλαμβάνεται κάθε μήνα: Η σελήνη φαίνεται να λιγοστεύει, να μικραίνει τόσο πολύ, που να μην τη βλέπουμε καθόλου. Πάλι όμως εμφανίζεται, μεγαλώνει και παίρνει το προηγούμενο της μέγεθος. Και μάλιστα, για να είναι πληρέστερο το παράδειγμα, κατά καιρούς έχουμε εκλείψεις σελήνης και εναλλαγές στη φωτεινότητά της, μέχρι που γίνεται κατακόκκινη σαν αίμα, για να μην απιστείς στην ανάσταση των νεκρών, εσύ, που κατασκευάστηκες από αίμα, αλλά, βλέποντας στη σελήνη την εναλλαγή, να πιστέψεις ότι το ίδιο μπορεί να γίνει και σ' εσένα.

Αυτές τις αποδείξεις μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει, όταν συζητάει με άπιστους ειδωλολάτρες. Αφού αυτοί δεν παραδέχονται την Αγία Γραφή, πολέμησέ τους με όπλα άγραφα, δηλαδή με συλλογισμούς και παραδείγματα από τη φύση. Οι άθεοι αυτοί δεν έχουν ιδέα για το νόμο του Μωυσή, για τις προφητείες του Ησαΐα, για τα ευαγγέλια, για τις επιστολές του Παύλου. Ας δούμε τώρα πως θ' αντιμετωπίσουμε τους Σαμαρείτες. Αυτοί δέχονται το νόμο του Μωυσή, δεν αναγνωρίζουν όμως τους Προφήτες. Πως λοιπόν θα τους πείσουμε για την ανάσταση των νεκρών; Ας χρησιμοποιήσουμε τα κείμενα που παραδέχονται. Λέει ο Θεός στον Μωυσή: «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ» (Έξοδος 3:6). Οπωσδήποτε με τα λόγια αυτά αναγνωρίζει, ότι ο Αβραάμ, ο Ισαάκ και ο Ιακώβ δεν εξαφανίστηκαν, αλλά υπάρχουν. Γιατί αν δεν υπήρχαν, ο Θεός θα ήταν Θεός όντων ανύπαρκτων. Ποιος όμως βασιλιάς είπε ότι είναι βασιλιάς στρατιωτών ανύπαρκτων; Ποιος ακόμα πλούσιος δηλώνει πλούτη που δεν έχει; Πρέπει επομένως να υπάρχουν και ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ. Έτσι μόνο ο Θεός θα είναι Θεός ζωντανών. Γιατί δεν είπε «ήμουν κάποτε Θεός τους», αλλά «είμαι Θεός τους».

Αλλά έχουν αντιρρήσεις και σ' αυτό το σημείο οι Σαμαρείτες. Ισχυρίζονται, ότι μπορεί να ζουν οι ψυχές του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, τα σώματά τους όμως δεν είναι δυνατό ν' αναστηθούν.

Θα τους πούμε: Το ραβδί του δικαίου Μωυσή ήταν δυνατό να μεταβληθεί σε φίδι (Έξοδος 4:2-3). Τα σώματα των δικαίων δεν μπορούν να ζήσουν και ν' αναστηθούν; Η πρώτη μεταβολή, που είναι αφύσικη, πραγματοποιήθηκε. Η δεύτερη, που είναι σύμφωνη με τη φύση, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί; Το ραβδί επίσης του Ααρών, αφού κόπηκε και νεκρώθηκε, χωρίς ίχνος νερού βλάστησε (Αρ. 17: 23). Και τούτο, ενώ ήταν μέσα σε σπίτι. Μολαταύτα, βλάστησε σαν να ήταν σε αγρό. Και ενώ βρισκόταν σε ξερό περιβάλλον, μέσα σε μια νύχτα καρποφόρησε σαν τα δένδρα που για πολλά χρόνια ποτίζονται.

Το ραβδί λοιπόν του Ααρών αναστήθηκε. Ο ίδιος ο Ααρών δεν θ' αναστηθεί; Και ο Θεός που θαυματούργησε σ' ένα ξύλο, για να του χαρίσει την αρχιερωσύνη, δεν θα θαυματουργήσει στον ίδιο τον Ααρών, για να του χαρίσει την ανάσταση;

Η γυναίκα του Λωτ έγινε στήλη από αλάτι (Γεν. 19:26). Η σάρκα μεταβλήθηκε σε αλάτι. Η νεκρή σάρκα δεν μπορεί να ξαναγίνει σάρκα ζωντανή; Και αν η γυναίκα του Λωτ μεταβλήθηκε σε στήλη από αλάτι, η γυναίκα του Αβραάμ δεν είναι δυνατό ν' αναστηθεί; Με ποια δύναμη έγινε η μεταβολή του χρώματος στο χέρι του Μωυσή, που άσπρισε σαν το χιόνι κι έπειτα πάλι άλλαξε; Οπωσδήποτε με θείο πρόσταγμα (Έξοδος 4:6-7). Αν λοιπόν τότε το πρόσταγμα είχε δύναμη για τέτοιες μεταβολές, τώρα δεν έχει;

Πώς δημιουργήθηκε ο άνθρωπος; Το γράφει το πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, η Γένεση: «Και έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο από το χώμα της γης» (Γεν. 2:7). Αν λοιπόν το χώμα έγινε σάρκα, η νεκρωμένη σάρκα δεν μπορεί να ξαναγίνει ζωντανή;

Ας ρωτήσουμε, από τι πλάστηκαν οι ουρανοί και η στεριά και οι θάλασσες; από τι έγιναν ο ήλιος και η σελήνη και τ' άστρα; Πώς δημιουργήθηκαν τα πουλιά και τα ψάρια και όλα γενικά τα ζώα; ενώ αναρίθμητα διαφορετικά όντα δημιουργήθηκαν από το τίποτα, εμείς οι άνθρωποι, που είμαστε εικόνες του Θεού, δεν είναι δυνατό ν' αναστηθούμε; Όπως λέει και ο δίκαιος Ιώβ, για το δέντρο υπάρχει ελπίδα αναβλαστήσεως. Γιατί, αν κοπεί, μπορεί να ξανανθίσει, και ο βλαστός του δεν θα χαθεί. Κι αν ακόμα γεράσει η ρίζα του και ξεραθεί ο κορμός του, θ' ανθίσει πάλι με το πότισμα και θα καρποφορήσει σαν νεοφυτεμένο (Ιώβ 14:7-9). Αν λοιπόν συμβαίνει αυτό στο δέντρο, δεν μπορεί να συμβεί στον άνθρωπο; Χάνεται κι εξαφανίζεται ο πεθαμένος;

Ο προφήτης Ησαΐας λέει: «Θ' αναστηθούν οι νεκροί, και θα σηκωθούν όσοι βρίσκονται στα μνήματα» (Ησ. 26:19). Ο προφήτης Ιεζεκιήλ διαλαλεί: «Να τι λέει ο Κύριος· θ' ανοίξω τα μνήματά σας και θα σάς αναστήσω από τους τάφους σας» (Ιεζ. 37:12). Και ο προφήτης Δανιήλ λέει: «… Νεκροί, που βρίσκονται θαμμένοι στο χώμα, θ' αναστηθούν, άλλοι για να ζήσουν αιώνια και άλλοι για ν' αντιμετωπίσουν αιώνια ντροπή και περιφρόνηση» (Δαν. 12:2).

Πολλά αποσπάσματα της Αγίας Γραφής αναφέρονται στην ανάσταση των νεκρών. Σαν μια απλή υπενθύμιση αναφέρουμε την τετραήμερη ανάσταση του Λαζάρου (Ιωάννης 11:1-44), την ανάσταση του γιου της χήρας της Ναΐν (Λουκάς 7:11-17) και της κόρης του αρχισυνάγωγου Ιαείρου (Ματθαίος 9:18-26). Ας αναφέρουμε επίσης, ότι την ώρα της Σταυρώσεως του Κυρίου σκίστηκαν πέτρες, άνοιξαν μνημεία και αναστήθηκαν σώματα πολλών νεκρών (Ματθαίος 27:51-53). Προπάντων όμως να θυμηθούμε, ότι και ο ίδιος ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς (Ματθαίος 28:1-8).


Εκτός απ' αυτές τις περιπτώσεις της Καινής Διαθήκης, μπορούμε να θυμηθούμε από την Παλαιά τον Προφήτη Ηλία και το γιό της χήρας που ανέστησε (Γ' Βασ. 17:17-24). Επίσης τον Προφήτη Ελισσαίο, που έκανε δύο αναστάσεις, μία όταν ζούσε και μία μετά το θάνατο του. Όταν ζούσε, ανέστησε ένα παιδί με την πνοή του (Α' Βασ. 4:32-37). Για να φανερωθεί όμως ότι δεν είναι τιμημένες μόνο οι ψυχές των αγίων, αλλά ότι και στα σώματά τους υπάρχει θεία χάρη, ο νεκρός, που κατέβασαν στο μνημείο του Ελισσαίου, ζωντάνεψε μόλις ακούμπησε το νεκρό σώμα του Προφήτη (Α' Βασ. 13:20-21). Το νεκρό σώμα μπόρεσε και ανέστησε άλλο νεκρό σώμα. Αυτό που ήδη βρισκόταν στον τάφο, έδωσε ζωή στον πεθαμένο. Και ενώ έδωσε ζωή, το ίδιο παρέμεινε στον τάφο, όπως και πρώτα. Γιατί; Για να μην αποδοθεί το θαύμα μόνο στην ψυχή του Ελισσαίου και για ν' αποδειχθεί ότι, κι αν απουσιάζει η ψυχή, βρίσκεται θεία χάρη στα σώματα των αγίων, αφού τόσα χρόνια κατοίκησαν μέσα τους άγιες ψυχές. Τα σώματα αυτά υπηρέτησαν τις άγιες ψυχές και γι’ αυτό χαριτώθηκαν. Ας μην απιστήσουμε σαν άμυαλοι στο γεγονός αυτό. Γιατί αν ρούχα και μαντήλια αγίων, που βρίσκονται έξω από το σώμα, ακουμπούν αρρώστους και τους θεραπεύουν, πόσο μάλλον το ίδιο το προφητικό σώμα θα έχει τη χάρη ν' αναστήσει νεκρό.

Ας θυμηθούμε ότι και οι Απόστολοι ανέστησαν νεκρούς: Ο Πέτρος ανέστησε την Ταβιθά στην Ιόππη (Πράξεις 9:36-42), ο Παύλος τον Εύτυχο στην Τρωάδα (Πράξεις 20:7-12) και οι υπόλοιποι Απόστολοι διάφορους άλλους, μολονότι δεν αναφέρονται στην Αγία Γραφή όλα τα θαύματα του καθενός.

Ας θυμηθούμε επίσης όσα έγραψε ο Παύλος στους Κορινθίους γι’ αυτούς που λένε: «Πως ανασταίνονται οι νεκροί και με ποιο σώμα;» (Α' Κορινθίους 15:35). Γράφει λοιπόν: «Αν οι νεκροί δεν ανασταίνονται, τότε ούτε ο Χριστός αναστήθηκε» (Α' Κορινθίους 15:16). Ονόμασε ανόητους αυτούς που δεν πιστεύουν στην ανάσταση των νεκρών. Έγραψε επίσης στους Θεσσαλονικείς: «Θέλω να γνωρίζετε, αδελφοί, τι θα γίνει μ' αυτούς που πέθαναν, για να μη λυπάστε όπως οι άπιστοι, που δεν ελπίζουν πουθενά. Γιατί, αφού πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, έτσι και ο Θεός αυτούς που πέθαναν πιστεύοντας στον Ιησού θα τους αναστήσει για να ζήσουν μαζί Του» (Α' Θεσ. 4:13-14).

Προσέξτε προπάντων, ότι ολοφάνερα ο Παύλος διακηρύσσει: «Το φθαρτό τούτο σώμα θα γίνει άφθαρτο. Το θνητό θα γίνει αθάνατο» (Α' Κορινθίους 15:53).

Το σώμα θ' αναστηθεί. Και μάλιστα όχι έτσι ασθενικό, όπως είναι τώρα, αλλά έχοντας αποκτήσει αφθαρσία. Δεν θα υποφέρει δηλαδή από τον πόνο, την αρρώστια, το θάνατο. Θ' αλλάξει κατάσταση όπως το σίδερο, που μπαίνει στη φωτιά και μεταβάλλεται σε μια φλεγόμενη μάζα. Κάπως έτσι θα μεταβληθούν οι Ιδιότητες του σώματος μας, σύμφωνα με τη θέλησή του Κυρίου, που θα το αναστήσει.

Θ' αναστηθεί λοιπόν αυτό το σώμα. Δεν θα έχει την ίδια σύσταση, αλλά θα ζει αιώνια. Δεν θα έχει ανάγκη από συνηθισμένες τροφές, για να συντηρηθεί, ούτε από σκάλες, για να υψωθεί. Τα σώματα μάλιστα των αγίων θα λάμψουν σαν τον ήλιο, καθώς έχει γραφτεί (Ματθαίος 13:43). Θ' αποκτήσουν τη λαμπρότητα της σελήνης και ολόκληρου τ' ουρανού. Προβλέποντας ο Θεός την απιστία των ανθρώπων στα προφητικά αυτά λόγια, χάρισε σε μικρά σκουλήκια τη δυνατότητα να φεγγοβολούν από το σώμα τους (όπως οι πυγολαμπίδες). Έτσι, απ' αυτό που ήδη βλέπουν στη φύση οι άνθρωποι, να πιστεύουν εκείνο που πρόκειται να συμβεί. Ο Θεός, που έδωσε τη φεγγοβολιά σε ασήμαντα σκουλήκια, μπορεί ασφαλώς να κάνει έναν αγιασμένο άνθρωπο να φεγγοβολάει.

Θ' αναστηθούμε λοιπόν όλοι με άφθαρτα, αιώνια σώματα. Δεν θα τα έχουμε όμως όλοι ίδια. Οι άγιοι θα έχουν ένδοξο σώμα, κατάλληλο και ικανό να επικοινωνεί με τους αγγέλους. Οι αμαρτωλοί θα έχουν κι αυτοί αιώνιο και άφθαρτο σώμα, κατάλληλο όμως να υπομένει ατελεύτητες τιμωρίες, έτσι που να μην κατακαεί και εξαφανιστεί στη φλόγα της αιώνιας φωτιάς. Δίκαια ο Θεός θ' αμείψει η θα κολάσει τα σώματα και των αγίων και των αμαρτωλών. Γιατί καμιά πράξη μας δεν γίνεται χωρίς τη συμμετοχή του σώματος: Βλαστημάμε με το στόμα. Προσευχόμαστε με το στόμα. Πορνεύουμε με το σώμα. Αγνεύουμε με το σώμα. Δίνουμε ελεημοσύνη με το χέρι. Γενικά σε κάθε πράξη συμμετέχει και το σώμα. Επειδή λοιπόν σε όλα υπηρετεί το σώμα, είναι δίκαιο στη μέλλουσα ζωή να συμμετέχει είτε στην απόλαυση είτε στην τιμωρία.

Ο προφήτης Δανιήλ γράφει: «Εκατομμύρια και δισεκατομμύρια άγγελοι στέκονταν μπροστά Του έτοιμοι να Τον υπηρετήσουν» (Δαν. 7:10). Αυτό δεν σημαίνει ότι ο αριθμός των αγγέλων είναι μόνο τόσος. Ο προφήτης χρησιμοποιεί αυτές τις λέξεις, θέλοντας να δείξει το αναρίθμητο πλήθος τους.

Με όλο αυτό το πλήθος των αγγέλων θα παρουσιαστεί τότε, στη μέλλουσα κρίση, ο Τριαδικός Θεός. Μια αγγελική σάλπιγγα θα ηχήσει και θα τους καλέσει όλους με φανερά πια όλα τα έργα τους. Δεν πρέπει λοιπόν από δω να σκεφτόμαστε την ώρα εκείνη και από τώρα να φοβόμαστε; Μήπως είναι μικρή καταδίκη, έστω κι αν δεν ακολουθήσει καμιά άλλη τιμωρία, το να ντροπιαστούμε μπροστά σε τόσο πλήθος; Μήπως δεν προτιμάμε, πολλές φορές, να πεθάνουμε παρά να ντροπιαστούμε μπροστά σε φίλους; Ας ενδιαφερθούμε κι ας φοβηθούμε από τώρα, μην τυχόν και μας αποδοκιμάσει τότε ο Κύριος. Ο Θεός τα γνωρίζει όλα. Δεν έχει ανάγκη να ερευνήσει και να ελέγξει. Μη σκεφτείς λοιπόν: Στο σκοτάδι της νύχτας αμάρτησα, κάνοντας ανήθικες πράξεις η μαγείες ή κάτι άλλο. Είμαι όμως εξασφαλισμένος, γιατί κανείς δεν με είδε. Όλα θα γίνουν φανερά τότε, που ο Θεός θα κρίνει τα κρυφά έργα των ανθρώπων. Το φοβερό πρόσωπο του Κριτή θα σε αναγκάσει να πεις την αλήθεια. Η ίδια η συνείδησή σου θα σε ελέγχει, και τα έργα σου, που θα σε συνοδεύουν, θα σε καταγγέλλουν. Ο Κριτής δεν θα έχει ανάγκη από βιβλία. Αυτό το φανερώνει ο ίδιος λέγοντας: «Θα συναχθούν μπροστά Του όλα τα έθνη, και θα τους ξεχωρίσει όπως ξεχωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα από τα γίδια» (Ματθαίος 25:32). Ο βοσκός πως ξεχωρίζει τα πρόβατα από τα γίδια; Μήπως έχει ανάγκη να συμβουλευτεί βιβλία, για να διακρίνει ποια είναι πρόβατα και ποια γίδια; Δεν τα διακρίνει αμέσως από τη μορφή τους; Το απαλό μαλλί δεν φανερώνει το πρόβατο, και το σκληρό το γίδι; Με την ίδια ευκολία θα φανερωθεί τότε αν οι πράξεις μας έχουν καθαριστεί με την εξομολόγηση, και μοιάζουν με μαλλί απαλό και καθαρό, η αν παραμένουν με τις ασυγχώρητες αμαρτίες, και μοιάζουν με μαλλί σκληρό και βρωμισμένο.

Ας αγωνιστούμε λοιπόν όλοι, για να πετύχουμε τη σωτηρία και να υποδεχθούμε με παρρησία τον αιώνιο βασιλιά Χριστό, που πέθανε και αναστήθηκε και βασιλεύει στους απέραντους

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΩΥΣΗΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΣΗΜΕΡΑ

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΩΥΣΗΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΣΗΜΕΡΑ
1Όταν ο σύγχρονος χριστιανός μιλάει για τον Θεό, εννοεί, λίγο-πολύ, κάτι που βρίσκεται πέρα μακριά στον ουρανό, άγνωστο, ακατανόητο, φοβερό, απλησίαστο, που απλά το αποδέχεται, χρήσιμο για ώρα ανάγκης, μερικές φορές του αποδίδει μαγικές ιδιότητες και συχνά επαναλαμβάνει το ανορθόδοξο «πίστευε και μη ερεύνα».

Κατά τ΄ άλλα αυτή η πίστη στο Θεό δεν επιφέρει ουσιαστική αλλαγή στη ζωή του χριστιανού. Μπορεί να εκκλησιάζεται μερικές Κυριακές, να έχει στη βιβλιοθήκη του σύγχρονα πνευματικά βιβλία, παλιές εικόνες στο σαλόνι, κάποιο κομποσκοίνι στο χέρι, να δίνει και λίγη ελεημοσύνη. Όμως παραμένει ανυπόμονος στ΄ ότι οι άλλοι δεν είναι όπως τους θέλει, μίζερος για τα χρήματα, βυθισμένος στον ατομισμό, στην καλοπέραση, στο άγχος, στον ανταγωνισμό. 

Αυτό όμως δεν είναι ζωή εν Χριστώ. Μυρίζει θάνατο. Σε τι διαφέρει ο χριστιανός σήμερα από τον υπόλοιπο κόσμο; Όταν δεν έχει μακροθυμία, πραότητα, χαρά, απλότητα και κυρίως ταπείνωση, σημαίνει ότι δεν έχει νοιώσει τίποτε από την εν Χριστώ ζωή. Ζωή που ανακαινίζει, μεταμορφώνει και ωραιοποιεί τον άνθρωπο και μέσα από τις καθημερινές δυσκολίες.

Η ζωή των χριστιανών μη διαφέροντας καταντά επιβίωση δίχως νόημα, ανόητη, αφού δεν μπορείς να ζεις μόνο για μια σύνταξη ή για ένα δεύτερο διαμέρισμα ή για ένα καινούριο αυτοκίνητο. Δεν καρτεράμε μια ουσιαστική αλλαγή, κινούμεθα δίχως ελπίδα. Έτσι, τρέχουμε συνέχεια, υφαίνοντας κατά κάποιο τρόπο το σάβανο μας. Η ζωή, λέμε και εμείς, είναι μαύρη, άχαρη, τα ίδια και τα ίδια, μουντή, θολή, ρουτίνα.

Ο χριστιανός πρώτα-πρώτα καλείται να σκύψει και να ακούσει τη φωνή του Ευαγγελίου, που τον καλεί σε μία συνεχή διακινδύνευση της αυτάρκειας που τον διακατέχει, που πονηρού λογισμού εκείνου, που τον κινεί να λέει: ε εμείς, δόξα τω Θεώ, δεν κάνουμε τα φοβερά και αισχρά, που βλέπουμε καθημερινά στην τηλεόραση. Η σκέψη αυτή είναι μάλλον δαιμονοκίνητη και ο εφησυχασμός που δίνει δεν είναι ασφαλώς καθόλου αγαθός. Δεν θα δώσουμε λόγο στο Θεό μόνο γιατί δεν πράξαμε το κακό, αλλά και γιατί δεν πράξαμε το καλό, δεν αγαπήσαμε τρυφερά την αρετή.

Οι χριστιανοί σήμερα έχουν διπλή ζωή, δεν είναι ακέραιοι, ενοειδείς, οι αυτοί πάντα. Ο διχασμός αυτός είναι μια μεγάλη ταλαιπωρία. Ο χριστιανός δεν μπορεί άλλος να είναι και άλλος να φαίνεται, άλλα να λέει και άλλα να ενεργεί. Αυτή η ηθοποιΐα, καλή ή κακή, δεν μπορεί να ανήκει σε κανέναν χριστιανό. Η αληθινή σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, χαρακτηρίζει και τις σχέσεις του με τους ανθρώπους. Δεν είναι άλλος ο κυριακάτικος χριστιανός και άλλος ο καθημερινός. Παρατηρείται, όπως και άλλοτε έχω πει, μια ευσεβής μασκοφορία. Μια ερμηνεία της μανιώδους σπουδής του ανθρώπου για την τέλεια εξωτερική του εμφάνιση, είναι τα φύλλα της συκής, για να καλύψει την εσωτερική του κενότητα και γυμνότητα. Στ΄ ακριβότερα και ωραιότερα ενδύματα δεν αντιστοιχεί το κάλλος και η τελειότητα του εσωτερικού κόσμου.

Ο χριστιανός παρασύρεται στις πολλές βιοτικές μέριμνες, τυρβάζει περί πολλά, αποσπάται στη μερικότητα, απολυτοποιεί το λίγο, το μικρό, αρέσκεται και προτιμά τους απαγορευμένους καρπούς, οι οποίοι του παρουσιάζονται ωραίοι, γλυκείς και ευχάριστοι, δεν θέλει να διαφέρει, δεν θέλει να αγωνίζεται, δεν θέλει να μειώνεται η ελευθερία του, λέει, να περιορίζεται. Έτσι, σίγουρα οδηγείται στη αξιοποίηση πραγμάτων δευτερευόντων, που τα θεωρεί πρώτα. Επανέρχεται ο δαίμονας της Εδέμ και προτείνει το γυαλιστερό που θαμπώνει και όχι το πολύτιμο, το εύκολα βλεπόμενο, το φθηνό, το διαφημιζόμενο, το των πολλών, το παραποιημένο, το μεταχειρισμένο, το αποδεκτό, το καταναλώσιμο. Η απόκτηση αυτή δεν είναι κατάκτηση, δεν περιέχει γνησιότητα, αγωνιστικότητα, μόχθο υπομονής και αγάπης. Εδώ έγκειται η παραπληροφόρηση, ο αποπροσανατολισμός, η παραπλάνηση στην υιοθεσία δαιμονικού ήθους, ύποπτου, ύπουλου, δόλιου τρόπου προσεγγίσεως του κόσμου. Με τον τρόπο αυτό δίνονται σφαλερές προτεραιότητες, πλανερές, πλασματικές, αποσπασματικές αλήθειες, ωραιοποίηση της ακοσμίας, απομονωτισμός επικίνδυνος, ναρκισσισμός νοσηρός, μετάθεση του προβλήματος, πολυχρωματισμός του κελύφους. Υπερβάλλω;

Έχουμε μια μαγική αντίληψη περί Εκκλησίας εμείς οι χριστιανοί σήμερα. Λέμε: «Αν έρθεις στην Εκκλησία οι δουλειές σου θα πάνε καλά». Μα υπάρχουν χριστιανοί πιστοί που είναι άνεργοι, νέοι επιστήμονες αδιόριστοι, έμποροι πτωχεύσαντες. Λέμε: «Αν δεν έλθεις στην Εκκλησία θα καταστραφείς». Μα ο Χριστός δεν πίεσε ερχόμενος καμία συνείδηση. Δεν έχουμε το δικαίωμα να απειλούμε, να φοβερίζουμε τον κόσμο, παιανίζοντας μάλιστα ένα σκοπό που μιλά για ένα Θεό ανύπαρκτο, ένα Θεό δηλαδή τιμωρό, εκδικητή, τρομοκράτη, φθονερό, αντίδικο. Ένα Θεό που μοιράζει καλές θέσεις εργασίας, παχυλούς μισθούς, υψηλές συντάξεις, επιδόματα, ευζωΐα, μακροζωΐα και λοιπά. Μοιάζουμε με διαφημιστές νέων προϊόντων ομορφιάς η συνήγορους του αδικημένου Θεού. Δεν έχουμε νοιώσει ακόμη εμείς οι χριστιανοί του δύστροπου εικοστού αιώνος ότι η Εκκλησία είναι ο Χριστός που σώζει και δεν σώζεται από κανέναν μας.

Ο Χριστός είπε· αν θέλουμε από την καρδιά μας την τελειότητα ας τον ακολουθήσουμε. Οι σημερινοί χριστιανοί γίνονται εισαγγελείς, βασιλικότεροι του βασιλέως, με ζήλο ανεπίγνωστο, με σπουδή αδιάκριτη, με νόθο ιεραποστολισμό.

Μα, αγαπητοί μου, όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας ήταν άρρωστοι, φτωχοί οι πιο πολλοί, συχνά κυνηγημένοι, ανήμποροι, καταφρονεμένοι, δεν τους έπιανε το μάτι σου. Ο Χριστός δοξάσθηκε στον Γολγοθά. Ο πόνος είναι συνοδοιπόρος μας στη ζωή. Το σύμβολο του χριστιανισμού είναι ο σταυρός. Δεν επιτρέπεται η παραπληροφόρηση. Στην Εκκλησία μέσα συνεχίζεται, ενυπάρχει ο πόνος, αλλά έχει νόημα, έχει διέξοδο, οδηγεί σε ανάσταση. Δεν έχουμε το δικαίωμα ως ορισμένοι υποψήφιοι πολιτικοί να ξεγελάμε το λαό, υποσχόμενοι επίγειους παραδείσους. Ο Χριστός είπε ότι θα έχουμε στον κόσμο αυτό θλίψη. Δεν μακαρίζει όσους χασομερούν στα γέλια. Επιθυμούμε και δημιουργούμε ένα νεοχριστιανισμό στα μέτρα μας, στις ανάγκες μας, άκοπο, άμοχθο, πρόχειρο, εύκολο, δίχως κανέναν κόστος, αντιασκητικό, τελικά αντιευαγγελικό. Σε αυτή την προοπτική η Θ. Λειτουργία στο ναό είναι μια απλή ακρόαση των λεγομένων, μία θέαση των τελουμένων, που θα μπορείς να την παρακολουθείς πιο ήσυχα και από την πολυθρόνα σου στο σπίτι από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο. Δεν είναι θυσία, συμμετοχή, εγρήγορση, επί τω αυτώ πάντων των αδελφών συγκοινωνούντων και θερμά δεομένων.

Εντός των χριστιανικών κοινοτήτων ο ανέστιος, ο ανέραστος, ο αφιλόξενος, ο απομονωμένος και ταλαίπωρος άνθρωπος ζητά να θερμανθεί από την αγάπη και την αλήθεια. Αν ερχόμενος συναντήσει τη δική μας απροθυμία, αφιλοξενία κι αδιαφορία, την κόπωση, την αναβολή, την αδιαθεσία και αναποφασιστικότητα, τότε θα είναι τραγικό και για εμάς και για εκείνον. Αν δεν έχουμε φως και χαρά, βίωμα και ζωή, τι να προσφέρουμε; Τ΄ άλλα τα βρήκε αλλού κι ίσως καλύτερα. Αν εμείς οι χριστιανοί δεν έχουμε τη χαρά της προσωπικής συναντήσεώς μας με τον Χριστό τότε τι νόημα έχει η αναγραφή της χριστιανικής μας ιδιότητας στην ταυτότητα κι ένας τυπικός εκκλησιασμός; Λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης πως αν δεν γνωρίσουμε τι μας έπλασε ο Θεός, δεν θα κατανοήσουμε τι μας έκανε η αμαρτία. Αν δεν γνωρίσουμε το φως της χάριτος, λέμε ότι είμαστε καλά και στο ημίφως. Στο φως αποκαλύπτεται η πραγματικότητά μας. Μέσα στο φως θ΄ αποκαλυφθεί η Αλήθεια της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δεν είναι αυτό που φανταζόμαστε, που νομίζουμε, που θα θέλαμε να είναι. Η Εκκλησία είναι μία μητρική αγκάλη, που όλους θέλει να σώσει, αν θελήσουν να σωθούν. Δεν είναι θεσμός, δεν είναι ιδεολογία, δεν είναι παράταξη, δεν είναι σύστημα, δεν είναι μέρος. Η Εκκλησία δεν δικάζει, δεν τιμωρεί, δεν ψάχνει για οπαδούς, δεν μετασχηματίζεται, δεν διαιρεί, δεν κουράζεται, δεν ξεκουράζεται, δεν ανησυχεί να πείσει αποστομωτικά, να υποδουλώσει και να κατατροπώσει κανένα και ποτέ. Προσέξτε το παρακαλώ.

Οι χριστιανοί σήμερα πρέπει να γίνουμε οι άνθρωποι των καθαρών βιωμάτων, να μιλά πιο βροντερά η ζωή μας η ίδια από τα πολλά λόγια μας, να μη απαιτούμε με προπέτεια το θαύμα, να μη βιαζόμαστε στην προσευχή, ν΄ ακούμε και τον άλλο, όποιος κι αν είναι, να υπομένουμε την αντίδραση, την αντίσταση του άλλου, να συνεργασθούμε με το Θεό. Εμείς θα του δώσουμε τον εκούσιο κόπο μας, την άσκηση, κι Εκείνος τη χάρη Του και το έλεός του, αφού πάντοτε η σωτηρία του ανθρώπου είναι συνεργία Θείας Χάριτος κι ανθρώπινης ενέργειας. Ο άνθρωπος πλάσθηκε κατ΄ εικόνα Θεού κι ο σκοπός της δημιουργίας του είναι η θέωση. Η αποστολή της Εκκλησίας είναι η σωτηρία του κόσμου, τα μυστήρια της Εκκλησίας αγιάζουν τον αγωνιζόμενο άνθρωπο, ο οποίος καθαριζόμενος φωτίζεται και θεώνεται. Αυτή είναι η οθρόδοξη θεολογία, η ανθρωπολογία, η εκκλησιολογία και η ασκητική της Εκκλησίας μας. Μη ψάχνουμε γι΄ άλλες ατραπούς, όταν μία είναι η οδός της σωτηρίας, της θεώσεως, της τελειότητος.

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΕΣΣΕΧ

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΘΑ ΜΑΣ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ( Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ )


«Η αυθεντικώς αγία έμπνευσις, η Άνωθεν εκ του Πατρός εκπορευομένη, εις ουδένα επιβάλλεται δια της βίας, αλλ’ αποκτάται, ως και παν άλλο δώρον του Θεού, δι’ εντατικού αγώνος προσευχής.

Τούτο δεν σημαίνει ότι ο Θεός, τρόπον τινά, αμείβει δια τους κόπους, αλλ’ ότι παν το δια συνέσεως και δια παθημάτων αποκτώμενον γίνεται αναφαίρετον κτήμα του ανθρώπου δια την αιωνιότητα.

Είναι απαραίτητον εις πάντας ημάς, όπως αναγεννηθώμεν πλήρως δια της ενεργείας της χάριτος και αποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητα να προσλάβωμεν την θέωσιν…Ο Θεός παραδίδει όντως εις ημάς την ζωήν Αυτού, ως προσωπικόν ημών κτήμα, υπό την πλήρη έννοιαν της λέξεως.

Η προαιώνιος Θεία δόξα κατοικεί εντός των λελυτρωμένων υπ’ Αυτού, και τούτο, ουχί ως τι επιπρόσθετον –αλλότριον της φύσεως ημών-, ουχί ως παρουσία εν ημίν πράγματος «ξένου» και «αδίκου». Ουχί. Η αληθής θέωσις έγκειται εις το ότι η λογική φύσις μετέχει της ανάρχου ζωής του Ιδίου του Θεού κατά τρόπον ενεργόν και αναφαίρετον εις τους αιώνας. Εν άλλαις λέξεσιν, η ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπω δια του αυτού τρόπου, δι’ ου σαρκωθείς ο Θεός ενυποστασίασε –προσέλαβεν εν τη υποστάσει Αυτού- την κτισθείσαν υπ’ Αυτού μορφήν της υπάρξεως ημών.

Εν τω μέλλοντι αιώνι η ενότης του Θεού μετά του ανθρώπου θα καταστή πλήρης εν παντί τω περιεχομένω του Είναι Αυτού, εκτός, εννοείται, της ταυτότητος κατά την Ουσίαν. Η τελευταία αύτη είναι αμέθεκτος υπό των κτισμάτων και παραμένει πάντοτε απρόσιτος εις πάσαν κτισθείσαν ύπαρξιν: Αγγέλους και ανθρώπους. Δια της συνεπούς διαμονής εν τη σφαίρα των εντολών του Χριστού θεραπεύεται ο εκ της αμαρτίας ημών θάνατος, και η ζωή ημών άπασα διαπεράται υπό του Ακτίστου Φωτός της Θείας Αιωνιότητος.

Όταν η ψυχή κατά τρόπον υπαρκτικόν άπτηται της αιωνιότητος ταύτης, τότε εκπίπτουν αφ’ ημών τα χαμερπή πάθη. Απαλλασόμεθα της αδελφοκτόνου πάλης προς απόκτησιν επιγείων προνομίων, κατέρχεται εφ’ ημάς η «ειρήνη του Χριστού» και λαμβάνομεν την δύναμιν «να αγαπώμεν τους εχθρούς»… Η ειρήνη του Χριστού είναι πολυτιμοτέρα παντός θησαυρού, πάσης χαράς και απολαύσεως επί της γης. Είναι αρκετόν εις ημάς να έχωμεν ολίγην τροφήν, να είμεθα υπό στέγην και το σώμα ημών να είναι κεκαλυμμένον ένεκα του ψύχους και της αιδούς, προκειμένου ο νους ημών –το πνεύμα ημών- να είναι ελεύθερος να βυθίζηται εν τη μελέτη του Θείου Είναι, του υπό του Χριστού αποκαλυφθέντος εις ημάς».

(Απόσπασμα από το βιβλίο του γέροντα Σωφρόνιου Σαχάρωφ, «Οψόμεθα τον θεό καθώς εστί»)
http://www.agioritikovima.gr

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας από τους αιρετικούς Αρειανούς



Οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας από τους αιρετικούς Αρειανούς



Οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας από τους αιρετικούς Αρειανούς
ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΑΡΕΙΑΝΟΥΣ

Εν Πειραιεί 17-10-2013 
Πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος  εφημ. Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς
 
α) Η Α΄ περίοδος των διωγμών εναντίον των Ορθοδόξων (338-363)

Το 325 μ.Χ. συνεκλήθη η Α΄ Αγία και Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια τῆς Βιθυνίας το 325 μ.Χ. επί της βασιλείας του αγίου ενδόξου θεοστέπτου βασιλέως και Ισαποστόλου Κωνσταντίνου του Μεγάλου. Η Σύνοδος συνήχθη κατά του αιρετικού Αρείου, ο οποίος βλασφημούσε ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού δεν είναι ομοούσιος με τον Θεό Πατέρα και ακολούθως δεν είναι Θεός αληθινός, αλλά κτίσμα και ποίημα. Η Σύνοδος, η οποία διήρκησε τρεισήμισι χρόνια, μάς παρέδωσε το κοινό και γνωστό απ’ όλους και ιερό Σύμβολο της Ορθοδόξου πίστεώς μας, με το οποίο ανεκήρυξε τόν Υιό και Λόγο του Θεού, Θεό αληθινό και ομοούσιο με τον Θεό Πατέρα, έχοντας δηλ. την ίδια ουσία και φύση με τον Θεό Πατέρα και επομένως την ίδια δόξα, εξουσία, κυριότητα και αϊδιότητα και όλα τα υπόλοιπα θεοπρεπή ιδιώματα της θείας φύσεως. Η ίδια Σύνοδος μάς παρέδωσε και τον καθορισμό του Πάσχα και εξέδωσε είκοσι ιερούς κανόνες.
Δυστυχώς, μετά την Σύνοδο, δεν επικράτησε ειρήνη. Ο Άρειος μετά την καταδίκη του (330) προσποιήθηκε τον Ορθόδοξο, δίνοντας γενική και αόριστη ομολογία πίστεως[1] και ο Μέγας Κωνσταντίνος διατάσσει να καταλάβει την πρότερα θέση του. Από τώρα και στο εξής αρχίζουν οι επιθέσεις κατά των Ορθοδόξων. Πρώτος συκοφαντείται και εξορίζεται ο άγιος Ευ­στάθιος Αντιοχείας[2].
Τον δρόμο της εξορίας (335-337) ακολούθησε και ο Μ. Αθανάσιος, ο οποίος διαδέχθηκε το 328 τον άγιο Αλέξανδρο στον θρόνο της Αλεξανδρείας και αρνήθηκε να δεχθεί τον Άρειο[3]. Ό μέγας στυλοβάτης και πρόμαχος της Ορθοδοξίας Αθανάσιος θα σηκώσει στους ώμους του, ιδίως σ' αύτη την περίοδο, το μεγαλύτερο βάρος του αγώνος και θα υποστεί τα πάνδεινα. Στα 45 έτη της επισκοπικής του θητείας θα εξορισθεί πέντε φο­ρές, διαμένοντας στην εξορία περισσότερο από 15 έτη!
Τον Μ. Κων/νο διαδέχθηκε στον θρόνο της Ανατολής ο υιός του Κωνστάντιος (337-361). Ο νέος αυτοκράτωρ ήταν ένθερμος υποστηρικτής της αρειανικής αιρέσεως και εγκαινίασε, επίσημα πλέον, την πρώτη πε­ρίοδο των διωγμών κατά των Ορθοδόξων.
Το 340 οι Αρειανοί καθαιρούν και πάλι τον άγιο Αθανάσιο, ο οποίος κατέφυγε στην Ρώμη. Στον θρόνο της Αλεξανδρείας επιβαίνει ο Αρειανός Γρηγόριος ο Καππαδόκης[4]. Οι Ορθόδοξοι έζησαν τότε πολύ δύσκολες στιγμές. «Η εκκλησία και το άγιο βαπτιστήριο παραδίδονται στην φωτιά… Άγιες και αγνές παρθένοι ξεγυμνώνονταν και υφίσταντο ανεπίτρεπτη μεταχείριση. Εάν μάλιστα πρόβαλλαν αντίσταση, έθεταν σε κίνδυνο και αυτή τη ζωή τους. Μοναχοί καταπατούνταν και πέθαιναν και μερικοί μεν ρίχνονταν εδώ κι εκεί, άλλοι δε φο­νεύονταν με ξίφη και ρόπαλα και άλλοι πάλι τραυματίζονταν. Πόσες δε ασέβειες και παρανομίες διαπράχθηκαν επάνω στην Αγία Τράπεζα»[5]!
Η δεύτερη εξορία του Μ. Αθανασίου έληξε το 346, εξαιτίας των ενεργειών του Κώνσταντος, αδελφού του Κωνσταντίου. Μετά τον θάνατο, όμως, του Κώνσταντος (350), ο Κωνστάντιος μένει μονοκράτορας, οι Αρειανοί κερδίζουν έδαφος και με αλλεπάλληλες Συνόδους καταφέρνουν να κατα­δικάσουν για τρίτη φορά τον Μ. Αθανάσιο.
Πράγματι, ο ‘πολύαθλος Ιώβ’ αποχωρίζεται πάλι από το ποίμνιο του. Καταφέρνει, όμως, να διαφύγει την εξορία, βρίσκοντας καταφύγιο κυρίως στην έρημο, στην οποία διέμεινε επί έξι έτη.
O ι. Θεοδώρητος περιγράφει πολύ παραστατικά τα απάνθρωπα έρ­γα του νέου επιβήτωρος του αλεξανδρινού θρόνου, του Αρειανού Γεωργίου: «Ο Γεώργιος ανάγκαζε εκείνες, που είχαν υποσχεθεί να φυλάξουν ισόβια παρθενία, όχι μόνο να αρνηθούν την εκκλησιαστική κοινωνία με τον Αθανάσιο, αλλά και να αναθεματίσουν την πίστη των Πατέρων. Είχε δε συνεργό στην ωμότητά του κάποιο στρατιωτικό διοικητή Σεβαστιανό. Αυτός, αφού άναψε φωτιά στο κέντρο της πόλεως και έβαλε γύρω απ‘αυτή τις παρθένες γυμνές, τις διέταζε να αρνηθούν την πίστη τους. Οι δε παρθένες, αν και βρίσκονταν μπροστά σε πιστούς και απίστους σaν ένα φοβερό και ελεεινό θέαμα, θεωρούσαν σαν μεγίστη τιμή την ατιμία και υπέμειναν ευχάριστα τις μαστιγώσεις για χάρη της πίστεως... Άλλοτε, αφού άναψε φωτιά και έβαλε τις παρθένες να στέκονται δίπλα στις φλό­γες, τις ανάγκαζε να λένε ότι έχουν την ίδια πίστη με τον Άρειο. Επειδή, όμως, τις έβλεπε να τον νικούν και να μη νοιάζονται για την φωτιά, τις γύμνωσε και κατέκοψε τόσο πολύ τα πρόσωπά τους, ώστε μόλις αναγνωρίζονταν μετά από πολύ χρόνο. Συνέλαβε, επίσης, και σαράντα άνδρες, τους οποίους βασάνισε με πρωτοφανή τρόπο: Έκοψε στα γρήγορα ράβδους από τους φοίνικες, οι οποίοι είχαν ακόμη μέσα τους τα σουβλερά αγκάθια. Έπειτα τους έδειρε δυνατά στα οπίσθια, ώστε μερικοί να χειρουργηθούν πολλές φορές για τα αγκάθια, που έμειναν μέσα τους, άλλοι δε πάλι, που δεν άντεξαν την δοκιμασία, να πεθάνουν»[6]. Άλλοτε πάλι ο Σεβαστιανός «πολλάς αειπαρθένους εν τη εκκλησία του αγίου Θεωνά του επισκόπου βέλεσιν εφόνευσε»[7].
Ο Κωνστάντιος πέθανε το 361, ο δε νέος αυτοκράτορας Ιουλιανός επέ­τρεψε να επιστρέψουν όλοι οι εξόριστοι στις θέσεις τους, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Μ. Αθανάσιος[8]. Ο Ιουλιανός προσπάθησε να επαναφέρει στο κράτος του την ειδωλολατρεία, ο σύντομος θάνατός του, όμως, ματαίωσε τα σχέδια του.                                                             
Σ’ αυτήν ακριβώς την περίοδο των πρώτων διωγμών των Ορθοδόξων από τους Αρειανούς (337-363) οι μοναχοί, όπως οι Μ. Αντώνιος[9], Όσιος Παχώμιος, Όσιος Θεόδωρος ο Ηγιασμένος, Όσιος Ιλαρίων[10], έγιναν συμμέτοχοι των αγώνων και των θλίψεων των πιστών για την διαφύλαξη της πίστεως των 318 αγίων και θεοφόρων Πατέρων.


β) Η Β΄ περίοδος των διωγμών των Ορθοδόξων από τον αυτοκράτορα Ουάλεντα (364-378)

Μετά τον θάνατο του Ιουλιανού βασίλευσε στην Ανατολή ο Ορθόδοξος και ευσεβής Ιοβιανός, για λίγο όμως διάστημα. Ο νέος αυτοκράτορας Ουάλης ήταν σφοδρός Αρειανός και έγινε ο υπαίτιος για την έναρξη της δεύτερης περιόδου των διωγμών κατά των Ορθοδόξων. Μεταξύ των πολλών ‘κατορθωμάτων’ του ασεβούς βασιλέως αναφέρεται και το εξής: «Κάποτε ήλθαν στην Νικομήδεια, για να τον συναντήσουν, ογδόντα ιερωμένοι, ως απεσταλμένοι των Ορθοδόξων. Εκείνος τότε διέταξε να καούν όλοι, μέσα στο καράβι που τους μετέφερε»[11]! Ο άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος ομιλεί για το φρικτό αυτό γεγονός, λέγοντας: «Πρεσβυτέρων εμπρησμοί θαλάττιοι»[12].
Ο Ουάλης συμπεριφερόταν με απαράδεκτο τρόπο και στους μοναχούς, τους οποίους ανάγκαζε να στρατεύονται και να πηγαίνουν στον πόλεμο[13]. Ο άγιος Ιερώνυμος, που επισκέφθηκε την Νιτρία, αναφέρει, ότι ο Ουάλης απέσπασε από την έρημο 5.900 μοναχούς και τους έστειλε βίαια στο στρατό[14]. Ο Ουάλης εξόρισε, επίσης, και τον Μ. Αθανά­σιο. Μετά, όμως, από λίγους μήνες, λόγω της αντιδράσεως του λαού, τού επέτρεψε να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια, στην οποία παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του (373)[15].
Αλλά, και στην Αντιόχεια η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη. Μετά την εξορία του αγίου Ευσταθίου (330), οι Αρειανοί κυριαρχούσαν και σε χρονικό διάστημα 30 ετών ανήλθαν στον θρόνο της επτά αρειανοί επίσκοποι! Το 360 χειροτονείται από τους Αρειανούς ως επίσκοπος της πόλεως αυτής ο άγιος Μελέτιος. Ο θείος, όμως, αυτός άνδρας ομολόγησε αμέσως την Ορθόδοξη πίστη και «την αξιέπαινον εκείνην αφήκε φωνήν: Τρία τα νοούμενα, ως ενί δε διαλεγόμεθα»[16]. Η ομολογία του αυτή είχε βέβαια ως συνέπεια να εξορισθεί αστραπιαία, ενώ τον θρόνο του κατέλαβε ο Αρειανός Ευζώιος. Όταν ο βασιλιάς Ιουλιανός, μετά από δύο περίπου έτη, επέτρεψε στον Με­λέτιο να επιστρέψει στην Αντιόχεια, η κατάσταση ήταν τραγική. Ο ιερός Μελέτιος και οι Ορθόδοξοι είχαν μία μόνο εκκλησία -κι αυτή έξω της πόλεως- ενώ ο Ευζώιος είχε στην κατοχή του όλες τις εκκλησίες[17]. Υ­πήρχε και ο Ορθόδοξος Παυλίνος, οπαδός όμως του αγίου Ευσταθίου, με μία και αυτός μόνο μικρή εκκλησία.
Στη συνέχεια, ο Μέγας Μελέτιος εξορίσθηκε δύο φορές από τον Ουά­λεντα (365-367 και 371-379)[18], ενώ τον αγώνα του τον συνεχίζουν οι πρεσ­βύτεροι Φλαβιανός και Διόδωρος (μετέπειτα επίσκοποι Αντιοχείας και Ταρσού αντίστοιχα). Τον δραματικό αγώνα των δύο αυτών Πατέρων, κα­θώς και των μοναχών Αφραάτου και Ιουλιανού για την διαποίμανση του «μικρού ποιμνίου»[19] περιγράφει παραστατικώτατα ο ι. Θεοδώρητος
Στο μεταξύ στην Αλεξάνδρεια ο διάδοχος του Μ. Αθανασίου Πέ­τρος, διώκεται γρήγορα και στον θρόνο του επιβαίνει ο αιρετικός Λούκιος. «Τότε πολλοί των ορθοδόξων ανδρών, και γυναικών παρθένων αθέως ηκίσθησαν, πολλοί δε και εν βασάνοις ετελειώθησαν»[20], «Κατήλθεν εις Αλεξάνδρειαν ο Αντιο­χείας Ευζώιος, καί παρέδωκε τω Λουκίω τας Εκκλησίας των Ορθοδόξων. Εξ ου (Ευζωΐου) δε τι κακά γεγόνασι και διωγμοί εις την Αίγυπτον και Αντιόχειαν και Καππαδοκίαν, Αισχύλος ή Σοφοκλής ίσως ετραγώδουν ικανώς τας τοιαύτας συμ­φοράς, ή οικειότερον ειπείν Ιερεμίου χρεία, ίνα θρηνήση τον κατά του Σωτήρος Χριστού άσπονδον των ασεβών πόλεμον»[21].
Στην Καππαδοκία την εποχή αυτή δεσπόζει από Ορθοδόξου πλευράς η μορφή του Μ.Βασιλείου. Ο ουρανοφάντωρ Άγιος είναι και ο ηγέτης όλης της αγωνιζομένης Ανατολής με συναρωγούς τον αδελφό του, άγιο Γρηγόριο Νύσσης, τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον άγιο Ευσέβιο Σαμοσάτων. Στις συγκινητικές γραμμές μιας επιστολής του προς τους Ορθοδόξους επισκόπους της Δύσεως, ο πρόμαχος της Ορθοδοξίας Βασίλειος διεκτραγωδεί με τον καλύτερο τρόπο τα μεγάλα δεινά της εποχής του :
«Διωγμός μάς κατέλαβε, αδελφοί τιμιότατοι, και διωγμών ό βαρύτατος. Διότι διώκονται οι ποιμένες, για να διασκορπισθούν τα ποίμνια[22]. Και το ακόμη σκληρότερο είναι ότι, ενώ, όσοι κακοποιούνται, υπομένουν τα παθήματα με την εσωτερική βεβαιότητα του μαρτυρίου, παρά ταύτα τα πλήθη δεν τιμούν τους αθλητές της πίστεως ως μάρτυρας, επειδή το χριστιανικό όνομα ανήκει και στους διώκτες. Ένα είναι τώρα το αδίκημα, το οποίο τιμωρείται σκληρά : η ακριβής τή­ρηση των πατρικών Παραδόσεων. Γι' αυτόν και μόνο τον λόγο εξορίζονται οι ευσε­βείς από τις πατρίδες τους και οδηγούνται στις ερήμους...
...Εξορίες πρεσβυτέρων, εξορίες διακόνων, λεηλασία όλων των κληρικών. Διότι κατ’ ανάγκη ή θα ‘προσκυνήσουν την εικόνα’[23], ή θα παραδοθούν στην οδυνηρή φλόγα των μαστιγώσεων. Έπειτα, ακολουθούν στεναγμοί των λαών, συνε­χή δάκρυα είτε κατ' ιδίαν είτε δημόσια, επειδή όλοι θρηνούν αναμεταξύ τους τα παθήματά τους… Όλοι ακούγονται να θρηνούν στην πόλη, στους αγρούς, στους δρόμους, στις ερήμους. Ακούγεται μια θλιβερή φωνή, καθώς όλοι ομιλούν για τα θλιβερά γεγονότα.
Απομακρύνθηκε η χαρά και η πνευματική ευφροσύνη. Οι εορτές μας μεταβλήθη­καν σε πένθος[24], οι οίκοι των προσευχών έχουν κλείσει, τα θυσιαστήρια της πνευματικής λατρείας αργούν. Δεν γίνονται πλέον πνευματικές συναθροίσεις των Χριστιανών, δεν κηρύττουν οι δάσκαλοι, δεν γίνονται οι σωτήριες διδαχές ούτε πα­νηγύρεις ούτε νυχτερινές υμνωδίες. Δεν υπάρχει πλέον η μακαρία εκείνη αγαλλίαση των ψυχών, η οποία γεννάται στις ψυχές αυτών, που πιστεύουν στον Κύριο κατά τις λατρευτικές συνάξεις και την συμμετοχή στα πνευματικά χαρίσματα...
Στους μοναχούς της Βερροίας ο θείος Βασίλειος έγραφε: «Στέναξα, όταν άκουσα πως ξεσηκώθηκε εναντίον σας ο άγριος εκείνος διωγμός και ότι οι ‘εις κρί­σεις και μάχας νηστεύσαντες[25]’ επιτέθηκαν αμέσως μετά το Πάσχα εναντίον των σκηνωμάτων σας και παρέδωσαν στις φλόγες τους κόπους σας»[26].
Άλλοι μοναχοί, οι οποίοι αγωνίσθηκαν αυτή την περίοδο εναντίον των Αρειανών είναι οι Ὁσιος Αφραάτης, Όσιος Ιουλιανός, αββάς Μακάριος ο Αλεξανδρεύς, αββάς Μακάριος ο πολιτικός, Ὁσιος Παμβώ, Ὁσιος Ηρακλείδης, αββάς Αγάθων, αββάς Σισώης, αββάς Θεόδωρος της Φέρμης, αββάς, Ώρ, αββάς Ησαΐας, μοναχός Μωυσής, Όσιος Ισαάκιος, Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, Όσιος Σεραπίων και Όσιος Μαρκιανός[27].
Κατακλείουμε το παρόν άρθρο λέγοντας ότι κατάλοιπο της αιρέσεως του Αρειανισμού στην εποχή μας είναι η αίρεση των ψευδομαρτύρων του Ιεχωβά[28]. Χειρότερες αιρέσεις από αυτή του Ιεχωβισμού είναι οι αιρέσεις του Παπισμού, του Προτεσταντισμού και του Μονοφυστισμού. Η χειρότερη, όμως, αίρεση απ’όλες τις προηγούμενες, που μαστίζει το σύγχρονο εκκλησιαστικό γίγνεσθαι, είναι η παναίρεση του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού συγκρητιστικού Οικουμενισμού[29]. Οι διωγμοί της Εκκλησίας δεν σταματούν μόνο στην εποχή του Αρειανισμού. Συνεχίζονται και σήμερα. Οι παναιρετικοί Οικουμενιστές διώκουν στην εποχή μας τους αντιοικουμενιστές[30].


[1] ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. α΄, κεφ. κστ΄, P.G. 67, 149Β.
[2] ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία. κεφ. κ', P.G. 82., 968C.
[3] ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΣ, ένθ’ ανωτ., κεφ. λε΄,  P.G. 67, 172Α.
[4] Του ιδίου, τ. β΄, κεφ. ια΄,  P.G. 67, 205Β.
[5] ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Επιστολή Εγκύκλιος, κεφ. γ', Β.Ε.Π.Ε.Σ. τ. 31, σσ. 196-197.
[6] Εγκώμιον εις τον Μ. Αθανάσιον, λόγος β', κεφ. ια', P.G. 82, 1025B-1028B.
[7] ΟΣΙΟΣ ΑΜΜΩΝΙΟΣ, Περί πολιτείας xaι βίου μερικού Παχωμίου και Θεοδώρου, § λα', Β.Ε.Π.Ε.Σ. τ. 40, σ. 97.
[8] ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ, ένθ' ανωτ., λόγος γ', κεφ. β', P.G. 82, 1088CD.
[9] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Ὁ Μέγας Ἀντώνιος καί ὁ σύγχρονος Οἰκουμενισμός», Θεοδρομία Θ1 (Ἰανουάριος-Μάρτιος 2007) 79-88, http://www.impantokratoros.gr/C9EA82EA.el.aspx
[10] Οι αγώνες των μοναχών υπέρ της Ορθοδοξίας, εκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2003, σσ. 34-44.
[11] ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΩΝΑΡΑΣ, Χρονικόν, βιβλίον ιγ', κεφ. ιστ', Ρ.G. 134, 1164Α.
[12] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Εις τον Μ. Bασίλειον… επιτάφιος, κεφ. μστ΄, P.G.36, 556C.
[13] ΜΕΛΕΤΙΟΣ Αθηνών, Εκκλησιαστική Ιστορία, αιών δ', κεφ. ιε', § θ΄.
[14] ΕΥΛΟΓΙΟΣ ΚΟΥΡΙΛΑΣ, Ιστορία του ασκητισμού,  σ. 28.
[15] ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΣ, ένθ’ανωτ., τ. δ', κεφ. ιγ', P.G.67, 497Α.
[16] ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ, ένθ’ανωτ., λόγος β', κεφ. κζ', P.G.82. 1081C.
[17] ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Δωδεκάβιβλος, βιβλίο β', κεφ. ιβ΄, § α'. σ. 434.
[18] Θ.Η.Ε., τ. 8, στ. 928.
[19] Λκ. 12, 32
[20] ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ, Χρονογραφία, έτος 5863, P.G.  108, 181C.
[21] ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, ένθ’ανωτ., κεφ. ιδ', § β', σ. 452.
[22] Μτθ. 26, 31
[23] Δανιήλ  3, 7
[24]Αμώς 8, 10.
[25] Ησ. 58, 4
[26] Του ιδίου, Επιστολή σνστ'. P.G.32, 944Α.
[27] Οι αγώνες των μοναχών υπέρ της Ορθοδοξίας, εκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2003, σσ. 49-64.
[28] ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ, Η Ορθόδοξος πίστις μας και οι πλάνες των Ιεχωβιτών, εκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 1996.
[29] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ, Επιστολή προς τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμον και την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος περί Οικουμενισμού 8-5-2013 και ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Οι «μάρτυρες του Ιεχωβά» και ο Οικουμενισμός. Ποια αίρεση από τις δύο είναι πιο επικίνδυνη»; Ορθόδοξος Τύπος (11-10-2013) 1, 7 http://www.impantokratoros.gr/5603F491.el.aspx)
[30] Του ιδίου, Επιστολή προς την Α.Θ.Π., τον Αρχιεπίσκοπον Κων/λεως , Νέας Ρώμης και Οικουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. Βαρθολομαίον 27-6-2013, σσ. 44-45.

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

αυτομεμψια & καυχηση - κειμενα ιωσηφ ησυχαστη

 

Αυτομεμψία και Καύχηση στα κείμενα του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού.( Μητρ. Χαλεπίου Παύλου Yazigi)

Αυτομεμψία και Καύχηση στα κείμενα του  Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού.( Μητρ. Χαλεπίου Παύλου Yazigi) ngjgh
(Απόσπασμα ομιλίας στο Β’ Διορθόδοξο Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ – ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
που διοργάνωσαν η Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού  και η  Ι. Μ. Μονή Βατοπαιδίου   στο Ξενοδοχείο Miramare Λεμεσός, 21-23 Οκτωβρίου 2005)
images
ΑΥΤΟΜΕΜΨΙΑ ΚΑΙ ΚΑΥΧΗΣΗ
Αρχίζει η πορεία πρακτικά από την Αυτομεμψία! Δεν ήταν η «οίησις» η αρχή της αντίστροφης οδού, της απομακρύνσεως από την Θεία Χάρη, και η αιτία της πτώσεως του ανθρώπου και της εξόδου του από τον Παράδεισο;
Τον βοήθησε πολύ η ανατροφή του σε μία απλή και πιστή οικογένεια, και ύστερα η δουλειά του. Το παράδειγμα των μεγάλων ασκητών  και η ‘Καλοκαιρινή’ άσκησαν μεγάλη επίδραση στην ψυχή του, και από νωρίς αναζητούσε να εξασκηθεί στις αρετές τους, και αυτό ακολουθώντας τον σωστό τρόπο, δηλαδή την υποταγή σ’έναν σοφό ασκητή γέροντα. Δεχόταν κιόλας από την αρχή θείες αποκαλύψεις και θεωρίες  της Παναγίας και των αγίων. Αλλά τούτο δεν τον έριξε σε έπαρση, αλλά τον οδήγησε στο να μέμφεται τον εαυτόν του ως ανάξιος τόσες Χάριτας.
Επαναλαμβάνει ο Γέρων Ιωσήφ το ευαγγελικό ρητό για την επίμονη  αυταπάρνηση« ός δ’ άν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν ». Είναι εντολή Κυρίου « να αρνείται κανείς τον εαυτόν του » και « να μισεί την εαυτού ψυχήν », ώστε να αποβάλλει τον « παλαιόν άνθρωπον » .
Αυτομεμψία είναι η «ζωοποιός νέκρωσις», η πνευματική μέθοδος δια της  οποίας ο άνθρωπος « ο απολέσας την  ψυχήν αυτού ένεκεν Χριστού ευρήσει αυτήν» .
Αυτή η προσπάθεια δεν σημαίνει κάποιες εξωτερικές και φαρισαϊκές εκδηλώσεις·«Να έχης μεγάλην ταπείνωσιν· όχι να περιφέρης λόγια αργά ταπεινολογίας, αλλά να γίνης σκουπίδι να σε πατάνε όλοι»  , έλεγε ο Γέροντας.
Αυτομεμψία προϋποθέτει μία καινούργια έννοια των προσωπικών  δικαιωμάτων· «όστις θελήσει να ζητήσει το δίκαιον, ας γνωρίζει ότι είναι αυτό· να  βαστάζει το βάρος του αδελφού, του πλησίον του, μέχρις εσχάτης πνοής»  , «ει δε και  ζητήσεις άλλως να εύρεις το δίκαιον, θα είσαι πάντοτε άδικος» , γράφει ο Γέροντας σε μία επιστολή του.
Η Αυτομεμψία δεν μπορεί να ευρίσκει κανένα άλλο άδικο ή να  τον κατηγορήσει εκτός από τα προσωπικά πάθη  . «Ευλόγησον» είναι η μοναδική  λέξη στο πνευματικό λεξιλόγιο του Γέροντος· «να λέγης στον καθένα· ευλόγησον!  και εις όλα παντού να υβρίζεις τον εαυτόν σου, και μη ζητείς ποτέ το δικαίωμα και το θέλημά σου»  .
Είναι φυσικός να σφάλει ο άνθρωπος, και επόμενο είναι να  συγχωρήσει ο Θεός, όμως μεσολαβεί η Αυτομεμψία. Όχι ως περιττά λόγια ή  ταπεινολογία, αλλά ως αρχή διαρκούς διά βίου μετανοίας. Έτσι φωνάζει ο προφήτης  Δαβίδ, όταν τον έλεγξε ο Νάθαν: « ημάρτηκα τω Κυρίω » . «Όθεν, γράφει ο Γέροντας,  βάζε μετάνοιαν συνεχώς, όταν σφάλης, και μη χάνης καιρόν. Καθότι, όσον αργείς  να ζητήσεις συγχώρησιν, τόσον δίδεις άδειαν εις τον πονηρόν να απλώνει μέσα σου  ρίζες. Μην τον αφήνεις να κάμει νεύρα εις βάρος σου. Λοιπόν μη απελπίζεσαι  πίπτων, αλ’ εγειρόμενος πρόθυμα βάζε μετάνοια λέγων· συγχώρησόν με, Χριστέ μου, άνθρωπος είμαι και ασθενής»  . Αυτομεμψία, σημειώνει ο Γέροντας, είναι «να  ποτίζεις την ψυχή σου όχι με τιμές και επαίνους, αλλά με ονειδισμούς και  κατηγορίες, ών ανεύθυνος»  , «χωρίς να σφάλεις να μετανοείς ότι έσφαλες. Εν επιγνώσει ψυχής· όχι απ’ έξω, δι’ έπαινον, να λέγεις πως έσφαλες και μέσα να  κατακρίνεις»
Η μέθοδος του Κυρίου δεν προβάλλει στον άνθρωπο τις νίκες για να μην  υπεραίρεται, τα δε πεσίματα τα φέρνει προ οφθαλμών του, να τα βλέπει, να πάσχει,  να ταπεινώνεται  . Αυτή είναι η καλύτερη μέθοδος για εκπαίδευση. Γι’ αυτό  λοιπόν, στην προσευχή, το κύριο μέλημα είναι να ζητήσουμε το έλεος του Θεού ,  και το κύριο όνομά μας είναι ‘δούλος’ Κυρίου  .
Αυτομεμψία είναι η πηγή των δακρύων στην προσευχή . Διάβασε τον Άγιο  Εφραίμ τον Σύρο, είναι η συμβουλή του Γέροντος.  Αυτομεμψία είναι απολύτρωσις  από τις «προφάσεις εν αμαρτίαις » . Έτσι, κάθε προσπάθεια επάρσεως είναι ένα είδος ψεύδους, και μία διαβολική μεθοδεία. Ενώ η Αυτομεμψία είναι οδός αυτογνωσίας και αληθείας .
Όταν αναλογίζεται κανείς την ευτέλεια της φύσεώς μας, τότε λοιπόν, πώς και  σε τι μπορεί να καυχιέται ; Έτσι υπογραμμίζει ο Γέροντας αυτήν την αλήθεια σε μία  επιστολή του: «Πάντες γαρ άνθρωποι είμεθα εκ του χοός γεγενημένοι και πάντες ημάρτομεν. Πηλός είμεθα, άγνοιαν έχομεν»  , και αλλού γράφει: «Τι έχεις λοιπόν,  υπερήφανε άνθρωπε, όπερ ουκ έλαβες; Ει δε και έλαβες, τι καυχάσαι ως μη δήθεν λαβών; Γνώθι, ψυχή ταπεινή, τον σον ευργέτην και πρόσχες μη σφετερισθής τα ξένα – τα του Θεού, ως ίδια κατορθώματα» .
Αν όμως αναλογίζεται κανείς  το μέγεθος της δωρεάς της Θείας Χάριτος,  και της θείας φιλανθρωπίας, καταλαβαίνει αμέσως ότι η τιμή του προέρχεται από το θείο εμφύσημα. Καλόν είναι να ενθυμούμαστε πάντα τα λόγια του Ιώβ: « ήγημαι δε εμαυτόν γην και σποδόν !»  . Άλλωστε, οι δοκιμασίες του βίου δίνουν στον άνθρωπο την πείρα της μηδαμινότητας και ευτέλειας  .
Η ματαιότητα του βίου  βεβαιώνει ότι η μόνη αξία είναι η γλυκύτητα της  Χάριτος, εκτός της οποίας είναι «Ματαιότης ματαιοτήτων και πάντα ματαιότης»  .
Γι’ αυτό στενάζει ο Γέροντας λέγοντας: «Ω μάταιε κόσμε! Πόσον ήσουν δυστυχής,  είσαι και θα είσαι μέχρι τέλους; Και πόσον μακαρία τοις μάκαρσιν η αιώνιος και άληκτος εκείνη τρυφή!»  .
Εύκολα μέμφεται κανείς τον εαυτόν του όταν γνωρίζει ότι « οι πάντες ημάρτομεν και υστερούμεθα της δόξης του Θεού » . Ο άνθρωπος είναι ουσιαστικά σε  εξορία και η ζωή του ασθενής, πώς λοιπόν να καυχιέται; Aντιθέτως, απ’ όλα τα  προλεχθέντα, αναρωτιέται ο Γέροντας: «πώς να τα βγάλει πέρα;»  . Και όταν λάβει κάτι, αντί να καυχηθεί, ανάγει αμέσως τα πάντα στον Θεό και όχι στις μηδαμινές  ανθρώπινες προσπάθειές του , και όχι στην ευτέλεια της φύσεώς μας  .
«Περί μέντοι αυτομεμψίας, φησίν ο Μέγας Αντώνιος· αύτη εστί η μεγάλη εργασία του ανθρώπου, ίνα το σφάλμα εαυτού βάλλη ενώπιον του Θεού»  .
Ο πραγματικός κίνδυνος  από την καύχηση ή την έπαρση είναι η φυγή και απομάκρυνση της Χάριτος, διό η Αυτομεμψία είναι καλύτερη από τον έπαινο, που βλάπτει και τους τελείους, πόσο μάλλον και τους αρχαρίους;  Αυτό ακριβώς θέλει ο παμπόνηρος διάβολος, να μην αγωνιζόμαστε, και αν κάνουμε αγώνα να χάσουμε τον καρπό του, και γίνεται μάταιος. Γι’ αυτό, ας αποφεύγουμε τους από δεξιά κινδύνους κατά τα λόγια του ψαλμωδού: «αποστραφήτωσαν παραυτίκα αισχυνόμενοι οι λέγοντές μοι· εύγε εύγε » .
Η «οίησις» είναι ένας «ληστής»  . Θέλει πολλή προσοχή να μην μας παγιδεύει ο διάβολος, και να πιστεύουμε ότι είμεθα «σκουλήκι της γης»  . Όσοι φαντάζονται αξιώματα αρχών και εξουσιών, εύκολα παγιδεύονται  . Αντιθέτως, ο Γέροντας Ιωσήφ, από την πείρα και την διδασκαλία του, διδάσκει να κρύπτεται ο άνθρωπος, να μένει άγνωστος , και να αποφύγει την προβολή  . Γιατί ο πνευματικός αγώνας απαιτεί να μέμφεται κανείς τον εαυτό του αντί να καυχιέται για δήθεν αρετές δικές του .
Η Αυτομεμψία δεν εμπιστεύεται «τον εαυτόν» έστω και την ώρα που  επισκέπτεται η Χάρις τον αγωνιστή. Η Αυτομεμψία έχει πάντοτε φόβο ανάμικτον    εφ’ όρου ζωής . Αλλιώς, θα βρει ο διάβολος εύκολα τον δρόμο του να τον πλανήσει με ψεύτικες οράσεις και αποκαλύψεις  .
Τρεις είναι οι περιεκτικοί τρόποι του εχθρού στο πόλεμο: η αγνωσία, η πλάνη και η κενοδοξία. Η Αυτομεμψία φυλάει τον αγωνιστή από την αυτοπεποίθηση, δηλαδή την κενοδοξία, γιατί ο Κύριος « υπερηφάνοις αντιτάσσεται» .
- «Παύσε δαίμον», έτσι πρέπει να αντιλέγουμε, μαζί με τον Γέροντα, στον  κακό λογισμό που υπονομεύει ότι είμεθα ανώτεροι των άλλων . Αν έχεις κάποιες πνευματικές εμπειρίες ή θεία χαρίσματα, «αυτό προκαλεί μάλλον ευθύνη και όχι οίηση» , υπαινίσσεται ο Γέροντας. Πρέπει να μέμφεται κανείς τον εαυτό του όταν του έρχονται οι μάταιοι λογισμοί οιήσεως και υποτιμήσεως του πλησίον, και να ενθυμηθεί το μυστήριο της θείας οικονομίας κατά το οποίο «μερίζει ο Κύριος την βοήθειά Του με την Χάρη στον κάθε χαρακτήρα, περιστασιακά, τοπικά, χρονικά, … στον καθένα διαφορετικά κατά τη παραβολή των ταλάντων»  . Αντιθέτως, όσο ξέρεις και αγωνίζεσαι, τόσο περισσότερο να γίνεις μωρός διά τον Χριστόν .
30310
Πώς δύναται κανείς να καυχιέται όταν δια της Αυτομεμψίας, συνειδητοποιεί ότι:
1)  Όσα έχει είναι δώρα Θεού· «Τι έχεις, αχάριστε, άνθρωπε όπερ ουκ έλαβες;
2)  Ει δε και έλαβες, τι έλαβες, τι καθ’ εκάστην καυχάσαι ως μη δήθεν λαβών;»  .
2) «Αν στέκεις, ψυχή μου, στέκεις διότι σε βαστάζει η χάρις»  .
3) «Αν πέφτει ο αδελφός, πέφτει διότι δεν είναι η χάρις»  .
4) «Το δίκαιον, ας ηξεύρει ότι είναι αυτό: να βαστάζει το βάρος του αδελφού μέχρις εσχάτης πνοής»  .
Ο ίδιος ο Γέροντας, όταν έφθασε, για πρώτη φορά, στο Άγιον Όρος, με ιδεώδεις αντιλήψεις, και δεν βρήκε ό,τι περίμενε, δεν κατέκρινε κανέναν, αλλά έκλαψε ημέρες και νύχτες πονώντας τον εαυτό του  .
Εμπειρίες, τις παρέχει η Χάρις, όταν εγκαταλείπει τον αγωνιστή μόνο, διδάσκοντάς  τον να μην καυχιέται ποτέ  . Έτσι, «για τίποτα δεν θα κατακρίνετε και δεν θα κατηγορείτε» , υπογραμμίζει ο Γέροντας. Αυτομεμψία σημαίνει να βλέπει κανείς τα ελαττώματά του παρά μόνον τα χαρίσματα, και αντιστρόφως, να βλέπει τα χαρίσματα των  άλλων, όχι τα ελαττώματα τους , όπου ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτόν του διά μέσον του θείου βλέμματος και όχι του ιδίου οφθαλμού, βλέπει δηλαδή πώς θα το ήθελε ο Θεός!
Η Αυτομεμψία εξασκεί τον άνθρωπο να απαρνηθεί τον εαυτό του και να «διψά κανείς την σωτηρίαν του αδελφού του»  . Ακόμη και στις προσευχές του, θα μνημονεύει όλους και τους μη ζητούντας  . Η Αυτομεμψία κατεβάζει εις υψηλόν, «η αυταπάρνησιν ανεβαίνει εις θεωρίαν»  . Η Αυτομεμψία οδηγεί στην εκτίμηση του πλησίον περισσότερα από τον εαυτό. Ο Γέροντας έδινε στους άλλους ελεημοσύνες μέχρι το σημείο να στερηθεί ο ίδιος , εφόσον αυτή η πνευματική τέχνη διδάσκει την έμπρακτη αγάπη και απελευθερώνει από τον εγωισμό.
«Είναι σκληρός ο αγώνας                                                                                                                                                                  εναντίον της φιλαυτίας, όλα όμως τα κάνει η Χάρις του Θεού»  . Όλα αυτά είναι το «αναίμακτο μαρτύριο» . Ναι, μέμφεται κανείς τον εαυτό του και τον μισεί, και αυτό γίνεται για την αγάπη του Κυρίου: «δι’ αγάπην Σου ξεψυχώ εις το στάδιον, γλυκεία πνοή μου, ο Χριστός, η ζωή μου» , λέγει χαρακτηριστικά ο Γέροντας.
Ο πρώτος καρπός από την Αυτομεμψία και τον αγώνα κατά του εγωκεντρισμού είναι το ταπεινό φρόνημα, και η φιλοπονία, « εταπεινώθην και έσωσέ με ο Κύριος ».  Ο ταπεινόφρων αντιλαμβάνεται καλά την ανθρώπινη του αδυναμία και κατανοεί τον λόγο του Κυρίου: «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν ».
Η ταπεινοφροσύνη είναι η πιο βασική αρετή ή και η προϋπόθεση των αρετώνν. Δεν κατορθώνεται η ταπεινοφροσύνη με τις ίδιες δυνάμεις και αγώνες μόνο.
«Η προσπάθεια να αποκτήσει κάποιος την ταπεινοφροσύνη χωρίς την σύμπραξη της Θείας Χάριτος είναι σαν την προσπάθεια να αποκτήσει την εικόνα κάποιου πράγματος, όχι όμως το ίδιο το πράγμα»  . Αυτομεμψία λοιπόν, είναι αγώνας κατά της οιήσεως, σκοπεύει στο να αποβάλλει ό,τι εμποδίζει την Θεία Χάρη, δηλαδή αγώνας κατά των διαφόρων παθών. Γράφει ο Γέροντας σε μία επιστολή του: «Τα πάθη είναι ύλη σκληρά. Ουράλια όρη! Χιλιόμετρα ύψος! Η χάρις είναι ήλιος. Ανατέλλει ο ήλιος, αλλ’ η σκιά των ορέων δεν τον αφήνει να περιθάλψη τον νοητόκτιστον άνθρωπον» . Έτσι ο άνθρωπος, επιβεβαρημένος και κουρασμένος από την ταραχή των παθών και το βάρος τους, επιθυμεί και αναζητεί την ελευθερία του Πνεύματος και την Χάρη του Θεού. Όλος ο αγώνας αποσκοπεί στην απόκτηση της Χάριτος. «Ο Γέροντας μιλά για την πρακτική θεωρία ως εισαγωγή στην λεγόμενη ‘φυσική θεωρία των όντων’, κατά την οποία μπορεί ο αγωνιστής να στρέφει τον νου του γυμνάζοντάς τον στην εσωστρέφεια και τον αυτοέλεγχο, ώσπου η θεία Χάρις πλησιάσει στο έργο του», γράφει ο βιογράφος του βίου του.
Αγώνας σκληρός λοιπόν χρειάζεται για να πραγματοποιήσει ο άνθρωπος τον πόθο του. Αυτός είναι ο σκοπός της Χριστιανικής ζωής, η απόκτηση της Θείας Χάριτος. Δηλαδή να φθάσει ο άνθρωπος στην αληθινή προσευχή ή την θεωρία  .
«Τώρα βιάζου να κάνεις κτήμα σου αυτήν την Χάρη και να μη σου την κλέψει η αμέλεια», συνιστά ο Γέροντας.
Και όμως, μετά από την απόκτηση της Χάριτος μένει η φύλαξή της. Επιγραμματικά λέει ο Γέροντας: «Πρόσχες λοιπόν, ταπεινέ, εις την ουράνιον ταύτην δόξαν σου που εστολίσθης επί της γης ως άλλος Θεός!…» .
Οι αλλοιώσεις στην πνευματική ζωή είναι μία γνωστή πραγματικότητα. Η δυναμικότητα του αγώνα γνωρίζει συνάμα την παρουσία και την απουσία της Χάριτος. Οι αλλοιώσεις έχουν φυσικές αιτίες χωρίς καμία ενοχή. Προέρχονται οι αλλοιώσεις και από προσωπικές αμαρτίες. Τότε παραχωρεί ο Θεός και η Χάρις εγκαταλείπει τον άνθρωπο, ιδιαίτερα όταν ο άνθρωπος κατακρίνει άλλους αντί τον εαυτόν του. Μας αφήνει ο Κύριος να έρθουμε σε ταπείνωση και να δούμε τα δικά μας σφάλματα. «Αν η χάρις πηγαίνη και έρχεται, εσύ μη λυπάσαι· επειδή έτσι γυμνάζει τον άνθρωπον, να φρονή ταπεινά και να μην υπεραίρεται», συμβουλεύει ο Γέροντας. Πρέπει να μάθουμε να θεωρούμε την Αυτομεμψία ως το βασικότερο  μέσο της προκοπής και να ατενίζουμε κατ’ ευθείαν στην αφετηρία του σφάλματος, γιατί όπως λέει ο αββάς  Μάρκος: «πάν ακούσιον εκ των εκουσίων έχει την αιτίαν και ουδείς ούτως εχθρός ανθρώπου, ως αυτός εαυτού τυγχάνει»  . Η κίνηση των παθών γενικά απομακρύνει την Χάρη, όμως η αμέλεια και η κενοδοξία αποκλείουν τελείως την παρουσία Της. Φάρμακο δε γι’ αυτήν την κατάσταση είναι η Αυτομεμψία  .
Άλλος σκληρός πόλεμος είναι λοιπόν όταν συστείλει η Χάρις την παρουσία Της. Είναι πολύ λεπτές η επέμβαση και η ενέργεια της Χάριτος. «Το θέμα της Χάριτος πρέπει να μας απασχολεί, γιατί χωρίς Αυτήν ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατορθώσει τίποτε». «Η παρουσία της Χάριτος στην ψυχή απαιτεί από τον άνθρωπο χριστοειδή συμπεριφορά»  .
Η Αυτομεμψία ανακαλεί την Χάρη.  «Προ του με ταπεινωθείναι εγώ επλημμέλησα · διά τούτο το λόγιόν σου εφύλαξα ».  «Προς ανεύρεση της Χάριτος, διδάχθηκε ο Γέροντας αρκετά από Αυτήν την αξία Της. Βίωσε δε το πολύπονο και δυσχερέστατο της ανακτήσεώς Της σε περίπτωση συστολής Της» , γράφει ο βιογράφος του. «Όταν κατά την διάρκεια των πειρασμών κρύψει η Χάρις την αισθητή παρουσία Της, τότε αυξάνει η αγωνία και ο άνθρωπος με περισσότερο δέος παρακαλεί» . Η Θεία Χάρις απαιτεί να βαδίζουμε την «στενή και τεθλιμμένη οδό » των εντολών με προϋπόθεση την ταπείνωση, το αυτοέλεγχο και την ειλικρινή μετάνοια. Όταν αμαρτάνει ο άνθρωπος, αν «επισημάνει έγκαιρα την ήττα και ταπεινωθεί, η θεία Χάρις αμέσως τον πλησιάζει μυστικά» , γι’ αυτό λέγει ο ψαλμωδός: « ει μη εγώ εταπεινούμην, σύ εταπείνωσάς με, όπως αν μάθω τα δικαιώματά σου » . Έτσι, προσπαθώντας ο αγωνιστής να ελκύει την Χάρη, τον οδηγεί Εκείνη στην Αυτομεμψία και την ταπείνωση. «Τώρα μανθάνω και εγώ ότι χρειάζονται και τα φάρμακα και η χάρις» , καθώς λέει ο Γέροντας στους πατέρες της συνοδείας του.
Χαρακτηριστικό είναι «Το Ολεξητήριον Ξύλον» , το οποίο «οι δαίμονες το φοβούνται και φρίττουν, ορώτες τον άνθρωπον να τιμωρήται ως Μάρτυς διά του Χριστού την αγάπην». Και τι άλλο περισσότερο μπορεί να σημαίνει Αυτομεμψία;
Έγραψε σε μία αδελφή στην επιστολή ΜΒ’: «Να βλέπης ότι έχεις όλον εξ ολοκλήρου το δίκαιον και να πείθης τον εαυτόν σου ότι έχεις το άδικον. Αυτή, αδελφή μου, είναι η τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστήμων. Να ραβδίζης τον εαυτόν σου μέχρις ότου πεισθή να ονομάζη το φως σκότος και το σκότος φως. Να φύγη κάθε δικαίωμα. Και να σβήση τελείως η έπαρσις. Να γίνης μωρός εν πλήρει συνέσει» . Ναι, ο Γέροντας ράβδιζε τον εαυτόν του, όχι δηλαδή μόνον τους λογισμούς αλλά και το ίδιο το σώμα του. Αυτή η σκληρότητα και η άκρα Αυτομεμψία του Γέροντος είχε υπόβαθρο τα λόγια του Αποστόλου Πάυλου:
« ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς » . Το σώμα ελκύεται εύκολα προς την άνεση και προτιμά πάντοτε την αμέλεια.
Γι’ αυτό έλεγχε ο Γέροντας πάντοτε τον εαυτόν του με το ασκητικό ρητό: «δός αίμα και λάβε πνεύμα» 110 , και ιδού πώς το ερμηνεύει ο ίδιος: «Είναι συνάλλαγμα και αντάλλαγμα θείον, όπου δίδομεν γην και λαμβάνομεν ουρανόν.
Ανταλλάσσομεν ύλην λαμβάνοντες Πνεύμα. Ο κάθε ιδρώτας, ο κάθε πόνος, η κάθε άσκησις διά τον Θεό μάς είναι αλλαγή συναλλάγματος. Αφαίρεσις αίματος, εισροή Πνεύματος».
Είναι αυτονόητο να μέμφεται κανείς τον εαυτόν του όταν αμαρτάνει ή όταν τον εγκαταλείπει η Χάρις. Το θαυμαστό όμως είναι πώς ο Γέροντας δακρύζει και αυτοελέγχεται σε στιγμές που τον πλημμυρίζει η Χάρις και η θεία παρηγοριά. «Ω Κύριε, ει μη κρατήσεις τα ύδατα της σης χάριτος, ο άνθρωπος ως κηρός αναλύει», συλλογιζόταν ο Γέροντας. Και σημειώνει ο βιογράφος του: «Αυτά λέγων βλέπει τον εαυτόν του χειρότερον και από τα ερπετά της γης» . Φανερός είναι ο λόγος, όπως λέγει ο Γέροντας: «εγώ ο ανάξιος τοιαύτης δωρεάς. (…) Ο Πατήρ, όπου δεν με απεστράφη, αλλά με ηλέησε ως τον άσωτον υιόν»  . Οι πολλές και διάφορες θεωρίες, αποκαλύψεις και θείες σπάνιες εμπειρίες, ποτέ δεν τον οδήγησε να καυχιέται, αλλά να δοξολογεί και να ταπεινωθεί , αποδίδοντας τα πάντα στον Θεό και στην πανάγαθη αυτού πρόνοια. Μάλλον αυτός είναι ο λόγος να περισσεύει η
Χάρις στον Γέροντα και να τον επισκέπτεται περισσότερο.
Γενικά, η εξάσκηση των αρετών δεν οδηγούσε τον Γέροντα σε αυτοδικαίωση αλλά σε περισσότερη Αυτομεμψία. Γνώριζε και πίστευε ότι παν αγαθόν είναι δώρο παρά Κυρίου, και εύρισκε πάντοτε τρόπους για να μέμφεται τον εαυτόν του. Ναι, έκλαψε στην προσευχή! Αλλά λέγει: «μόνον μίαν αρετήν εργάζομαι, και μου λείπουν ακόμη τα ενενήντα εννέα».
Τεκμήριο της πνευματικής προκοπής γι’ αυτόν είναι να γνωρίζει κανείς καλύτερα τα σφάλματά του 117 . Τι έννοια και αιτία έχουν τα δάκρυα εκτός από την αυτοσυνειδητοποίηση της αμαρτωλότητας και την Αυτομεμψία  ;
-Πάλιν κλαίτε; τον ρώτησαν οι μαθητές του προ της κοιμήσεώς του.
- Μήπως γνωρίζω αν ήταν αρεστά όσα έπραξα εις τον Θεό μου; Απάντησε ο Γέροντας.
Ναι μεν ο κόπος, ο αγώνας και όλη η προσπάθεια του ανθρώπου δεν δίνανται να εξαγοράσουν την Χάρη του Θεού. Αλλά αυτοί έχουν τον ρόλο να τεκμηριώσουν την ειλικρινή αναζήτηση του αγωνιστή. Η Καθολική Εκκλησία τονίζει την αυτοτελή αξία των έργων, δηλαδή την δι’ αυτών εξαγορά της σωτηρίας. Ενώ οι Προτεστάντες τονίζουν μόνον την αξία της πίστεως, μέχρι να εξαφανιστεί σ’ αυτούς κάθε ασκητική μορφή. Η Ορθόδοξη παράδοση, όπως και ο Γέροντας Ιωσήφ την έζησε, τα ζητάει αμφότερα.
Εν τούτοις, τα έργα δεν εξαγοράζουν με κανέναν τρόπο την Χάρη, αλλά την ελκύουν  .
Η Αυτομεμψία δεν μπορεί να συγχωρήσει καμία αμέλεια. Όλη η ζωή του Γέροντος, όπως λέγει άλλωστε ο ίδιος «υπήρξεν ένα μαρτύριον» . Το καθημερινό του πρόγραμμα τεκμηριώνει την τέλεια αυταπάρνηση και το ταπεινό του βίο  .
Αγρυπνούσε κάθε νύχτα , δεν υποχωρούσε σε κανένα συμβιβασμό, και πάντοτε περνούσε την ζωή του με πολλή βία, με πολλές νηστείες. Η εξάντληση του σώματός στον αγώνα του υπήρξε αποτέλεσμα ανελέητης βίας και Αυτομεμψίας του εαυτού του  . Πάντοτε ήθελε να προσφέρει περισσότερο και είχε την αίσθηση της ανεπάρκειας των κόπων του, και επομένως, είχε Αυτομεμψία, δάκρυα, ικεσίες και ελπίδα στην βοήθεια της Θείας Χάριτος.
Η Αυτομεμψία τον οδήγησε σε απόλυτη ακρίβεια στην τήρηση του μοναχικού προγράμματος, και μάλιστα σε στιγμές αρρώστιας. Αισθανόταν σταθερό πόνο στο στήθος του, είχε αιμοπτύσεις κ.τ.λ., παρόλο ταύτα δεν χαλάρωσε καθόλου τον αγώνα του, αλλά μάλλον τον αγαπούσε και το φύλαγε ως κόρη οφθαλμού. « Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενή » . Ο ίδιος έκανε το σώμα του ασθενή διά της διαρκούς Αυτομεμψίας, και ποτέ δεν δικαίωσε τον εαυτόν του. Φύλαγε πάντοτε, με πνεύμα αυταπαρνήσεως και μετανοίας, «το θείον ζήλον» για φιλοπονία  .
«Έπαρον τους πειρασμούς, και ουδείς ο σωζόμενος», διδάσκει η Φιλοκαλία.
Ο Θεός εκχύνει την Χάρη Του και ο άνθρωπος κατακρίνει τον εαυτόν του.
Αυτός είναι ο κανόνας συνεργασίας με τη Θεία Χάρη. Η κακή αρχή γίνεται όταν
πιστέψεις πως με την Χάρη, και πως όσοι Την στερούνται, αίτιοι είναι οι ίδιοι που δεν θέλουν να αγωνιστούν. Καταραμένη αυτοπεποίθηση, που γεννά και τρέφει τον εγωισμό και
την οίηση! Επειδή ‘ ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται ’ και μόνον ‘ ταπεινοίς δίδωσι Χάριν ’ , κατ’ ανάγκη, εγκαταλείπεται ο οιηματίας, για να μείνει μόνος του, και να μάθει εμπειρικά ότι ‘ άνθρωπος ματαιότητι ωμοιώθη »  .
Ο ίδιος είχε μία ιδιαίτερη προσωπική εμπειρία. Τον πολέμησε ο σατανάς πολύ δια της επιθυμίας της σαρκός. Οι αφορμές αυτού του πολέμου δεν ήταν μόνον φυσικές, όπου δεν υπήρχαν τα αίτια, αλλά ιδίως ήταν η πανουργία και η λύσσα  των δαιμόνων. Διέθετε ο Γέροντας μεγάλη προσπάθεια, όμως χωρίς καμία ανάπαυση. Ξαφνικά έρχεται η δωρεά του Θεού, μάλλον της Μητέρας όλων, της Υπεραγίας Θεοτόκου, και όλα εξαφανίστηκαν. «Έπαψαν τελείως οι λογισμοί». Γι’ αυτό δεν καυχιέται καθόλου για το σκληρό του αγώνα, αλλά γνώριζε εν επιγνώσει ότι « ου γάρ του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος αλλά του ελεούντος Θεού » . Και « εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν, εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων . Και ότι « πάσα δόσις αγαθή και πάν δώρημα τέλειον εστιν εκ Σού του Πατρός των Φώτων » . Ιδού η ειλικρινής του προσευχή μετά από τους πολέμους, η οποία δεν περιέχει καμία φαρισαϊκή καύχηση: «Αλλ’ ώ αγάπη γλυκεία Χριστού, τι καλόν είδες από ημάς και μάς οδήγησες εις την θείαν οδόν Σου;»  .
Όταν αποκτήσεις την επίγνωση ότι όλα εκ Θεού έρχονται, και δεν είναι εκ των ιδίων κόπων: «δεν ημπορείς ποτέ να κρίνεις κανένα, κάν να τον βλέπεις θανασίμως να αμαρτάνει· διότι λέγεις ευθύς:
- Δεν έχει, Χριστέ μου, την χάριν σου δι’ αυτό αμαρτάνει. Αν φύγεις και από εμένα θα πράξω χειρότερα. Αν στέκω, στέκω, διότι Συ με βαστάζεις» . Επομένως, ο πόλεμος φέρνει Αυτομεμψία, και η Χάρις, το ίδιο, και η πνευματική ανάπαυση το αυτό με δοξολογία, και ουδέποτε τον φέρνει σε καύχηση, ή και σε κατάκριση των άλλων.
Πόσον είναι ωραίοι οι στεναγμοί παρ’ όλην την Χάρη και τις εμπειρίες που είχε, στεναγμοί στους οποίους «εκφράζει την αίσθηση της ευτελείας του και το δέος, με το οποίο προσπίπτει ‘ προς τον δυνάμενον σώζειν ’ » , επισημαίνει ο βιογράφος του. Πιστεύει ο Γέροντας ότι είναι άξιος κολάσεως, αλλά το μόνον που θέλει ο Γέροντας και εκφράζει: «Γλυκύτατε μου Σωτήρα και Θεέ. Εγώ μεν ούδεν αγαθόν έπραξα και ευάρεστον ενώπιόν Σου, αλλά ως επιμελής εργάτης της αμαρτίας είμαι άξιος υιός κολάσεως. Λοιπόν, εάν και κολασθή, δικαίως μού πρέπει. Αρκεί μόνον εσύ να μην είσαι κατ’ εμού λυπημένος, αλλά να με κυττάζης με χαρούμενον πρόσωπον· και τότε δι’ εμέ και ο Άδης θα γίνη φωτεινός Παράδεισος!». Παρόλο τον αγώνα του, οι στεναγμοί της μετανοίας συνεχίζονται πάντοτε. Αναφωνεί: «Δι’ αγάπην Σου ξεψυχώ εις το στάδιον. (…) Οίμοι τω τάλανι! Οίμοι τω πονηρώ και αχρείω! Ακοήν ήκουόν σου το πρότερον, νυνί δε Σε είδον οι οφθαλμοί μου· διό και εφαύλισα εμαυτόν, ήγημαι δε εμαυτόν γην και σποδόν» .
Αυτομεμψία, εν πράξει, ήταν η προτίμησή του πλησίον, πάντοτε. Ως γέροντας, παρέμεινε υπηρέτης των μαθητών του. Μεμφόταν τον εαυτόν του και εύσπλαχνε τους άλλους. Σε περίπτωση πείνας λέγει: «ας αποθάνω εγώ, μόνον να ζήσουν τα πνευματικά μου παιδιά. Και τελείως δεν έτρωγα»  .
Πώς δύναται να υπακούει κανείς εάν έχει αυτοπεποίθηση ή καύχηση; Όποιος έχει τέλεια υπακοή, είναι εκείνος που μέμφεται τον εαυτόν του συνεχώς και εμπιστεύεται τον γέροντά του. Ο υπακούων πιστεύει ότι ο εαυτός του είναι άρρωστος και κακός, και τον υποτάσσει ελεύθερα στην καθοδήγηση του καλού και έμπειρου γέροντα, και να υποτάσσει δι’ αυτού κάθε σκέψη « εις την υποκοήν του Χριστού ». Ο εγωιστής δεν μπορεί να κάνει υπακοή . Η υπακοή προυποθέτει δύο όρους· πρώτον, την Αυτομεμψία (του εαυτού), και δεύτερον, την εμπιστοσύνη στον γέροντα.  «Κόπτε καθ’ ημέραν και ώραν το θέλημά σου και μη ζητής άλλην οδόν πλην αυτής» , συμβουλεύει ο Γέροντας. Αυτό σημαίνει να μέμφεται κανείς τον εαυτόν του συνεχώς και απαρνηθεί το θέλημά του .
.
 
Γράψτε ένα σχόλιο Αναρτήθηκε από τον/την

Η Διάκριση στην ζωή και στην επιστολογραφία του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή.(πρωτοπρεσβυτέρου Βασιλείου Καλλιακμάνη)

019
025
026A
020
021
ΠΗΓΗ.ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΤΑΣ
 
Γράψτε ένα σχόλιο Αναρτήθηκε από τον/την στο Ιανουαρίου 25, 2013 in ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ
 

Δεν τα υπομένεις όλα για τη ιδική μου αγάπη; (Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού)



Τίποτε άλλο δεν μπορεί τόσο να βοηθήσει και κατευνάσει το θυμό και όλα τα πάθη, όσο η αγάπη προς τον Θεό και κάθε συνάνθρωπο. Με την αγάπη εύκολα νικάς, παρά με τους άλλους αγώνες.
Αλλά και αγωνιζόμενος δεν αισθάνεσαι πόνο, οπόταν κυριεύει το νου η αγάπη. Γι’ αυτό η αγάπη δεν πίπτει, εφ’ όσον της ψυχής το πηδάλιο κατευθύνεις πάντοτε προς αυτήν. Και ό,τι συμβεί, φωνάζεις το σύνθημα· «Διά την αγάπην σου, Ιησού μου, γλυκεία αγάπη, βαστάζω τας ύβρεις, ονείδη, αδικίας, κόπους, και πάσας τας θλίψεις, ό,τι ήθελε μου συμβή.» Και αμέσως, αυτά σκεπτόμενος, το φορτίο του πόνου γίνεται ελαφρό και η πικρία του δαίμονος σταματά.
Μία φορά, ένεκα των αλλεπαλλήλων μου φρικτών πειρασμών, είχα κυριευθεί από λύπη και αθυμία και έλεγα στο Θεό ως αδικούμενος- ότι με παραδί­δει σε τόσους πολλούς πειρασμούς χωρίς να τους αναχαιτίζει λίγο, να παίρνω έστω λίγη ανάσα. Και σ’ αυτή την πικρία άκουσα μία φωνή μέσα μου πολύ γλυκειά και πολύ καθαρή με πολλή μεγάλη συμπάθεια. «Δεν τα υπομένεις όλα για τη δική μου αγάπη;» Και με τη φωνή ξέσπασα σε δάκρυα τόσο πολλά, και μετανοούσα για την αθυμία που με είχε κυριεύσει. Δεν λησμονώ ποτέ μου αυτή τη φωνήν, την τόσο γλυκειά, που αμέσως εξαφανίσθηκε ο πειρασμός και όλη η αθυμία.
Γι’ αυτό μην αθυμείς μη στενοχωριέσαι στις θλί­ψεις και πειρασμούς, άλλα με την αγάπη του Ιησού μας να ελαφρύνεις τον θυμό και την αθυμία. Και δίδε θάρρος στον εαυτό σου λέγοντας: « Ψυχή μου, μη αθυμείς! Γιάτι μικρή θλίψη σε καθαρίζει από πολυχρόνια ασθένεια. Αλλά και σε λίγο θα φύγει».
Όσο λίγη είναι η υπομονή, τόσο μεγάλοι φαίνονται οι πειρασμοί. Και όσο συνηθίζει ο άνθρωπος να τους υπομένει, τόσο μικραίνουν και τους περνά χωρίς κόπο, και γίνεται στερεός σαν βράχος.
Λοιπόν υπομονή! Και αυτό που τώρα σου φαίνεται δύσκολο να το κατορθώσεις, αφού περάσουν χρόνια πολλά θα έλθει στο χέρι σου να το κατέχεις σαν δικό σου, χωρίς να καταλάβεις πως έγινε.
Γι’ αυτό εργάσου τώρα στην νεότητα χωρίς να λες το «γιατί» και να αθυμείς. Και όταν γεράσεις θα θερίσεις τους καρπούς της απάθειας και θα απορείς από πού γενήθηκαν τέτοιοι ωραίοι καρποί, αφού εσύ δεν καλλιέργησες τίποτε, και έγινες πλούσιος αν και δεν  άξιζες τίποτα, και όλοι οι γογγυσμοί, αι παρακοές και αθυμίες σου, βλάστησαν τέτοιους καρπούς και άνθη ευώδιαστά!
Γι’ αυτό να εξασκείς βία. Και αν μυριάκις πέσει ο δίκαιος, δεν χάνει την παρρησία του, αλλά πάλι σηκὠνεται και μαζεύει δυνάμεις και του επιγράφει νίκες ο Κύριος. Και τις μεν νίκες δεν του τις δείχνει, για να μην υπερηφανεύεται· τα δε πεσίματα τα φέρνει μπροστά του , να τα βλέπει, να πάσχει, να ταπεινώνεται.
Αφού δε ξεπεράσει τις ενέδρες  των εχθρών και κερδίσει νίκες παντού αφανείς, τότε αρχίζει να του δείχνει λίγο-λίγο ότι νικά, ότι βραβεύεται· ότι έχει στα  χέρια  του κάτι που προηγουμένως ζητούσε και δεν του δινόταν. Και έτσι γυμνάζεται, δοκιμάζεται, γίνεται τέλειος, όσο χωράει  η φύση, ο νους, η διάνοια, και το σκεύος της ψυχής μας.
Γι’ αυτό  «ανδρίζου και ίσχυε εν Κυρίω» και μην ελαττώσεις  την προθυμία σου. Αλλά να ζητάς, να φωνάζεις διαρκώς, είτε λαμβάνεις είτε όχι.

(Γέροντος Ιωσήφ, «Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας», εκδ, Ι.Μ.Φιλοθέου, Άγ. Όρος, σ. 71-74. -σε νεοελληνική απόδοση.)
 
 

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ - Ο ΧΡΟΝΟΣ Ο ΦΘΟΝΕΡΟΣ ΓΕΡΩΝ ....

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Φώτης Κόντογλου - Ὁ χρόνος, ὁ φθονερὸς γέρων

Φώτης Κόντογλου - Εὐλογημένο Καταφύγιο
ἤγουν: Κείμενα γύρω ἀπὸ τὶς ἀθάνατες ἀξίες τῆς ὀρθόδοξης ζωῆς

Ὁ καιρὸς εἶναι ἕνα πρᾶγμα ἄπιαστο καὶ κατὰ βάθος ἀκατανόητο. Τὸ μυαλό μας κ᾿ ἡ καρδιά μας τὸν νοιώθουνε ἀπὸ τὶς ἀλλαγὲς ποὺ γίνονται στὸν κόσμο.
Μὰ κάποιες ἀλλαγὲς μπορεῖ νὰ γίνουνε πολὺ γρήγορα, ἀπὸ μιὰ μέρα σὲ ἄλλη, ὅπως ἡ παραμόρφωση τοῦ ἄνθρωπου ποὺ γίνεται ἀπὸ τὴν ἀρρώστεια, ἢ ἕνας ξαφνικὸς θάνατος ποὺ μέσα σὲ μιὰ στιγμὴ κάνει τὸν ἄνθρωπο ἕνα ἀγνώριστο κουφάρι.
Τὸν καιρὸ τὸν νοιώθουμε πιὸ δυνατὰ ἀπὸ τὸ πάλιωμα κι ἀπὸ τὸ γῆρας, ποὺ ἀλλάζουνε τὰ νεαρὰ καὶ τὰ ζωντανὰ πλάσματα, κι αὐτὴ τὴν ἀλλαγὴ τὴν καταλαβαίνουμε σκληρά.
Τὸν νοιώθουμε κι ἀπὸ τὴν καινούργιεψη τοῦ κόσμου, μὰ πιὸ δυνατὰ τὸν νοιώθουμε ἀπὸ τὴ φθορά· καὶ τὸν νοιώθουμε ἀπ᾿ αὐτὴ πιὸ δυνατά, γιατὶ πονᾶμε, κι ὁ πόνος εἶναι πιὸ βαθὺς ἀπὸ τὴ χαρά.
Γι᾿ αὐτὸ στεκόμαστε περίφοβοι μπροστὰ στὸν καινούργιο χρόνο, μπροστὰ σ᾿ ἕνα τεχνητὸ χώρισμα, ποὺ βάλαμε στὸ πέλαγος τοῦ καιροῦ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, σὰν νὰ μὴν εἶναι ἡ κάθε μέρα ἀρχὴ καινούργιου χρόνου.
Σ᾿ αὐτὸν τὸν ἀτελείωτον ὠκεανὸν δὲν ὑπάρχει μήτε νησί, μήτε στεριὰ γιὰ νὰ ἀράξεις. Τὰ ρεύματα σέρνουνε τὸ καράβι σου μέρα-νύχτα καὶ τὸ πᾶνε παραπέρα, εἴτε θέλεις εἴτε δὲν θέλεις, ὣς ποὺ νὰ σὲ πετάξουνε ἀπάνω σὲ μιὰ ξέρα, ἢ νὰ σὲ πᾶνε σ᾿ ἕνα λιμάνι ἀπ᾿ ὅπου δὲν θὰ ξαναβγεῖς πιά.

*
Ὁ καιρὸς ἄρχισε μὲ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου. Πρὶν νὰ γίνει ὁ κόσμος μπορεῖ νὰ μᾶς φαίνεται πὼς θὰ ὑπῆρχε ὁ καιρός, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι μιὰ ἀπάτη τοῦ μυαλοῦ μας, γιατὶ ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε τίποτα ποὺ νὰ ἀλλάζει κ᾿ ἔτσι νὰ φαίνεται πῶς περνᾷ ὁ καιρός, πῶς ὑπῆρχε ὁ καιρός; Στὸ τίποτα δὲν ὑπάρχει καιρός. Πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία ἤτανε «σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου» (Γένεσις α´, 2). Σκότος κι ἄβυσσος εἶναι ἔννοιες ποὺ φανερώνουνε τὸ τίποτα, τὴν ἀνυπαρξία.
Παρακάτω εἶναι γραμμένο, στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως: «Καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀναμέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀναμέσον
τοῦ σκότους. Καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν, καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. Καὶ ἐγένετο ἑσπέρα, καὶ ἐγένετο πρωὶ ἡμέρα μία» (Γένεσ. α´, 4-5). Μόλις ἔγινε τὸ φῶς ἄρχισε κι ὁ καιρός, «ἐγένετο πρωῒ ἡμέρα μία».
Ἡ θρησκεία μας αὐτὸν τὸν κόσμο ποὺ βλέπουμε τὸν λέγει «παρόντα αἰῶνα». Σ᾿ αὐτὸν τὸν «αἰῶνα» ὑπάρχει ὁ χρόνος, ἐνῷ στὸν «μέλλοντα αἰῶνα» δὲν θὰ ὑπάρχει, ἀλλὰ θὰ καταργηθεῖ, ἂν καὶ λέγεται «αἰώνας».
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει: «Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου, τῶν καταργουμένων» (Α´ Κορινθ. β´, 6). Δηλαδή, τοῦτος ὁ κόσμος κι ὅσοι τὸν πιστεύουνε, ἤγουν οἱ σαρκικοὶ ἄνθρωποι, «καταργοῦνται», φθείρονται καὶ ἀπὸ τὸν χρόνο πεθαίνουνε. Ἐνῶ στὸν «μέλλοντα αἰῶνα» οἱ δίκαιοι θὰ γίνουνε ἄφθαρτοι κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία. Ὁ ἴδιος θεόπνευστος ἀπόστολος λέγει
τοῦτα τὰ φοβερὰ λόγια, γι᾿ αὐτὴ τὴν ἀλλαγή: «Ἰδού, μυστήριον ὑμῖν λέγω. Πάντες μὲν οὖν κοιμηθησόμεθα, πάντες ἀλλαγησόμεθα, ἐν ἀτόμῳ, ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ, ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι (Α´ Κορινθ. ιε´, 51).
Μιλώντας γιὰ τὴν καταστροφὴ τούτου τοῦ κόσμου, γράφει: «Εἴτε προφητεῖαι καταργηθήσονται, εἴτε γλῶσσαι, παύσονται, εἴτε γνῶσις καταργηθήσεται. Ἐκ μέρους γὰρ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· ὅταν δὲ ἔλθη τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται» (Α´ Κορινθ. ιγ´, 8).
Τὸ «τέλειον» θὰ εἶναι ἄφθαρτο, κ᾿ ἡ ἀφθαρσία καταργεῖ τὸν χρόνο. Στὸν «μέλλοντα αἰῶνα» δὲν ὑπάρχει οὔτε γέννα, οὔτε θάνατος.
Γιὰ τοὺς πολλοὺς ἀνθρώπους αὐτὰ εἶναι ἀσύστατες φαντασίες, ποὺ τὶς πιστεύουνε μοναχὰ «οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι». Μὰ αὐτοὶ ποὺ τὰ λένε αὐτὰ εἶναι γιὰ λύπη, κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο: «Ἂν ἐλπίζουμε, λέγει, μοναχὰ σὲ τούτη τὴ ζωή, εἴμαστε οἱ πιὸ ἐλεεινοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους».

Γιατὶ μὲ ὅποια ἐλπίδα κι ἂν ξεγελασθοῦμε, καὶ μὲ ὅση ἀδιαφορία κι ἂν ἁρματωθούμε, θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ θὰ δοῦμε, θέλοντας καὶ μὴ θέλοντας, τὴ φθορὰ ποὺ μᾶς ζώνει σὰν πλημμύρα ἀπὸ παντοῦ, καὶ θὰ τρομάξουμε.
*
Γύρω μας τὰ πάντα ἀλλάζουνε, μέρα μὲ τὴν μέρα. Τὰ πρόσωπα παραμορφώνουνται, τὰ κορμιὰ σακατεύουνται, τὰ μάτια θολώνουνε, ὅλα βουλιάζουνε μέσα σ᾿ ἕνα βουβὸ χάος. Ἡ φθορά! Καὶ πιὸ ζωηρὰ μᾶς χτυπᾶ αὐτὸ τὸ ξέφτισμα τοῦ κόσμου καὶ μᾶς κάνει νὰ συλλογισθοῦμε τὴ ματαιότητά μας στὴν ἀρχὴ τοῦ καινούργιου χρόνου.
Οἱ Ρωμαῖοι παριστάνανε τὸν πρῶτο μήνα μὲ τὴ ζωγραφιὰ τοῦ Ἰανοῦ ποὺ εἶχε δυὸ πρόσωπα, ὁποὺ ἤτανε γυρισμένα ἀπὸ τὶς δυὸ μεριές, (κι ἀπ᾿ αὐτό, τὸν βγάλανε Ἰανουάριο). Τὸ ἕνα πρόσωπο ποὺ παρίστανε τὸν περασμένο χρόνο ἤτανε γερασμένο, καὶ τ᾿ ἄλλο ποὺ παρίστανε τὸν καινούργιο χρόνο ἤτανε νεαρό.
Οἱ πιὸ πολλοὶ ποὺ μιλᾶνε γιὰ τὴν πρωτοχρονιά, σᾶς δείχνουνε τὸ νεαρὸ πρόσωπο. Ἐγὼ σᾶς δείχνω τὸ γέρικο. Δὲν τὸ κάνω γιὰ νὰ σᾶς κακοκαρδίσω, ἀλλὰ γιατὶ πιστεύω πὼς ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ξεγελιέται, ἀλλὰ ποὺ βλέπει τὴν ἀδυναμία του καὶ τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου, εἶναι κερδισμένος, ἐπειδὴ γίνεται πιὸ χριστιανός, δὲν παραδίνεται στὶς ἡδονὲς ποὺ χαλᾶνε τὴν ψυχή του, λιγοστεύει τὸν ἐγωισμό του, συμπονᾶ τοὺς δυστυχισμένους, ταπεινώνεται, συντρίβεται, ἀποζητᾶ προστασία κι ἁπλώνει τὰ χέρια του στὸν Χριστὸ ποὺ εἶναι ὁ Ἄφθαρτος, ποὺ δίνει τὴν ἀφθαρσία, (Α´ Τιμοθ. α´ 17), ὁ Βράχος (Α´ Κορινθ. ι´, 4), ὁ Πρῶτος καὶ ὁ Ἔσχατος (Ἄποκαλ. β´, 8), ὁ Ῥυόμενος (Ρωμ. ια´, 26), χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνες (Ἑβρ. ιγ´, 8), καὶ ποὺ εἶπε: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰω. ιδ´, 6), «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή». (Ἰω. ια´, 25). «Ἐγὼ εἰμὶ τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἀρχὴ καὶ τέλος» (Ἀποκαλ. α´, 8), « Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη´, 18), «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται» ( Ἰω. ια´, 26).

Ὅποιος λοιπὸν πιστεύει στὸν Χριστὸ δὲν φοβᾶται καὶ δὲν θέλει νὰ ξεγελιέται σὰν τὸ καμηλοπούλι, ποὺ χώνει τὸ κεφάλι του στὸν ἄμμο καὶ θαρρεῖ πὼς δὲν ὑπάρχει ὁ κηνυγὸς ποὺ θέλει νὰ τὸ σκοτώσει, ἐπειδὴ δὲν τὸ βλέπει. Αὐτὸς ἔχει τὸ θάρρος νὰ ἀντικρίζει τὴν ἀλήθεια, γιατὶ «ἡ ἐλπὶς αὐτοῦ ἐστὶν ἀθανασίας πλήρης» (Σολομ.).
Ὁ νοῦς του στέκεται ἀτάραχος μέσα στὴ βουβὴ φουρτούνα τοῦ καιροῦ καὶ στὸ ἀσταμάτητο ρεῦμα του, καὶ φέρνει μπροστά του τὶς μυριάδες τὶς μέρες καὶ τὶς νύχτες ποὺ περάσανε καὶ σβήσανε, ἀπὸ τότε ποὺ βγῆκε ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ χάος τῆς ἀνυπαρξίας ὡς τὴ σημερινὴ μέρα, ποὺ καμμιὰ καρδιὰ δὲν τὶς θῦμαται πιά. Ἡ καρδιά του δὲν λιγοψυχᾶ, οὔτε πνίγεται ἡ ψυχή του μέσα στὰ βουβὰ κύματα τῆς φθορᾶς, ἐπειδὴ «ἡ ἐλπὶς αὐτοῦ ἀθανασίας πλήρης».
Γιατὶ ὁ Χριστιανὸς πιστεύει πὼς μὲ τὸν Χριστὸ καταργήθηκε ἡ φθορά, καὶ δὲν φοβᾶται τὸ δόντι τοῦ καιροῦ ποὺ τὰ τρώγει ὅλα. Μὲ τὸν Χριστὸ «ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης, τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.
Οἴδαμεν γάρ, ὅτι πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν» (Ρώμ. η´, 21). Ναί, ὅλη ἡ κτίση ἀναστενάζει καὶ πονᾶ μαζὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο, γιατὶ εἶναι σκλαβωμένη στὴ φθορά. Κανένα πλάσμα δὲν θέλει νὰ πεθάνει, γιατὶ μέσα στὸ κάθε ἕνα εἶναι ριζωμένη ἡ ἀγάπη τῆς μακροζωίας. Καὶ ὅμως, ὅλα λυώνουνε καὶ χάνουνε τὴν ὄψη τους καὶ γίνουνται χῶμα ἀναίσθητο, κι ἀφανίζεται ἡ τόση λεπτότητα κ᾿ ἡ τόση σοφὴ σύστασή τους.
Ἡ ρόδα τοῦ καιροῦ τ᾿ ἀλέθει καὶ τὰ κάνει σκόνη, καὶ λιώνει ὡς κι αὐτὴ τὴ θύμησή τους καὶ τούτη ἡ ἄσπλαχνη ρόδα γυρίζει ἀδιάκοπα, μέρα καὶ νύχτα. Κατὰ τὸ ποίημα τοῦ Ἀνδρέα Κάλβου:
Ὁ γέρος φθονερὸς
καὶ τῶν ἔργων ἐχθρός
καὶ πάσης μνήμης, ἔρχεται.
Περιτρέχει τὴν θάλασσαν
καὶ τὴν γῆν ὅλην.
Ἀπὸ τὴν στάμναν χύνει
τὰ ρεύματα τῆς λήθης,
καὶ τὰ πάντα ἀφανίζει.
*
Ὁ Χρόνος δὲν ὑπάρχει, εἶναι ἕνας ἴσκιος τῆς φαντασίας. Ὑπάρχει ὁ θάνατος. Στὸν ἄλλον κόσμο, ποὺ θὰ καταργηθεῖ ὁ θάνατος, οἱ μακάριες ψυχὲς τῶν δικαίων δὲν θὰ νοιώθουνε τὸν χρόνο. Ἄλλα κι ἀπὸ τούτη τὴ ζωὴ δὲν ἔχει πολὺ ἐξουσία ἀπάνω τους, σὰν νὰ μὴν τὸν νοιώθουνε καὶ πολύ, γι᾿ αὐτὸ γράφει ὁ Σολομώντας: «Δίκαιος ἐὰν φθάσῃ τελευτῆσαι, ἐν ἀναπαύσει ἔσται.
Γῆρας γὰρ τίμιον οὐ τὸ πολυχρόνιον, οὐδὲ ἀριθμῷ ἐτῶν μεμέτρηται. Πολιὰ δὲ ἔστι φρόνησις ἀνθρώποις, καὶ ἡλικία γήρως βίος ἀκηλίδωτος. Εὐάρεστος τῷ Θεῷ γενόμενος ἠγαπήθη, καὶ ζῶν μεταξὺ ἀμαρτωλῶν μετετέθη.
Ἠρπάγη μὴ κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτοῦ ἢ δόλος ἀπατήσῃ ψυχὴν αὐτοῦ. Τελειωθεὶς ἐν ὀλίγῳ ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς. Ἀρεστὴ γὰρ ἦν Κυρίω ἡ ψυχὴ αὐτοῦ· διὰ τοῦτο ἔσπευσεν ἐκ μέσου πονηρίας. Οἱ δὲ λαοὶ ἰδόντες καὶ μὴ νοήσαντες, μηδὲ θέντες ἐν διανοίᾳ τὸ τοιοῦτον, ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ, καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ».
«Ὁ δίκαιος ἂν ἔρθει ἡ ὥρα του νὰ τελευτήσει; θά ῾ναι ἀναπαυμένος. Γιατὶ γῆρας τίμιο δὲν εἶναι τὸ νὰ ζήσει κανένας πολὺ κι οὔτε μετριέται μὲ τὰ χρόνια. Ἀλλὰ γεροντικὴ εἶναι ἡ φρονιμάδα στοὺς ἀνθρώπους, κ᾿ ἡ ἡλικία εἶναι ἀψεγάδιαστη ζωή.
Ἐπειδὴ εὐαρέστησε στὸν Θεόν, ἀγαπήθηκε, καὶ ἐπειδὴ ζοῦσε ἀνάμεσα σὲ ἁμαρτωλούς, πάρθηκε ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμο. Ἁρπάχτηκε, μήπως ἡ κακία ἀλλάξει τὴ φρονιμάδα του, εἴτε μήπως ἡ πονηρία ξεγελάσει τὴν ψυχή του. Πεθαίνοντας μὲ λίγα χρόνια σὰν νά ῾ζησε πολλά.
Γιατὶ ἤτανε ἀγαπημένη ἀπὸ τὸν Κύριο ἡ ψυχή του· γιὰ τοῦτο βιάσθηκε νὰ φύγει μέσα ἀπὸ τὴν πονηριά. Μὰ οἱ ἄνθρωποι εἴδανε καὶ δὲν καταλάβανε, πὼς ἡ χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι μαζὶ μὲ τοὺς διαλεχτούς του, κ᾿ ἡ προστασία του μαζὶ μὲ τοὺς ὁσίους του».

users.uoa.gr/~nektar

Κόντογλου Φώτης
Με τη φρεσκάδα του χρονογραφήματος, αλλά και το βάθος σοφίας του δεξιοτέχνη των νεοελληνικών γραμμάτων Φώτη Κόντογλου, τα κείμενα του «Ευλογημένου καταφυγίου» είναι πάντα επίκαιρα.

Δημοσιευμένα στην εφημερίδα «Ελευθερία» σε διάστημα μιας εικοσαετίας (1948-68), τα πονήματα αυτά του μαστρο-Φώτη έχουν στο επίκεντρό τους διάφορα θέματα.

Κοινό χαρακτηριστικό, το αποτύπωμα της ψυχής του συγγραφέα. Είτε μιλάει για τον τζίτζικα είτε για την ξενοδουλία που ήδη από τότε άρχισε να σαρώνει τα πάντα, ο μαΐστωρ του λόγου και της αγιογραφίας συγκλονίζει με τη γραφή του.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο («Αγαπημένο καταφύγιο»), ο συγγραφέας μάς ταξιδεύει σε πράγματα απλά και καθημερινά, μυώντας μας παράλληλα σε κρυμμένες ομορφιές.

Στο δεύτερο τμήμα («Βλογημένη Ελλάδα») κυριαρχεί η οδύνη για την αλλοίωση της ελληνορθόδοξης παράδοσης, αλλά αχνοφέγγει και το φως της ελπίδας – αριστοτεχνικό δείγμα έκφρασης της πατερικής χαρμολύπης.

Το τελευταίο μέρος του βιβλίου («Ανεξιχνίαστα μυστήρια») κυριαρχείται από τις μεταφυσικές αγωνίες του μαΐστορα Κόντογλου.

______________________

Διαβάστε περισσότερα πατώντας :   Φώτης Κόντογλου